| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2685 | αμπελουργός | [ἀμπελουργός] α-μπε-λουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) γεωργός που καλλιεργεί αμπέλια: ~ και οινοπαραγωγός. Πβ. αμπελοκαλλιεργητής. Βλ. -ουργός1. 2. ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Emberiza melanocephala) με μαύρο κεφάλι, καστανή ράχη και σκέτο κίτρινο κάτω μέρος του σώματος. [< 1: αρχ. ἀμπελουργός] | |
| 2686 | αμπελοφάσουλα | [ἀμπελοφάσουλα] α-μπε-λο-φά-σου-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αμπελοφάσουλο}: ΒΟΤ. φασολάκια στενόμακρου σχήματος: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστά/γιαχνί/σαλάτα. Βλ. μαυρομάτικα (φασόλια). | |
| 2687 | αμπελοφιλοσοφία | [ἀμπελοφιλοσοφία] α-μπε-λο-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (συχνά μειωτ.-ειρων.): επιφανειακός, σοβαροφανής και κοινότοπος λόγος: (εμφατ.) Άσε τις ~ες και μπες στο ψητό (πβ. φιλοσοφία). ΣΥΝ. ψευτοφιλοσοφία | |
| 2688 | αμπελοφιλόσοφος | [ἀμπελοφιλόσοφος] α-μπε-λο-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αμπελοφιλοσοφεί. ΣΥΝ. ψευτοφιλόσοφος | |
| 2689 | αμπελοφιλοσοφώ | [ἀμπελοφιλοσοφῶ] α-μπε-λο-φι-λο-σο-φώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: διατυπώνω αμπελοφιλοσοφίες: Καθόταν με τις ώρες στο καφενείο και ~ούσε. | |
| 2690 | αμπελόφυλλα | [ἀμπελόφυλλα] α-μπε-λό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αμπελόφυλλο}: ΜΑΓΕΙΡ. φύλλα του αμπελιού: ντολμαδάκια με ~. Αρνάκι/χοιρινό με ~ (: τυλιγμένα με αυτά). ~ σε άλμη.|| (σε συνταγές) Γεμίζουμε/ζεματίζουμε/τυλίγουμε τα ~. Βλ. λαχανόφυλλα. ΣΥΝ. κληματόφυλλα [< μτγν. ἀμπελόφυλλον] | |
| 2691 | αμπελόφυτος | , η, ο [ἀμπελόφυτος] α-μπε-λό-φυ-τος επίθ.: που έχει φυτευτεί με αμπέλια. Βλ. -φυτος. [< μτγν. ἀμπελόφυτος] | |
| 2692 | αμπελοχώραφα | [ἀμπελοχώραφα] α-μπε-λο-χώ-ρα-φα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): χωράφια φυτεμένα με αμπέλια· γενικότ. κτηματική περιουσία. ● αμπελοχώραφο (το): (μτφ.-μειωτ.) ιδιοκτησία: Το πανεπιστήμιο/η χώρα δεν είναι ~ κανενός. ● ΦΡ.: μπαίνω στα αμπελοχώραφα κάποιου: επεμβαίνω σε έργο ή μπαίνω σε χώρο που ανήκει σε άλλον: Μην μπαίνεις σε ξένα ~ (= μην ανακατεύεσαι σε δουλειές, υποθέσεις άλλων). ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς [< μεσν. αμπελοχώραφα] | |
| 2693 | αμπελώνας | [ἀμπελώνας] α-μπε-λώ-νας ουσ. (αρσ.): (επίσ.) κτήμα ή μεγάλη έκταση όπου καλλιεργούνται αμπέλια: βιολογικοί/ορεινοί ~ες. Βλ. -ώνας. ΣΥΝ. αμπέλι (1) [< αρχ. ἀμπελών] | |
| 2694 | αμπέρ | [ἀμπέρ] α-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος (σύμβ. Α). Βλ. βατ, βολτ, μικρο~, μιλι~. [< γαλλ. ampère] | |
| 2695 | άμπερ αλέρτ | [ἄμπερ ἀλέρτ] ά-μπερ α-λέρτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα άμεσης και έγκαιρης δημόσιας κοινοποίησης και μετάδοσης πληροφοριών, που αφορά την εξαφάνιση παιδιών. Βλ. σίλβερ αλέρτ. [< αμερικ. Amber (ακρ. America's Missing Broadcast Emergency Response) Alert, 1997] | |
| 2696 | αμπερόμετρο | [ἀμπερόμετρο] α-μπε-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο που μετρά την ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος σε αμπέρ: αναλογικό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. ampèremètre] | |
| 2697 | αμπερώριο | [ἀμπερώριο] α-μπε-ρώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ηλεκτρικού συσσωρευτή σε ρεύμα (σύμβ. Ah). [< γαλλ. ampè re-heure] | |
| 2698 | αμπέχονο | [ἀμπέχονο] α-μπέ-χο-νο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. κοντό πανωφόρι με πολλά κουμπιά: χακί ~. Ντυμένος με ~ (= στρατιωτικό μπουφάν) και άρβυλα. Βλ. επενδύτης, χιτώνιο. [< αρχ. ἀμπέχονον ‘λεπτό πανωφόρι’, γαλλ. vareuse] | |
| 2699 | αμπιγιέ | [ἀμπιγιέ] α-μπι-γιέ επίθ. {άκλ.} & αμπιγέ: για ρούχα, παπούτσια ή αξεσουάρ κατάλληλα για επίσημη εμφάνιση: ~ φόρεμα.|| (ως επίρρ.) Οι καλεσμένοι ήρθαν ντυμένοι ~ (: επίσημα). Πβ. κυριλέ, στην τρίχα/πένα. ΑΝΤ. κάζουαλ, σπορ (2) [< γαλλ. habillé] | |
| 2700 | αμπιγιέρ, αμπιγιέζ | [ἀμπιγιέρ] α-μπι-γιέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & αμπιγέρ, αμπιγέζ: επαγγελματίας υπεύθυνος για την ένδυση και εμφάνιση κυρ. των ηθοποιών ή των μανεκέν. [< γαλλ. habilleur, -euse] | |
| 2701 | άμπιεντ | [ἄμπιεντ] ά-μπι-εντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής που ενσωματώνει στοιχεία από ποικίλα μουσικά είδη και επιδιώκει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ηρεμίας και χαλάρωσης. [< αγγλ. ambient (music), 1978] | |
| 2702 | αμπίρ | [ἀμπίρ] α-μπίρ επίθ./ουσ. {άκλ.}: σχέδιο φορέματος ή μακριάς μπλούζας που έχει ντεκολτέ και φαρδαίνει από το στήθος και κάτω: Τοπ/τουαλέτα σε γραμμή ~.|| (ως ουσ.) ~ (ενν. φόρεμα) για εγκύους. [< γαλλ. (style) Empire] | |
| 2703 | αμπλαούμπλας | [ἁμπλαούμπλας] α-μπλα-ού-μπλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο αδέξιο ή άχαρο στη συμπεριφορά και την εμφάνιση. Πβ. ασουλούπωτος. [< γαλλ. hâbleur] | |
| 2704 | άμποτε | [ἄμποτε] ά-μπο-τε επιφών. & άμποτες (λαϊκό-λογοτ.-ευχετ.): (+ να) είθε, μακάρι: ~ όλα να πάνε καλά! ~ να ζήσεις χρόνια πολλά (= ο Θεός να δώσει να ...). Βλ. αμήν και πότε, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί. [< μεσν. άμποτε] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ