| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35683 | ΟΔΙΕ | (ο): Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος. | |
| 35684 | οδικός | , ή, ό [ὁδικός] ο-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους δρόμους και την κυκλοφορία οχημάτων: ~ός: κόμβος/τουρισμός/φωτισμός. ~ή: απόσταση/γέφυρα/διαδρομή/μετακίνηση/παιδεία (βλ. κυκλοφοριακή αγωγή)/σήμανση/σήραγγα/συμπεριφορά (αυτοκινήτου/μηχανής)/σύνδεση. ~ό: (τροχαίο) ατύχημα/δυστύχημα/έργο/περιβάλλον. ~ές: μεταφορές/πινακίδες/συγκοινωνίες/συνθήκες. ~ά: σήματα. ● επίρρ.: οδικώς [-ῶς] & οδικά: με αυτοκίνητο· γενικότ. με οποιοδήποτε τροχοφόρο μέσο. ● ΣΥΜΠΛ.: οδική βοήθεια & οδική προστασία/εξυπηρέτηση/κάλυψη: υπηρεσία που παρέχεται από εταιρεία σε εγγεγραμμένα μέλη σε περίπτωση βλάβης του οχήματός τους: δωρεάν/πλήρης ~ ~., οδικό δίκτυο: το σύνολο των δρόμων μιας περιοχής που σχηματίζουν ένα πλέγμα και ενώνουν τους οικισμούς της: αγροτικό/αστικό/εθνικό/επαρχιακό/πυκνό/τοπικό ~ ~. Βελτίωση/συντήρηση ~ού ~ου. Αυξημένη είναι η κίνηση στο ~ ~ ..., οδικός άξονας: μεγάλο και εκτενές συγκοινωνιακό έργο που ενώνει οδικώς πόλεις και περιοχές: βασικός/εθνικός/κάθετος/κεντρικός ~ ~. Ο ~ ~ Αθήνας-Θεσσαλονίκης. ~ ~ παράκαμψης., Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδική αρτηρία βλ. αρτηρία, οδική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, οδική οργή βλ. οργή, οδικός χάρτης βλ. χάρτης [< γαλλ. routier] | |
| 35685 | οδο- | : το ουσιαστικό οδός ως α' συνθετικό λέξεων: οδο-γέφυρα (βλ. πεζο-). Οδό-φραγμα.|| Οδο-δείκτης/~σήμανση. | |
| 35686 | οδογέφυρα | [ὁδογέφυρα] ο-δο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): υπερυψωμένη γέφυρα μεγάλου μήκους, η οποία στηρίζεται σε υποστυλώματα και εξασφαλίζει το πέρασμα σιδηροδρομικής γραμμής ή δρόμου πάνω από κοιλάδα, δρόμο ή ποταμό: πέτρινη θολωτή ~. ~ με καμάρες. [< γαλλ. viaduc] | |
| 35687 | οδοδείκτης | [ὁδοδείκτης] ο-δο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) 1. οδική πινακίδα σήμανσης που αναγράφει κυρ. την κατεύθυνση προς μια περιοχή και τη χιλιομετρική απόσταση από αυτή. ΣΥΝ. οδόσημο 2. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που έχει καθοδηγητικό ρόλο και αποτελεί πρότυπο, υπόδειγμα για τους άλλους: ~ ζωής/πορείας/σωτηρίας. Ο ενάρετος βίος του είναι φωτεινός ~ για τους νεότερους. Πβ. δείκτης πορείας. [< μεσν. οδοδείκτης] | |
| 35688 | οδοιπορία | [ὁδοιπορία] ο-δοι-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η κάλυψη συνήθ. μεγάλης απόστασης με τα πόδια· πεζοπορία: κουραστική/πολύωρη ~. ~ στο βουνό/μέσα από φαράγγι. Εξοπλισμός ~ας. Πβ. περπάτημα, ποδαρόδρομος. Βλ. τρέκινγκ.|| ~ (= οδοιπορικό) στο Άγιο Όρος. 2. (μτφ.) δύσκολη και μακρά πορεία, περιπλάνηση, αναζήτηση: ~ προς την αυτογνωσία. Βλ. συν~. [< 1: αρχ. ὁδοιπορία] | |
| 35689 | οδοιπορικά | [ὁδοιπορικά] ο-δοι-πο-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): καταβολή εξόδων μετακίνησης ως αποζημίωση σε εργαζόμενο: μηνιαία ~. ~ δημοσίων υπαλλήλων/δικαστικών αντιπροσώπων/εκπαιδευτικών/στρατιωτικών. ~ και εκτός έδρας. Επίδομα/κάλυψη ~ών. | |
| 35690 | οδοιπορικό | [ὁδοιπορικό] ο-δοι-πο-ρι-κό ουσ. (ουδ.): περιήγηση σε τόπο με σκοπό την περιγραφή ή/και τη μελέτη των χαρακτηριστικών, της ιστορίας και των κατοίκων του· κατ' επέκτ. καταγραφή και παρουσίαση του αντίστοιχου υλικού: εικαστικό/ιστορικό/μεγάλο/πολιτιστικό/σύντομο/φωτογραφικό ~. ~ στην ελληνική περιφέρεια/Ευρώπη. Πρώτος/τελευταίος σταθμός του ~ού ... Πβ. οδοιπορία.|| Λεύκωμα-~.|| (μτφ.) Το ~ (= η πορεία) ενός καλλιτέχνη. [< μτγν. ὁδοιπορικόν (βιβλίον) ‘ταξιδιωτικός οδηγός’] | |
| 35691 | οδοιπορικός | , ή, ό [ὁδοιπορικός] ο-δοι-πο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην οδοιπορία ή τον οδοιπόρο: ~ός: χάρτης. ~ή: άδεια (: που χορηγείται σε υπάλληλο για τη μετακίνησή του από τον τόπο καταγωγής στον τόπο διορισμού του). (ΤΟΠΟΓΡ.) ~ό: σκαρίφημα. ~ές: διαδρομές. ~ά: έξοδα (= οδοιπορικά). Πβ. πεζοπορικός. Βλ. περιηγητ-, περιπατητ-ικός. ● επίρρ.: οδοιπορικώς [-ῶς] [< μτγν. ὁδοιπορικός] | |
| 35692 | οδοιπόρος | [ὁδοιπόρος] ο-δοι-πό-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που διανύει μεγάλες συνήθ. αποστάσεις με τα πόδια: ακούραστος/μοναχικός ~. Πβ. πεζοπόρος, στρατοκόπος. Βλ. διαβάτης, περιηγ-, περιπατ-ητής, συν~.|| (μτφ.) ~ της ζωής.|| (σπάν., ως επίθ.) ~ος: μοναχός. ● ΦΡ.: ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει βλ. αμαρτία [< αρχ. ὁδοιπόρος] | |
| 35693 | οδοιπορώ | [ὁδοιπορῶ] ο-δοι-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {οδοιπορείς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): διανύω συνήθ. μεγάλη απόσταση με τα πόδια. Πβ. πεζοπορώ, περπατώ, πορεύομαι. Βλ. συν~. [< αρχ. ὁδοιπορῶ] | |
| 35694 | οδοκαθαριστής | [ὁδοκαθαριστής] ο-δο-κα-θα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. οδοκαθαρίστρια} (επίσ.): υπάλληλος του Δήμου που ασχολείται με την καθαριότητα των δρόμων, των πεζοδρομίων και γενικότ. των κοινόχρηστων χώρων: συνεργείο ~ών. Πβ. σκουπιδιάρης. | |
| 35695 | οδομαχία | [ὁδομαχία] ο-δο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: συμπλοκή ομάδων σε δρόμους κατοικημένης περιοχής: ~ σώμα με σώμα. Άγριες/αιματηρές/βίαιες/σκληρές/σφοδρές ~ες. Επεισόδια/πετροπόλεμος/συγκρούσεις και ~ες. Σημειώθηκαν ~ες μεταξύ διαδηλωτών και Αστυνομίας. Στις ~ες ενεπλάκησαν ... Βλ. -μαχία. [< γαλλ. combat de rue] | |
| 35696 | οδομετρία | [ὁδομετρία] ο-δο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): μέτρηση αποστάσεων που έχουν διανυθεί, η οποία γίνεται με τη χρήση οδόμετρου: αισθητήρες ~ας. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. odométrie, αγγλ. (h)odometry] | |
| 35697 | οδόμετρο | [ὁδόμετρο] ο-δό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της απόστασης που διανύεται από όχημα και σπανιότ. από πεζό: ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. ~ ακριβείας. Πβ. κοντέρ. Βλ. βηματόμετρο, -μετρο. [< μτγν. ὁδόμετρον, γαλλ. odomètre, αγγλ. (h)odometer] | |
| 35698 | οδοντ- | βλ. οδοντο- | |
| 35699 | οδοντάγρα | [ὀδοντάγρα] ο-δο-ντά-γρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) δοντάγρα: ΙΑΤΡ. λαβίδα για την εξαγωγή δοντιών. Πβ. τανάλια. [< αρχ. ὀδοντάγρα] | |
| 35700 | οδονταλγία | [ὀδονταλγία] ο-δο-νταλ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πονόδοντος. Βλ. -αλγία. [< μτγν. ὀδονταλγία] | |
| 35701 | οδόντες | (οι) βλ. οδούς | |
| 35702 | οδοντιατρείο | [ὀδοντιατρεῖο] ο-δο-ντι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): ιατρείο εξοπλισμένο με οδοντιατρικά μηχανήματα και εργαλεία, στο οποίο ο οδοντίατρος δέχεται ασθενείς. [< γαλλ. cabinet dentaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ