| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35661 | ογκούται | βλ. ογκώνεται | |
| 35662 | ογκοχρέωση | [ὀγκοχρέωση] ο-γκο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. -ΤΗΛΕΠ. χρέωση παροχής ίντερνετ ανάλογα με τον όγκο πληροφοριών που λαμβάνει ή αποστέλλει ο χρήστης μέσω του διαδικτύου: Σύνδεση με/χωρίς ~. Συνδρομή με ~. Πακέτο ~ης. Βλ. χρονοχρέωση. | |
| 35663 | ογκρατέν | [ὀγκρατέν] ο-γκρα-τέν επίθ. {άκλ.} & γκρατέν & ο γκρατέν: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος στον φούρνο, κατά τον οποίο σχηματίζεται χαρακτηριστική κρούστα στην επιφάνεια του φαγητού από τριμμένο τυρί ή/και φρυγανιά και συνεκδ. το ίδιο το φαγητό: κολοκυθάκια/κουνουπίδι/πατάτες ~. Πβ. γκρατινέ.|| (ως ουσ.) ~ με μπέικον και τυρί. [< γαλλ. (au) gratin] | |
| 35664 | ογκώδης | , ης, ες [ὀγκώδης] ο-γκώ-δης επίθ. {ογκώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών· ογκωδέστ-ερος, -ατος} 1. που έχει μεγάλο όγκο ή/και πιάνει πολύ χώρο: ~ης: εξοπλισμός. ~ες: αμάξωμα/γλυπτό/ζώο/κεφάλι/κτίριο/όχημα/σώμα. ~η: αντικείμενα/έπιπλα/τείχη. ~εις: αποσκευές. Πβ. ευμεγέθης.|| ~ης: τόμος/φάκελος. ~ης: δικογραφία. ~ες: βιβλίο. Πβ. πολυσέλιδος.|| ~ης: διαδήλωση/συγκέντρωση. ~ες: συλλαλητήριο. Πβ. πολυπληθής.|| (μτφ.) ~ης: επιτυχία (: πολύ σημαντική· πβ. τεράστια). ~ες: έργο (πβ. μνημειώδες). 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) που αποτελεί (καλοήθη ή κακοήθη) όγκο: ~ης: νόσος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ὀγκώδης ‘εξογκωμένος, υπεροπτικός’] | |
| 35665 | όγκωμα | [ὄγκωμα] ό-γκω-μα ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. οστική διόγκωση πάνω στην οποία αναπτύσσεται μυς: βραχιόνιο/ινιακό/υπερώιο ~. Βλ. απόφυση, εξόγκωμα, -ωμα2. [< μτγν. ὄγκωμα ‘εξόγκωμα’] | |
| 35666 | ογκώνεται | [ὀγκώνεται] ο-γκώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {ογκώ-θηκε, ογκ-ούμενος} & (λόγ.) ογκούται (απαιτ. λεξιλόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αυξάνεται το μέγεθος, οι διαστάσεις· μτφ. εντείνεται, διευρύνεται: ~θηκε το πλήθος των διαδηλωτών.|| ~εται (= μεγαλώνει) η δυσαρέσκεια/το κύμα διαμαρτυρίας/το πρόβλημα. Βλ. διογκώνω, εξογκώνω. [< αρχ. ὀγκῶ] | |
| 35667 | ογκωτικός | , ή, ό [ὀγκωτικός] ο-γκω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με καλοήθη ή κακοήθη όγκο: ~ή: εξεργασία (ωοθηκών)/πίεση. [< αγγλ. tumoural] | |
| 35669 | οδαλίσκη | [ὀδαλίσκη] ο-δα-λί-σκη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σκλάβα σε χαρέμι. Πβ. χανούμισσα. Βλ. γκέισα, παλλακίδα. 2. (μτφ.) γυναίκα που γοητεύει τους άνδρες. [< γαλλ. odalisque < τουρκ. odalik] | |
| 35671 | όδευση | [ὅδευση] ό-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μετακίνηση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: εναλλακτική/κατακόρυφη/οριζόντια/υπόγεια/φυσική ~. ~ διαφυγής (πβ. οδός/έξοδος διαφυγής). Η ~ του αγωγού/του δικτύου/του δρόμου/του καλωδίου/της κυκλοφορίας/των σωληνώσεων. Βλ. διοχέτευση, πορεία.|| Ζώνη ~ης πεζών σε πεζοδρόμια (: για άτομα με αναπηρία).|| (μτφ.) ~ προς ένα καλύτερο μέλλον. 2. ΤΟΠΟΓΡ. -ΓΕΩΔ. μέθοδος προσδιορισμού του γεωγραφικού μήκους και πλάτους σημείων στην επιφάνεια της Γης: ανοιχτή/εξαρτημένη/κλειστή/πολυγωνική ~. [< μτγν. ὅδευσις ‘πέρασμα’] | |
| 35672 | οδεύω | [ὁδεύω] ο-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {όδευ-σε, οδεύ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.-μτφ.): βαδίζω, τείνω: Ο χειμώνας ~ει προς το τέλος του. Η πολιτική κρίση ~ει προς εκτόνωση. Σε λύση ~σε το πρόβλημα ... Επιχειρήσεις που ~ουν για/προς κλείσιμο. Πβ. βαίνω, κατευθύνομαι, πορεύομαι. Βλ. συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: οδεύον/τρέχον κύμα: ΦΥΣ. κάθε κύμα που διαδίδεται στον χώρο και μεταφέρει συνεχώς ενέργεια μακριά από την πηγή του. [< αγγλ. travelling wave] [< αρχ. ὁδεύω ‘ταξιδεύω, πορεύομαι’] | |
| 35673 | οδηγάω | βλ. οδηγώ | |
| 35674 | οδήγημα | [ὁδήγημα] ο-δή-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): οδήγηση. | |
| 35675 | οδήγηση | [ὁδήγηση] ο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οδηγώ: αγωνιστική/αμυντική/άνετη/αντικανονική/ασφαλής/αυτόματη/δοκιμαστική (= τεστ ντράιβ)/επιθετική/επικίνδυνη/νυχτερινή/ξεκούραστη/οικολογική/προσεκτική/συνετή ~. ~ αυτοκινήτου/δικύκλου. ~ στις εθνικές οδούς/σε ολισθηρό δρόμο/στην πόλη/σε χιόνι. ~ υπό την επήρεια αλκοόλ. Εξασκείται στην/έχει πάθος με την/μαθαίνει ~. Άδεια/δάσκαλος/δίπλωμα/σχολή (: οδηγών) ~ης. Πβ. σοφάρισμα. Βλ. συν~. 2. ΜΑΘ. διαδικασία ελαχιστοποίησης σφαλμάτων κατά την επίλυση γραμμικών συστημάτων: μερική/ολική/φυσική ~. [< 1: μτγν. ὁδήγησις] | |
| 35676 | οδηγητής | [ὁδηγητής] ο-δη-γη-τής ουσ. (αρσ.): καθοδηγητής: πνευματικός ~. ~ του αγώνα/της νεολαίας.|| (κατ' επέκτ.) Με ~ή (= οδηγό) την ποίηση. ● Οδηγήτρια (η) {(λαϊκό) Οδηγήτρα}: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Παναγίας· ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος στον οποίο εικονίζεται να κρατά τον Ιησού στην αριστερή συνήθ. αγκαλιά της. [< μεσν. Οδηγήτρια] [< μτγν. ὁδηγητήρ] | |
| 35677 | οδηγητικός | , ή, ό [ὁδηγητικός] ο-δη-γη-τι-κός επίθ. 1. καθοδηγητικός: ~ός: ρόλος. ~ή: γραμμή (πβ. κατευθυντήριος)/φωνή. ~ό: έργο/νήμα/τηλεσκόπιο.|| (ως ουσ.) Ψυχολογία και ~ή του εφήβου. 2. οδηγικός: ~ή: απόλαυση/ικανότητα/συμπεριφορά. ● επίρρ.: οδηγητικά [< μτγν. ὁδηγητικός ‘ικανός ή κατάλληλος να διευθύνει’] | |
| 35678 | οδηγία | [ὁδηγία] ο-δη-γί-α ουσ. (θηλ.) {οδηγι-ών} 1. υπόδειξη, συμβουλή σχετικά με τον τρόπο δράσης, συμπεριφοράς· κατ' επέκτ. το κείμενο που την περιέχει: ακριβείς/αυστηρές/βασικές/γενικές/λεπτομερείς ~ες. ~ες διαχείρισης/εγκατάστασης προγράμματος/συμμετοχής σε διαγωνισμό/συμπλήρωσης εντύπου/σύνταξης βιογραφικού σημειώματος/υποβολής αίτησης/χειρισμού. ~ες του γιατρού/ειδικού. ~ες για τη διδασκαλία του μαθήματος ... ~ες προς νέους γονείς/σε περίπτωση σεισμού. Μου έδωσε ~ες πώς να βρω το σπίτι του. Πβ. συστάσεις. Βλ. καθοδήγηση.|| Χρήσιμες ~ες και συμβουλές. Αναλυτικές ~ες αναγράφονται στο πίσω μέρος της δήλωσης. 2. γραπτή ή προφορική εντολή που δίνεται από ανώτερο ή υπεύθυνο για το πώς πρέπει να γίνει κάτι· ειδικότ. το αντίστοιχο κείμενο: Σύμφωνα με την ~ ... Επίσημες/ρητές/σαφείς ~ες του υπουργείου σχετικά με ... Έκδοση ~ας. ~ες και κανονισμοί. Βλ. εγκύκλιος, προσταγή. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινοτική οδηγία/οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης & ευρωπαϊκή οδηγία: ΝΟΜ. νομοθετική πράξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που υποχρεώνει ένα κράτος-μέλος να τροποποιήσει την εσωτερική του νομοθεσία για την επίτευξη ορισμένου στόχου, χωρίς όμως να το δεσμεύει ως προς τη χρήση των μέσων με τα οποία θα το πραγματοποιήσει: ~ ~ για τα μεταλλαγμένα. Πβ. ντιρεκτίβα. [< αγγλ. Community directive/European directive] , οδηγίες (χρήσης/χρήσεως): γραπτές συνήθ. πληροφορίες και συμβουλές για τη χρήση αντικειμένου: ~ ~ εφαρμογής/ιστοσελίδας/κινητού τηλεφώνου/προϊόντων/συσκευής/φαρμάκων. Συμβουλευτείτε τις ~ ~. Βιβλίο/εγχειρίδιο/φύλλο ~ών ~. Πβ. μάνιουαλ., ταξιδιωτική οδηγία βλ. ταξιδιωτικός ● ΦΡ.: οδηγίες προς ναυτιλλομένους βλ. ναυτιλλόμενος [< μτγν. ὁδηγία ‘καθοδήγηση’, γαλλ. directive] | |
| 35679 | οδηγικός | , ή, ό [ὁδηγικός] ο-δη-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον οδηγό ή την οδήγηση αυτοκινήτου: ~ή: αίσθηση/άνεση/απόλαυση/ασφάλεια/εμπειρία/ευχαρίστηση/ικανότητα/νοοτροπία/παιδεία/συμπεριφορά/τεχνική. ~ό: δίδυμο (οδηγών της ίδιας εργοστασιακής ομάδας)/λάθος/στιλ. ~ές: συνθήκες. ~ά: χαρακτηριστικά (ενν. οχήματος). ● επίρρ.: οδηγικά | |
| 35680 | οδηγισμός | [ὁδηγισμός] ο-δη-γι-σμός ουσ. (αρσ.): παγκόσμια, εθελοντική, μη κυβερνητική οργάνωση παιδαγωγικού χαρακτήρα η οποία λειτουργεί εξωσχολικά και απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους και νέους-νέες (από πέντε έως δεκαεπτά ετών): Σώμα Ελληνικού ~ού (ακρ. ΣΕΟ). Βλ. -ισμός, προσκοπισμός. [< αγγλ. guiding] | |
| 35681 | οδηγός | [ὁδηγός] ο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που θέτει σε λειτουργία και κινεί όχημα: απρόσεκτος/ασυνείδητος/έμπειρος/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/κακός/καλός ~. ~ αυτοκινήτου/λεωφορείου (= λεωφορειατζής)/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου/ράλι (= ραλίστας)/ταξί (= ταξιτζής)/τρένου (= μηχαν~)/φορτηγού (= φορτηγατζής). Άδεια/αερόσακος/δίπλωμα/κάθισμα ~ού. Σήμα νέου ~ού (: Ν). Ασφάλεια ~ού και συνοδηγού. (ΣΤΡΑΤ.) ~ (εδάφους) άρματος. Σχολή ~ών/οδήγησης (: για προετοιμασία υποψηφίων ~ών). Πβ. σοφέρ. Βλ. ηλεκτρ~, συν~. 2. πρώτος σε έναν σχηματισμό, που προπορεύεται συνήθ. μπροστά από ομάδα, για να υποδεικνύει τη διαδρομή ή την κατεύθυνση· ειδικότ. ξεναγός: ~ ορειβατών/τουριστών. Είναι ~ βουνού και εκπαιδευτής ορειβασίας. Περίπατος με ~ό.|| (σε ναυτικό σχηματισμό:) Πλοίο-~.|| Σκύλος-~ τυφλών. Πβ. επικεφαλής. Βλ. εργ~. 3. {μόνο στο αρσ.} εγχειρίδιο με πρακτικές και χρήσιμες πληροφορίες, συμβουλές ή οδηγίες που κυκλοφορεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή και αναφέρεται σε ειδικό θέμα ή αντικείμενο: αναλυτικός/αρχαιολογικός/εγκυκλοπαιδικός/εκπαιδευτικός/ενημερωτικός/επαγγελματικός/επενδυτικός/επιχειρηματικός/εύχρηστος/ιατρικός/νομικός/πλήρης/πολιτιστικός/πρακτικός/συνοπτικός/φορολογικός ~. ~ αγοράς/διακοπών/διασκέδασης/επαγγελμάτων/εστιατορίων/(ΣΤΡΑΤ.) θητείας/καταλυμάτων/πλοήγησης (στο ίντερνετ)/υγείας. ~-βοήθημα (= βοηθητικός ~). Ο απόλυτος ταξιδιωτικός ~ για την πόλη. Βλ. ευρετήριο. 4. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που ασκεί σημαντική επιρροή και έχει καθοδηγητικό, ρυθμιστικό ρόλο σε μια πορεία: (για πρόσ.) ηθικός/πνευματικός ~. Η μητέρα μου είναι ~ στη ζωή μου. Πβ. καθοδηγητής.|| Με ~ό τη λογική, όχι το συναίσθημα. 5. ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που επιτρέπει σε υπολογιστή να επικοινωνεί με οποιαδήποτε περιφερειακή συσκευή· ντράιβερ: εξωτερικός/εσωτερικός ~. ~ δισκέτας/εκτυπωτή/ντιβιντί/σιντιρόμ/ταινίας. 6. μακρόστενη κατασκευή με ράβδο που έχει εσωτερικό αυλάκι, για να σύρεται πάνω της κινητό στέλεχος: χωνευτός ~. ~ συρταριού. Μεταλλικός ~ στήριξης θερμομονωτικών πλακών. Επιδαπέδιος ~ πόρτας. ~ για κουρτίνα/(συρόμενο) παράθυρο.|| (στο ψάρεμα:) ~ βέργας/πετονιάς. 7. ΠΛΗΡΟΦ. γραμμή η οποία έλκει την προσοχή του χρήστη από μια επεξήγηση στο κατάλληλο τμήμα της εικόνας. 8. αγόρι η κορίτσι μεταξύ έντεκα και δεκατεσσάρων ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού. ● Μεγεθ.: οδηγάρα (η) βλ. σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλος Οδηγός: έφηβος ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαεπτά ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού., οδηγός σπουδών (συνηθέστ. με κεφαλ. τα αρχικά Ο, Σ): έντυπο που παρέχεται από τα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στους φοιτητές ενός τμήματος και παρουσιάζει τους στόχους, τη δομή, τα γνωστικά αντικείμενα, το ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό του, τις επαγγελματικές προοπτικές και τις νέες ειδικότητες που προκύπτουν από αυτό και γενικότ. κάθε έντυπο που ενημερώνει για τη φοίτηση και τις προοπτικές σπουδών: ηλεκτρονικός ~ ~. ~ ~ για το ακαδημαϊκό έτος ... Οδηγός μεταπτυχιακών/προπτυχιακών σπουδών.|| ~ ~ λυκείου/φροντιστηρίου., Οδηγός του Πολίτη: κατηγοριοποίηση χρήσιμων πληροφοριών για τον πολίτη σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, που προσφέρεται από δημόσιες κυρ. υπηρεσίες: ~ ~ με αναπηρία., Χρυσός Οδηγός: πλήρης και ευρείας εμβέλειας οδηγός και τηλεφωνικός κατάλογος σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή με καταχώριση επαγγελματιών, εταιρειών και επιχειρήσεων: ~ ~ Εθελοντισμού., οδηγός εγκατάστασης βλ. εγκατάσταση, τουριστικός οδηγός βλ. τουριστικός [< 1: γαλλ. conducteur 2,4: μτγν. ὁδηγός 3: γαλλ. guide 5: αγγλ. driver] | |
| 35682 | οδηγώ | [ὁδηγῶ] ο-δη-γώ ρ. (μτβ.) {-είς κ. -άς ...| οδήγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} & οδηγάω 1. (για όχημα) θέτω σε λειτουργία, κατευθύνω και κινώ: ~ αυτοκίνητο/ποδήλατο. Τι αμάξι ~είς (ενν. μάρκα); ~εί προσεκτικά. Τον έπιασαν να ~εί χωρίς δίπλωμα. Μοτοσικλέτα ~ούμενη από εικοσάχρονο ... Πβ. σοφάρω.|| ~εί (επαγγελματικά) αεροπλάνο (= πιλοτάρει)/λεωφορείο/φορτηγό. 2. καθοδηγώ κάποιον στο μέρος που επιθυμεί ή πρέπει να πάει, συχνά συνοδεύοντάς τον· μτφ. δείχνω τον δρόμο, υποδεικνύω: Σκύλος που ~εί τυφλούς. ~ησαν τον κατηγορούμενο στον εισαγγελέα.|| Ο ασθενής ~ήθηκε εσπευσμένα στο χειρουργείο. Ο δράστης ~ήθηκε σε δίκη/στη φυλακή. Οι συλληφθέντες ~ήθηκαν στο αυτόφωρο.|| (για πράγμα) Τα επεξεργασμένα λύματα ~ούνται στη δεξαμενή χλωρίωσης.|| Το ένστικτο θα τον ~ήσει να πάρει τη σωστή απόφαση. 3. είμαι επικεφαλής, (προ)ηγούμαι: ~ησε τον στρατό του στη μάχη.|| Αθλήτρια που ~εί την κούρσα των ... μέτρων. ● οδηγεί (+ σε, προς) 1. (μτφ.) γίνεται η αιτία ή αποτελεί κίνητρο, ώστε κάτι να έχει ορισμένο αποτέλεσμα: Αυτό που με ~ σε σκέψεις είναι ... Τα στοιχεία ~ούν στο συμπέρασμα ότι ... Τα ίχνη DNA ~ησαν στην ταυτοποίηση του δράστη.|| Προς ματαίωση ~είται ο διαγωνισμός. Οι διαπραγματεύσεις των δύο χωρών ~ήθηκαν σε αδιέξοδο. Πβ. (εξ)ωθώ. 2. καταλήγει σε συγκεκριμένο σημείο: Πήρε τον δρόμο που ~ στο βουνό. Ο διάδρομος αυτός ~ στο κύριο υπνοδωμάτιο. Πού ~ (= βγάζει) αυτό το μονοπάτι;|| Ο σύνδεσμος ~ στην ιστοσελίδα ... ● ΦΡ.: ... ζεις, εσύ μας οδηγείς! βλ. ζω1, οδηγεί/πάει σαν κότα βλ. κότα, οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια βλ. δικαστήριο, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη βλ. Ρώμη1, ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα βλ. Καιάδας, στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια βλ. στέλνω, τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) βλ. βήμα [< 1: γαλλ. conduire 2: αρχ. ὁδηγῶ 3: αγγλ. lead] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ