Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36400-36420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35742οδόστρωμα[ὁδόστρωμα] ο-δό-στρω-μα ουσ. (ουδ.) {οδοστρώμ-ατος}: η επιφάνεια του δρόμου που είναι στρωμένη με τα κατάλληλα υλικά, ώστε να καθίσταται δυνατή η κίνηση των οχημάτων: αντιολισθητικό/ανώμαλο/ασφάλτινο/βρεγμένο/επικίνδυνο/λείο/ολισθηρό/παγωμένο/στεγνό ~. (Ανα)κατασκευή/αποκατάσταση/βελτίωση/βλάβες/διαπλάτυνση/επισκευή/καθίζηση/κακοτεχνίες/κατάληψη/κλίση/συντήρηση/υποχώρηση/φθορά ~ατος. Ανακλαστήρες ~ατος (: υποκατάστατο διαγράμμισης ή συνοδευτική σήμανση. Πβ. μάτια γάτας). Πβ. άσφαλτος.|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) ~ πίστας (αγώνων). ΣΥΝ. κατάστρωμα (3) [< γερμ. Straßenbelag]
35743οδοστρωσία[ὁδοστρωσία] ο-δο-στρω-σί-α ουσ. (θηλ.) & οδόστρωση (επίσ.): επίστρωση δρόμου: ~-ασφαλτόστρωση. Εργασίες οδοποιίας-~ας. [< μτγν. ὁδοστρωσία ‘στρώσιμο δρόμων με πέτρες’]
35744οδοστρωτήρας[ὁδοστρωτήρας] ο-δο-στρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό όχημα με μεγάλους μεταλλικούς κυλίνδρους στη θέση των τροχών το οποίο χρησιμοποιείται στην οδοποιία: αυτοκινούμενος/δονητικός/στατικός ~. ~ με αλυσίδα. Βλ. -τήρας. 2. (μτφ.) αυτός που έχει την απόλυτη κυριαρχία ή καταστρέφει ολοσχερώς κάτι: μεταρρύθμιση-~ (πβ. σκούπα). Ο ~ της εξέλιξης. Ο ~ του κέρδους και της εκμετάλλευσης.|| (για πρόσ.) Μπούκαρε στο σαλόνι σαν ~ και τα έσπασε όλα. Πβ. σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι περνάει/σαρώνει σαν οδοστρωτήρας: εξαιτίας της μεγάλης του δύναμης εκμηδενίζει αδιακρίτως τα πάντα: (σε ομαδικό άθλημα) Η εθνική μας πέρασε ~ πάνω από την αντίπαλη ομάδα. [< γαλλ. rouleau]
35745οδούς[ὀδούς] ο-δούς ουσ. (αρσ.) {οδόντες} (αρχαιοπρ.): δόντι. ● ΣΥΜΠΛ.: νεογιλά δόντια βλ. νεογιλός ● ΦΡ.: οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος) βλ. οφθαλμός [< αρχ. ὀδούς]
35746οδόφραγμα[ὁδόφραγμα] ο-δό-φραγ-μα ουσ. (ουδ.) {οδοφράγμ-ατα}: αυτοσχέδιο οχύρωμα για τον αποκλεισμό δρόμων: ~ατα ασφαλείας/ελέγχου/περιφρούρησης. ~ατα και οδομαχίες. Οι εξεγερμένοι έστησαν/ύψωσαν ~ατα.|| (μτφ.) Εσωκομματικά ~ατα (: εμπόδια). [< γαλλ. barricade]
35747οδοφωτισμός[ὀδοφωτισμός] ο-δο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): τεχνητός φωτισμός δρόμων: δημοτικός ~. ~ εθνικής οδού/υπόγειων διαβάσεων και σηράγγων. Ιστοί/κολόνες/πυλώνες ~ού. Βλ. φωτοσήμανση.
35748ΟΔΥ(ο) 1. Οδηγός Δημοσίων Υπηρεσιών. 2. Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών (συνήθ. σε πανεπιστημιακά ιδρύματα).
35749οδύνη[ὀδύνη] ο-δύ-νη ουσ. (θηλ.): έντονη θλίψη, μεγάλος ψυχικός πόνος: υπαρξιακή ~. Η ~ της απώλειας/για τον θάνατο αγαπημένου προσώπου. Θρήνος/οργή/σοκ και ~ για τα θύματα ... Εξέφρασε τη(ν) αβάσταχτη/βαθύτατη ~ του για ... Σε ατμόσφαιρα συγκίνησης και ~ης το ύστατο χαίρε προς ... Πβ. σπαραγμός, συντριβή. ΣΥΝ. άλγος ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχική οδύνη: ΝΟΜ. ψυχικός πόνος που προκαλείται σε κάποιον εξαιτίας της προσβολής νόμιμου αγαθού που ανήκει σε αυτόν ή σε προσφιλές του πρόσωπο: αποζημίωση/μήνυση για ~ ~. Διεκδικεί χρηματική ικανοποίηση για την ~ ~ που υπέστη. Βλ. ηθική βλάβη. [< αρχ. ὀδύνη]
35750οδυνηρός, ή, ό [ὀδυνηρός] ο-δυ-νη-ρός επίθ. 1. που προκαλεί έντονο ψυχικό ή/και σωματικό πόνο, επώδυνος: ~ός: θάνατος/τοκετός/χωρισμός. ~ή: ανάμνηση/απώλεια/ασθένεια/δοκιμασία/εμπειρία. Πβ. πολυώδυνος. Βλ. σπαρακτικός. ΣΥΝ. αλγεινός ΑΝΤ. ανώδυνος (1) 2. (μτφ.-επιτατ.) που έχει σοβαρές επιπτώσεις: ~ός: αποκλεισμός (της ομάδας)/συμβιβασμός. ~ή: αλήθεια/αποκάλυψη/απόφαση/έκπληξη/ήττα. ~ό: λάθος. ~ές: διαπιστώσεις. ~ά: μέτρα. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: οδυνηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὀδυνηρός]
35751οδυρμός[ὀδυρμός] ο-δυρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ξέσπασμα σε γοερούς λυγμούς, σπαραγμός: πόνος, θλίψη και ~. Πβ. κοπετός, οιμωγή. ΣΥΝ. ολολυγμός, ολοφυρμός ● ΦΡ.: θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός & κλαυθμός και οδυρμός (ΚΔ): εξωτερίκευση μεγάλης ψυχικής οδύνης. [< αρχ. ὀδυρμός]
35752οδύρομαι[ὀδύρομαι] ο-δύ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: εκφράζω ψυχική οδύνη, θρηνώ: ~εται για τον πρόωρο χαμό του φίλου του. Πβ. δέρνομαι. ΣΥΝ. ολοφύρομαι ● ΦΡ.: κλαίω και οδύρομαι/χτυπιέμαι: κλαίω γοερά, απαρηγόρητα: ~ει και ~εται για το κακό που έπαθε. [< αρχ. ὀδύρομαι]
35753οδύσσεια[ὀδύσσεια] ο-δύσ-σει-α ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): αναζήτηση ή περιπλάνηση που συνήθ. χαρακτηρίζεται από περιπέτειες, δυσκολίες· μεγάλη ταλαιπωρία: καθημερινή/πνευματική/προσωπική ~. Ζει/περνά τη δική του ~. Η ~ των ανέργων συνεχίζεται. Σύγχρονες ~ες των προσφύγων.|| (ειρων.) Γραφειοκρατική ~. [< αρχ. Ὀδύσσεια, γαλλ. odyssée, αγγλ. odyssey]
35754οδυσσειακός, ή, ό [ὀδυσσειακός] ο-δυσ-σει-α-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στο ομηρικό έπος της Οδύσσειας: ~ός: μύθος. ~ή: περιπλάνηση/ραψωδία.|| ~ά: συνέδρια. [< μτγν. ὀδυσσειακός]
35755οδωνυμικός, ή, ό [ὁδωνυμικός] ο-δω-νυ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα οδωνύμια. Βλ. -ωνυμικός. ● Ουσ.: οδωνυμικό (το): όνομα οδού: ~ά της Θεσσαλονίκης. Βλ. ανθρωπ-, τοπ-ωνυμικό.
35756οδωνύμιο[ὁδωνύμιο] ο-δω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΛΩΣΣ. όνομα οδού. Βλ. -ωνύμιο.
35757ΟΕ(η): Ομόρρυθμη Εταιρεία.
35758ΟΕΑΣ(ο): Οργανισμός Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Συνεργασίας.
35759ΟΕΕ1. (ο) (παλαιότ.) Οργανισμός Εργατικής Εστίας. 2. (το) Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας.
35760ΟΕΚ(ο) (παλαιότ.): Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας.
35761ΟΕΜΚΟΕ(η): Ομοσπονδία Εθελοντικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων Ελλάδος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.