Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36360-36380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35703οδοντιατρική[ὀδοντιατρική] ο-δο-ντι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία των νόσων των δοντιών, των ούλων και γενικότ. της στοματικής κοιλότητας· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι σχετικές σπουδές: αισθητική/επανορθωτική/προληπτική (και κοινωνική)/προσθετική/χειρουργική ~. Βλ. -ιατρική, οδοντοτεχνική, ορθοδοντική, παιδοδοντία, περιοδοντο-, (οδοντο)στοματο-λογία, στοματική χειρουργική. [< γαλλ. dentisterie]
35704οδοντιατρικός, ή, ό [ὀδοντιατρικός] ο-δο-ντι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οδοντιατρική ή τους οδοντιάτρους: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/σύλλογος. ~ή: επιστήμη (= η οδοντιατρική)/έρευνα/θεραπεία/κάλυψη/καρέκλα/μονάδα/περίθαλψη/σχολή. ~ές: εξετάσεις/επεμβάσεις. ~ό: ιστορικό. ~ά: εμφυτεύματα/εργαλεία/κέντρα/μηχανήματα/υλικά. Ελληνική ~ή Ομοσπονδία. Βλ. οδοντοτεχν-, περιοδοντολογ-, στοματολογ-ικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (: ενν. τμήμα νοσοκομείου ή κλινικής). Βλ. -ιατρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντιατρικός τροχός βλ. τροχός
35705οδοντίατρος[ὀδοντίατρος] ο-δο-ντί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) οδοντογιατρός: επιστήμονας με ειδίκευση στην οδοντιατρική: αισθητικός/χειρούργος ~. ~-περιοδοντολόγος/στοματολόγος.|| Ο φόβος του ~ου. Βλ. παιδ~, -ίατρος. [< γερμ. Zahnarzt, γαλλ. dentiste]
35706οδοντικός, ή, ό [ὀδοντικός] ο-δο-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα δόντια: (ΙΑΤΡ.) ~ός: έλεγχος/καθαρισμός/πολφός/πόνος (= πονόδοντος)/φραγμός. ~ή: αποκατάσταση/ασθένεια/γέφυρα/ευαισθησία/θεραπεία/μικροβιακή πλάκα/μορφολογία/ουσία (βλ. αδαμαντίνη, οδοντίνη)/προσθετική (= οδοντοπροσθετική)/τερηδόνα/τεχνολογία (= οδοντοτεχνική)/φθορά/φροντίδα/χειρουργική. ~ό: τόξο. ~οί: ιστοί/τραυματισμοί. ~ές: παθήσεις. ~ή και στοματική υγιεινή. Βλ. ορθ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: σύμφωνα (: τ, δ, θ, που παράγονται από την επαφή της άκρης της γλώσσας με τον αυχένα των δοντιών). Βλ. μεσ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντικά εμφυτεύματα βλ. εμφύτευμα, οδοντική πλάκα βλ. πλάκα, οδοντικό νήμα βλ. νήμα [< μτγν. ὀδοντικός]
35707οδοντίνη[ὀδοντίνη] ο-δο-ντί-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. η ουσία που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του δοντιού, βρίσκεται κάτω από το σμάλτο και περιβάλλει τον πολφό: διάβρωση/υπερευαισθησία ~ης. Βλ. αδαμαντίνη. [< γαλλ. dentine]
35708οδοντο- & οδοντό-& οδοντ- & οδόντ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στα δόντια: οδοντο-γλυφίδα. Οδοντό-βουρτσα/~κρεμα.|| Οδοντο-ειδής. Οδόντ-ωση.|| Οδοντο-τεχνίτης. Οδοντ-ίατρος.
35709οδοντόβουρτσα[ὀδοντόβουρτσα] ο-δο-ντό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.): μικρή βούρτσα με λαβή που χρησιμοποιείται για το βούρτσισμα των δοντιών: ειδική/ηλεκτρική/μαλακή/μέτρια/παιδική/σκληρή ~. Θήκη/κεφαλή/τρίχες ~ας. Βλ. οδοντόκρεμα. [< γαλλ. brosse à dents]
35710οδοντογένεση[ὀδοντογένεση] ο-δο-ντο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανατολή δοντιών: ατελής ~. Βλ. -γένεση. ΣΥΝ. οδοντοφυΐα [< αγγλ. odontogenesis, odontogeny]
35711οδοντογιατρόςβλ. οδοντίατρος
35712οδοντογλυφίδα[ὀδοντογλυφίδα] ο-δο-ντο-γλυ-φί-δα ουσ. (θηλ.) 1. μικρών διαστάσεων μακρόστενο και λεπτό κομμάτι ξύλου ή πλαστικού με μυτερά άκρα για την αφαίρεση των τροφικών υπολειμμάτων από τα μεσοδόντια διαστήματα: κουτί ~ες.|| Φέτες μπέικον τυλιγμένες και περασμένες σε ~. 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ λεπτός άνθρωπος ή σωματότυπος: Έχει πόδια ~ες. [< γερμ. Zahnstocher, πβ. μεσν. οδοντογλύφιον]
35713οδοντόγραμμα[ὀδοντόγραμμα] ο-δο-ντό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): γραφική απεικόνιση οδοντοστοιχίας που χρησιμοποιείται κυρ. στην ιατροδικαστική. [< αγγλ. odontogram]
35714οδοντοειδής, ής, ές [ὀδοντοειδής] ο-δο-ντο-ει-δής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. προεξοχή του δεύτερου αυχενικού σπονδύλου: Κάταγμα ~ούς ~ης. Βλ. -ειδής. [< μτγν. ὀδοντοειδής]
35715οδοντοθεραπεία[ὀδοντοθεραπεία] ο-δο-ντο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία των οδοντικών παθήσεων: ~ και οδοντοπροσθετική. Μονάδα ~ας. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. odontotherapy]
35716οδοντοθεραπευτικός, ή, ό [ὀδοντοθεραπευτικός] ο-δο-ντο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβάλλει στην οδοντοθεραπεία: ~ή: περίθαλψη. ~ές: εργασίες.
35717οδοντόκρεμα[ὀδοντόκρεμα] ο-δο-ντό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): ημίρρευστο σκεύασμα για τον καθαρισμό των δοντιών, την προστασία των ούλων και γενικότ. τη στοματική υγιεινή: λευκαντική/παιδική/φθοριούχος/φυτική ~. Βλ. οδοντόβουρτσα. ΣΥΝ. οδοντόπαστα [< γερμ. Zahncreme]
35718οδοντόπαστα[ὀδοντόπαστα] ο-δο-ντό-πα-στα ουσ. (θηλ.): οδοντόκρεμα. [< γαλλ. (pâte) dentifrice, γερμ. Zahnpasta]
35719οδοντόπονος[ὀδοντόπονος] ο-δο-ντό-πο-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πονόδοντος. [< μτγν. ὀδοντόπονος]
35720οδοντοπροσθετική[ὀδοντοπροσθετική] ο-δο-ντο-προ-σθε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την κατασκευή και την εφαρμογή τεχνητών υποκατάστατων για την αναπλήρωση κατεστραμμένων ή ελλειπόντων δοντιών και των παρακείμενων ιστών: εργαστήριο ~ής. ΣΥΝ. οδοντική προσθετική. [< αγγλ. prosthodontics, 1947]
35721οδοντοπροσθετικός, ή, ό [ὀδοντοπροσθετικός] ο-δο-ντο-προ-σθε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οδοντοπροσθετική: ~ή: περίθαλψη. ~ές: εργασίες.|| (σπάν.-ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου).
35722οδοντοστοιχία[ὀδοντοστοιχία] ο-δο-ντο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {οδοντοστοιχιών}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των δοντιών της άνω και κάτω γνάθου της στοματικής κοιλότητας: αστραφτερή/λευκή/μερική (: οδοντική πρόσθεση που αντικαθιστά αρκετά συνήθ. ελλείποντα δόντια)/ολική ~ (: ~ που αντικαθιστά όλα τα ελλείποντα δόντια)/τεχνητή ~ (: κινητή προσθετική κατασκευή αναπλήρωσης όλων των δοντιών και των παρακείμενων ιστών. ΣΥΝ. μασέλα. Βλ. οδοντικά εμφυτεύματα)/φυσική ~. Επιδιόρθωση ~ας. Βλ. γέφυρα, μασκάκι. [< γαλλ. denture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.