| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35723 | οδοντοστοματολογία | [ὀδοντοστοματολογία] ο-δο-ντο-στο-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και τις παθήσεις των δοντιών και της στοματικής κοιλότητας. Βλ. -λογία. [< γαλλ. odontostomatologie, 1955] | |
| 35724 | οδοντοστοματολογικός | , ή, ό [ὀδοντοστοματολογικός] ο-δο-ντο-στο-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οδοντοστοματολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: εξέταση/κατάσταση. ~ά: ευρήματα. | |
| 35725 | οδοντοτεχνία | [ὀδοντοτεχνία] ο-δο-ντο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): οδοντοτεχνική. Βλ. -τεχνία. | |
| 35726 | οδοντοτεχνική | [ὀδοντοτεχνική] ο-δο-ντο-τε-χνι-κή ουσ. (θηλ.): το σύνολο των τεχνικών κατασκευής και επιδιόρθωσης τεχνητών οδοντοστοιχιών ή οδοντικών υποκαταστάτων και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος ή οι σπουδές: ~ πορσελάνης. Κερί για την ~. Δίπλωμα/ΤΕΙ ~ής. ΣΥΝ. οδοντική τεχνολογία. [< αγγλ. dental technology] | |
| 35727 | οδοντοτεχνικός | , ή, ό [ὀδοντοτεχνικός] ο-δο-ντο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οδοντοτεχνία: ~ή: σχολή. ~ές: εργασίες. ~ά: είδη/εργαστήρια/μηχανήματα/υλικά. | |
| 35728 | οδοντοτεχνικός | [ὀδοντοτεχνικός] ο-δο-ντο-τε-χνι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): οδοντοτεχνίτης. | |
| 35729 | οδοντοτεχνίτης | [ὀδοντοτεχνίτης] ο-δο-ντο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. οδοντεχνίτρια}: ειδικός στην οδοντοτεχνική: οδοντίατρος-~. Βλ. -τεχνίτης. [< γερμ. Zahntechniker] | |
| 35730 | οδοντότσιχλα | [ὀδοντότσιχλα] ο-δο-ντό-τσι-χλα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τσίχλα. | |
| 35731 | οδοντοφατνιακός | , ή, ό [ὀδοντοφατνιακός] ο-δο-ντο-φατ-νι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα δόντια και τα φατνία που τα περιβάλλουν: ~ή: χειρουργική. ~ό: απόστημα. [< αγγλ. dentoalveolar] | |
| 35732 | οδοντοφόρος | , ος, ο [ὀδοντοφόρος] ο-δο-ντο-φό-ρος επίθ.: που εμπεριέχει ή φέρει δόντια: (ΙΑΤΡ.) ~ος: κύστη (: που περικλείει τη μύλη πριν ανατείλει το δόντι και προσκολλάται στον αυχένα του).|| (ΖΩΟΛ.) ~ος: φάλαινα. Βλ. -φόρος. [< μτγν. ὀδοντοφόρος] | |
| 35733 | οδοντοφυΐα | [ὀδοντοφυΐα] ο-δο-ντο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ανατολή και σταδιακή ανάπτυξη των δοντιών: μικτή/μόνιμη (: σε ηλικία έξι ετών)/νεογιλή ή παιδική (: από τον έκτο μήνα)/(περιοδοντικά) υπολειπόμενη ~ .|| Δακτύλιοι/κρίκοι ~ας (βρεφικό μασητικό παιχνίδι). Βλ. -φυΐα. ΣΥΝ. οδοντογένεση [< αρχ. ὀδοντοφυΐα] | |
| 35734 | οδόντωμα | [ὀδόντωμα] ο-δό-ντω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος που προσβάλλει τους οδοντικούς ιστούς: σύνθετο ~. Βλ. -ωμα2. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) σκληρή συνήθ. προεξοχή εξαρτήματος και κατ' επέκτ. οδόντωση: Γρανάζια μηχανών και ~ώματα.|| Πριόνι με λεπτό ~. [< 1: γαλλ.-αγγλ. odontome] | |
| 35735 | οδόντωση | [ὀδόντωση] ο-δό-ντω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οι οδοντωτές εγκοπές που εμφανίζει ή σχηματίζει η επιφάνεια ενός αντικειμένου: (ΤΕΧΝΟΛ.) αραιή/διακεκομμένη/εξωτερική/εσωτερική/λοξή/πλάγια ~. Τροχοί με ευθεία/κεκλιμένη ~. ~ γραναζιού/πριονιού. Βήμα/κοπή/κύλιση ~ώσεων. Βλ. αυλάκ-, πτύχ-ωση.|| ~ γραμματοσήμου/κερμάτων. (ΓΕΩΜΟΡΦ.) Η ~ της ακτογραμμής (: οι προεξοχές της προς τη θάλασσα). ~ώσεις φυλλαρίων. 2. ΑΝΑΤ. το σύνολο των δοντιών ανθρώπου ή ζώου. [< 1: μτγν. ὀδόντωσις, γερμ. Zahnung, Zähnung 2: γαλλ. denture] | |
| 35736 | οδοντωτός | , ή, ό [ὀδοντωτός] ο-δο-ντω-τός επίθ.: που εμφανίζει οδόντωση: ~ός: άξονας/ιμάντας/κανόνας (βλ. κρεμαγιέρα)/τροχός (= γρανάζι). ~ή: γραμμή/λεπίδα/ράβδος/σπάτουλα/ταινία (: ως αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο). ~ό: μαχαίρι. ~ά: φύλλα. Πβ. πριονωτός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: μυς/πυρήνας. ● επίρρ.: οδοντωτά ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντωτός σιδηρόδρομος & (προφ.) οδοντωτός (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο): σιδηρόδρομος με οδοντωτή ράγα στο κέντρο του, η οποία εφαρμόζει σε οδοντωτό τροχό, για να εξασφαλίσει καλύτερο κράτημα των βαγονιών. [< μτγν. ὀδοντωτός] | |
| 35737 | οδοποιία | [ὁδοποιία] ο-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. χάραξη, κατασκευή και συντήρηση οδικού δικτύου· συνεκδ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος ή οι σπουδές: αγροτική/δασική/δημοτική/επαρχιακή/εσωτερική ~. ~ οικισμού/πόλης. Βελτίωση/έργα/εργασίες/μελέτες/μηχανήματα/υλικά ~ας. Ταμείο Εθνικής ~ας (ακρ. ΤΕΟ). Βλ. -ποιία. [< αρχ. ὁδοποιία] | |
| 35738 | οδοποιός | [ὁδοποιός] ο-δο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μηχανικός ειδικευμένος στην οδοποιία. Βλ. -ποιός. [< αρχ. ὁδοποιός ‘κατασκευαστής δρόμων’] | |
| 49964 | οδός | , η, ο τε-θλα-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που σχηματίζει γωνίες: (ΓΕΩΜ.) ~η: επιφάνεια.|| ~η: διαδρομή. Πβ. ζιγκ-ζαγκ. ● Ουσ.: τεθλασμένη (η): ΓΕΩΜ. πολυγωνική γραμμή που αποτελείται από ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία δεν βρίσκονται στην ίδια ευθεία: ανοιχτή ~. Απλή κλειστή ~ (= πολύγωνο). Οι κορυφές/πλευρές της ~ης. Βλ. καμπύλη. [< μτγν. τεθλασμένη, γαλλ. (ligne) brisée] ● ΦΡ.: διά της πλαγίας/τεθλασμένης οδού βλ. οδός [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. θλῶ ‘συνθλίβω, σπάζω’] | |
| 35739 | οδός | [ὁδός] ο-δός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δρόμος: αγροτική/δευτερεύουσα/εμπορική/κεντρική/κοινοτική/κύρια/παραλιακή/περιμετρική ~. ~ ανεφοδιασμού/διέλευσης/παράκαμψης. Ανάπλαση/αποκατάσταση/ασφαλτόστρωση/βελτίωση/διάνοιξη/διαπλάτυνση/επέκταση/μονοδρόμηση/πεζοδρόμηση ~ού. Καθαρισμός/πινακίδες σήμανσης (: οδοσήμανση)/φωτισμός ~ών. Επαρχιακή ~ (: που συνδέει κωμοπόλεις ή χωριά). Η ~ Ακαδημίας. Η Εγνατία ~. Αρίθμηση/μετονομασία/ονοματοθεσία ~ού. Τμήμα ~ού κλειστό λόγω εργασιών. Κατοικία επί/στο ύψος της ~ού ... Αναζήτηση ~ού σε χάρτη. Μένει στην ~ό ... Το κτίριο βρίσκεται στη συμβολή των ~ών ...|| (Φυσική) υδάτινη ~ός. (: κανάλι, δίαυλος). 2. (μτφ.) τρόπος δράσης, το σύνολο των μεθόδων και τακτικών που ακολουθούνται για την επίτευξη στόχου, καθώς και η ίδια η πορεία προς αυτόν: εναλλακτική/επίσημη/λανθασμένη/νόμιμη/συναινετική ~. Η μόνη ~ επίλυσης των διαφορών τους είναι η δικαστική. Η επιχείρηση βαδίζει στην ~ό της επιτυχίας.|| Η ~ της αγάπης/αλήθειας/πίστης. Η ~ του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης. 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. δίοδος, πέρασμα που επιτρέπει την κυκλοφορία ουσίας στον οργανισμό: (γαστρ)εντερική/μεταβολική/οπτική/ουροφόρος/πεπτική (: σωλήνας)/χοληφόρος ~. Η εκφορητική ~ του ήπατος. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική οδός & (προφ.) εθνική: μεγάλος δημόσιος αυτοκινητόδρομος που συνδέει τις βασικές πόλεις και τους συγκοινωνιακούς κόμβους μεταξύ τους: ~ ~ Αθηνών-Κορίνθου/-Λαμίας., οδός πρόσβασης/προσπέλασης 1. δρόμος αστικού ή επαρχιακού δικτύου που το συνδέει με μια οδό ταχείας κυκλοφορίας. 2. δευτερεύων βοηθητικός δρόμος ο οποίος ενώνει εγκαταστάσεις, κτίρια ή χώρους με τις κεντρικές οδικές αρτηρίες που οδηγούν σε αυτούς. [< αγγλ. access road] , οδός προτεραιότητας: ειδικά χαρακτηρισμένη και σημασμένη, στην οποία τα οχήματα έχουν προτεραιότητα έναντι των εισερχόμενων από άλλες οδούς: τέλος ~ού ~., οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας: στον οποίο τα αυτοκίνητα έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν μεγάλη ταχύτητα., αεροφόρος οδός βλ. αεροφόρος, αναπνευστική οδός βλ. αναπνευστικός, βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος βλ. βασιλικός, ευθεία οδός βλ. ευθύς, ο δρόμος του μαρτυρίου βλ. μαρτύριο, ο δρόμος/η οδός του μεταξιού βλ. μετάξι, οδός αναπαύσεως βλ. ανάπαυση, οδός/έξοδος διαφυγής βλ. διαφυγή, περιφερειακή (οδός/λεωφόρος)/περιφερειακός (δρόμος) βλ. περιφερειακός ● ΦΡ.: διά της πλαγίας/τεθλασμένης οδού (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): με έμμεσο τρόπο: Απάντησε/έμαθε τα νέα ~ ~.|| (κατ' επέκτ., με παραβίαση της νόμιμης διαδικασίας:) Διορίστηκε/πήραν την επιχορήγηση ~ ~. ΣΥΝ. με πλάγια μέσα, εν μέση οδώ [ἐν μέσῃ ὀδῷ] (λόγ.): στη μέση του δρόμου και κατ' επέκτ. ενώπιον όλων: Aπόμεινε, ~ ~, να χαζεύει αμήχανος.|| Του επιτέθηκε ~ ~., καθ' οδόν (λόγ.): προχωρώντας, στον δρόμο, κατά την πορεία: ~ ~ προς την πόλη. Βρίσκω/συναντώ κάποιον ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ προς τη νέα χρονιά αναμένονται αλλαγές. Η αναδιάρθρωση της εταιρείας είναι ~ ~., ανά τας οδούς και τας ρύμας βλ. ρύμη, η οδός της απωλείας βλ. απώλεια, μέση οδός/λύση βλ. μέσος, μέσω/διά της διπλωματικής οδού βλ. διπλωματικός, ο δρόμος/η οδός της αρετής/του Κυρίου βλ. αρετή [< αρχ. ὁδός] | |
| 35740 | οδοσήμανση | [ὁδοσήμανση] ο-δο-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σήμανση των δρόμων με τη χρήση οδικών σημάτων: οριζόντια ~ (= διαγράμμιση). Πινακίδες ~ης. Βλ. σηματοδότηση, φωτοσήμανση. | |
| 35741 | οδόσημο | [ὁδόσημο] ο-δό-ση-μο ουσ. (ουδ.): οδικό σήμα· οδοδείκτης. Βλ. -σημο. [< αγγλ. signpost] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ