| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2676 | αμπέλι | [ἀμπέλι] α-μπέ-λι ουσ. (ουδ.) {αμπελ-ιού | -ιών} 1. αμπελώνας και κατ' επέκτ. τα κλήματά του: ιδιόκτητα ~ια. Καλλιεργώ/ραντίζω/σκάβω/τρυγώ το ~. Το ~ θέλει θειάφισμα/κλάδεμα. Μαζεύω τα σταφύλια από τ' ~ια. Βλ. παλιάμπελο. 2. ΒΟΤ. κλήμα, αγγειόσπερμο αναρριχητικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Vitis vinifera) με καρπό το σταφύλι: αρρώστιες (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα)/βιολογική καλλιέργεια/ποικιλίες ~ιών. Φύλλα ~ιού (= αμπελόφυλλα). ΣΥΝ. άμπελος (1) ● Υποκ.: αμπελάκι (το) ● ΦΡ.: έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς, ξέφραγο αμπέλι βλ. ξέφραγος, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί [< μεσν. αμπέλι(ν)] | |
| 2677 | αμπελοειδή | [ἀμπελοειδῆ] α-μπε-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οικογένεια φυτών η οποία περιλαμβάνει διάφορα είδη αμπέλου. | |
| 2678 | αμπελοκαλλιέργεια | [ἀμπελοκαλλιέργεια] α-μπε-λο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια αμπελιού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα αμπέλια που καλλιεργούνται σε αυτές: βιολογική ~. Εδάφη κατάλληλα για ~. Πβ. αμπελουργία.|| Ο περονόσπορος κατέστρεψε τις ~ες. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 2679 | αμπελοκαλλιεργητής | [ἀμπελοκαλλιεργητής] α-μπε-λο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καλλιεργητής αμπελιού. Πβ. αμπελουργός. Βλ. τρυγητής. | |
| 2680 | αμπελοοινικός | , ή, ό [ἀμπελοοινικός] α-μπε-λο-οι-νι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται στην αμπελουργία και την οινοποιία: ~ός: κλάδος.~ές: ζώνες/περιοχές. ~ά: αποστάγματα.|| (ως ουσ.) Νέος κανονισμός για τα ~ά (ενν. προϊόντα). | |
| 2681 | αμπελοπούλι | [ἀμπελοπούλι] α-μπε-λο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Sylvia atricapilla με φτέρωμα σκούρο γκρι από πάνω και ανοιχτό γκρι-λαδί από κάτω. ΣΥΝ. Μαυροσκούφης. Βλ. τσιροβάκος, -πούλι. | |
| 2682 | άμπελος | [ἄμπελος] ά-μπε-λος ουσ. (θηλ.) {αμπέλ-ου | -ων} 1. ΒΟΤ. αμπέλι, κλήμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το κλήμα ως χριστιανικό σύμβολο και η αναπαράστασή του: Γλυπτός διάκοσμος από ~ο με κληματίδες. Δίσκος με ελισσόμενη ~ο. [< αρχ. ἄμπελος] | |
| 2683 | αμπελουργία | [ἀμπελουργία] α-μπε-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΡΓ. αμπελοκαλλιέργεια: βιολογική ~. ~-οινοποιία. 2. ΓΕΩΠ. επιστημονική μελέτη του αμπελιού: γενική/ειδική/πρακτική ~. Δενδροκομία/οινολογία και ~. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἀμπελουργία] | |
| 2684 | αμπελουργικός | , ή, ό [ἀμπελουργικός] α-μπε-λουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αμπελουργία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: περίοδος/περιοχή. [< αρχ. ἀμπελουργικός] | |
| 2685 | αμπελουργός | [ἀμπελουργός] α-μπε-λουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) γεωργός που καλλιεργεί αμπέλια: ~ και οινοπαραγωγός. Πβ. αμπελοκαλλιεργητής. Βλ. -ουργός1. 2. ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Emberiza melanocephala) με μαύρο κεφάλι, καστανή ράχη και σκέτο κίτρινο κάτω μέρος του σώματος. [< 1: αρχ. ἀμπελουργός] | |
| 2686 | αμπελοφάσουλα | [ἀμπελοφάσουλα] α-μπε-λο-φά-σου-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αμπελοφάσουλο}: ΒΟΤ. φασολάκια στενόμακρου σχήματος: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστά/γιαχνί/σαλάτα. Βλ. μαυρομάτικα (φασόλια). | |
| 2687 | αμπελοφιλοσοφία | [ἀμπελοφιλοσοφία] α-μπε-λο-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (συχνά μειωτ.-ειρων.): επιφανειακός, σοβαροφανής και κοινότοπος λόγος: (εμφατ.) Άσε τις ~ες και μπες στο ψητό (πβ. φιλοσοφία). ΣΥΝ. ψευτοφιλοσοφία | |
| 2688 | αμπελοφιλόσοφος | [ἀμπελοφιλόσοφος] α-μπε-λο-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αμπελοφιλοσοφεί. ΣΥΝ. ψευτοφιλόσοφος | |
| 2689 | αμπελοφιλοσοφώ | [ἀμπελοφιλοσοφῶ] α-μπε-λο-φι-λο-σο-φώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: διατυπώνω αμπελοφιλοσοφίες: Καθόταν με τις ώρες στο καφενείο και ~ούσε. | |
| 2690 | αμπελόφυλλα | [ἀμπελόφυλλα] α-μπε-λό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αμπελόφυλλο}: ΜΑΓΕΙΡ. φύλλα του αμπελιού: ντολμαδάκια με ~. Αρνάκι/χοιρινό με ~ (: τυλιγμένα με αυτά). ~ σε άλμη.|| (σε συνταγές) Γεμίζουμε/ζεματίζουμε/τυλίγουμε τα ~. Βλ. λαχανόφυλλα. ΣΥΝ. κληματόφυλλα [< μτγν. ἀμπελόφυλλον] | |
| 2691 | αμπελόφυτος | , η, ο [ἀμπελόφυτος] α-μπε-λό-φυ-τος επίθ.: που έχει φυτευτεί με αμπέλια. Βλ. -φυτος. [< μτγν. ἀμπελόφυτος] | |
| 2692 | αμπελοχώραφα | [ἀμπελοχώραφα] α-μπε-λο-χώ-ρα-φα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): χωράφια φυτεμένα με αμπέλια· γενικότ. κτηματική περιουσία. ● αμπελοχώραφο (το): (μτφ.-μειωτ.) ιδιοκτησία: Το πανεπιστήμιο/η χώρα δεν είναι ~ κανενός. ● ΦΡ.: μπαίνω στα αμπελοχώραφα κάποιου: επεμβαίνω σε έργο ή μπαίνω σε χώρο που ανήκει σε άλλον: Μην μπαίνεις σε ξένα ~ (= μην ανακατεύεσαι σε δουλειές, υποθέσεις άλλων). ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς [< μεσν. αμπελοχώραφα] | |
| 2693 | αμπελώνας | [ἀμπελώνας] α-μπε-λώ-νας ουσ. (αρσ.): (επίσ.) κτήμα ή μεγάλη έκταση όπου καλλιεργούνται αμπέλια: βιολογικοί/ορεινοί ~ες. Βλ. -ώνας. ΣΥΝ. αμπέλι (1) [< αρχ. ἀμπελών] | |
| 2694 | αμπέρ | [ἀμπέρ] α-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος (σύμβ. Α). Βλ. βατ, βολτ, μικρο~, μιλι~. [< γαλλ. ampère] | |
| 2695 | άμπερ αλέρτ | [ἄμπερ ἀλέρτ] ά-μπερ α-λέρτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα άμεσης και έγκαιρης δημόσιας κοινοποίησης και μετάδοσης πληροφοριών, που αφορά την εξαφάνιση παιδιών. Βλ. σίλβερ αλέρτ. [< αμερικ. Amber (ακρ. America's Missing Broadcast Emergency Response) Alert, 1997] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ