| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35762 | όζαινα | [ὄζαινα] ό-ζαι-να ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατροφική ρινίτιδα που χαρακτηρίζεται από σχηματισμό εφελκίδων στον βλεννογόνο και δυσοσμία: χρόνια ~. [< μτγν. ὄζαινα, αγγλ. ozena] | |
| 35763 | όζει | [ὄζει] ό-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.) 1. μυρίζει άσχημα: Ο ποταμός ~ από τα βιομηχανικά λύματα. Πβ. ζέχνω.|| (μτφ.) Υπόθεση που ~. Πβ. βρομά(ει). 2. (συνήθ.+ γεν.) (μτφ.) φανερώνει, μαρτυρά: Κοινωνία που ~ διαφθοράς. Βλ. βρίθει. [< 1: αρχ. ὄζω ‘αναδίδω ωραία ή άσχημη οσμή’] | |
| 35764 | οζοκηρίτης | [ὀζοκηρίτης] ο-ζο-κη-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό κερί, μείγμα υδρογονανθράκων, που δημιουργείται από τη στερεοποίηση του πετρελαίου. Βλ. -ίτης2, παραφίνη. [< αγγλ. ozocerite, γαλλ. ozocérite] | |
| 35765 | όζον | [ὄζον] ό-ζον ουσ. (ουδ.) {όζ-οντος}: ΧΗΜ. ασταθές, δύσοσμο αέριο γαλάζιου χρώματος το οποίο αποτελεί αλλοτροπική, τριατομική μορφή του οξυγόνου (σύμβ. O₃) και βρίσκεται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας: ~ της στρατόσφαιρας (: καλό ~)/τροπόσφαιρας (: κακό ~). Ασπίδα/ζώνη/καταστροφή/μέτρηση/τιμές του ~οντος. Το ~ ως ισχυρό οξειδωτικό μέσο. Αύξηση ρεκόρ (των επιπέδων) του ~οντος. Βλ. φαινόμενο του θερμοκηπίου.|| (ΙΑΤΡ.) Η θεραπεία με ~ (= οζονοθεραπεία) ως εναλλακτική αγωγή κατά του καρκίνου. ● ΣΥΜΠΛ.: στρώμα/στιβάδα του όζοντος: ΜΕΤΕΩΡ. ανώτερο στρώμα της στρατόσφαιρας στο οποίο παρατηρείται υψηλή συγκέντρωση όζοντος, απαραίτητη για την απορρόφηση της υπεριώδους ακτινοβολίας. ΣΥΝ. οζονόσφαιρα [< αγγλ. ozone layer, 1927] , τρύπα του όζοντος: ΜΕΤΕΩΡ. μείωση της συγκέντρωσης του όζοντος σε μια περιοχή της στρατόσφαιρας με αποτέλεσμα την είσοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας: Η ~ ~ μεγαλώνει πάνω από την Ανταρκτική. Βλ. χλωροφθοράνθρακες. [< αγγλ. ozone hole, 1986] [< γερμ. Ozon < ουδ. μτχ. εν. του ρ. ὄζω, αγγλ.-γαλλ. ozone] | |
| 35766 | οζονισμός | [ὀζοντισμός] ο-ζο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) οζοντισμός: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επεξεργασία με όζον, κυρ. για την απολύμανση του νερού: Συσκευή ~ού (= οζονιστήρας). Βλ. -ισμός. [< αγγλ. ozonization, γαλλ. ozonisation] | |
| 35767 | οζονιστήρας | [ὀζονιστήρας] ο-ζο-νι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αντιδραστήρας παραγωγής όζοντος: ~ νερού. ~ες για απολύμανση χώρων. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. ozonizer] | |
| 35768 | οζονοθεραπεία | [ὀζονοθεραπεία] ο-ζο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπεία με όζον. Βλ. -θεραπεία. | |
| 35769 | οζονόσφαιρα | [ὀζονόσφαιρα] ο-ζο-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) & οζοντόσφαιρα: ΜΕΤΕΩΡ. στρώμα/στιβάδα του όζοντος. [< αγγλ. ozonosphere, 1933, γαλλ. ozonosphère, περ. 1950] | |
| 35770 | όζος | [ὄζος] ό-ζος ουσ. (αρσ.) {όζων} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. φυσιολογικός ή παθολογικός όγκος, μόρφωμα: θερμός/κακοήθης/καλοήθης/μονήρης/πνευμονικός/ψυχρός ~. Πολλαπλοί/υποδόριοι ~οι. Βιοψία/παρακέντηση/ψηλάφηση ~ου. ~ του θυροειδούς αδένα. Οι περισσότεροι ~οι είναι μη καρκινικοί.|| (σπάν.) ~οι φωνητικών χορδών (: κάλοι). Πβ. κόμπος, ρόζος. 2. ΒΟΤ. κάθε εξόγκωμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια φυτού. Πβ. μάτι, οφθαλμός, ρόζος. Βλ. κόνδυλος, φυμάτιο. ● Υποκ.: οζίδιο (το): κυρ. στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. [< αγγλ. nodule] [< 2: αρχ. ὄζος] | |
| 35772 | οζώδης | , ης, ες [ὀζώδης] ο-ζώ-δης επίθ. {οζώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εμφανίζει όζους: ~ης: βρογχοκήλη/σκλήρυνση (: σπάνια γενετική διαταραχή που ευθύνεται για τη δημιουργία μη καρκινικών όγκων στον εγκέφαλο και σε άλλα όργανα του σώματος)/υπερπλασία. ~ες: ερύθημα (: πάθηση που προκαλεί φλεγμονή του υποδόριου λίπους του δέρματος)/λέμφωμα/μελάνωμα. ~εις: (πνευμονικές) σκιάσεις. Βλ. -ώδης. [< μτγν. ὀζώδης, γαλλ. tubéreux] | |
| 35773 | ΟΗΕ | (ο): Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Βλ. ΗΕ, UN. | |
| 35774 | όθε | [ὅθε] ό-θε επίρρ. (λαϊκό): (από) όπου. [< μεσν. όθε] | |
| 35775 | όθεν | [ὃθεν] ό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. από όπου: ~ προκύπτει το ερώτημα ... Πβ. εξού. 2. κατά συνέπεια: Ο κανονισμός περιέχει ατέλειες· ~ παρακαλούμε όπως προταθεί αρμοδίως η τροποποίησή του. [< αρχ. ὅθεν ‘από εκεί, για ποιο λόγο ή αιτία’] | |
| 35776 | οθνείος | , α, ο [ὀθνεῖος] ο-θνεί-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): αλλοεθνής· ξενόφερτος: ~α: ήθη. Πβ. επείσακτος. [< αρχ. ὀθνεῖος] | |
| 35777 | οθόνη | [ὀθόνη] ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) {οθονών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. επιφάνεια ηλεκτρονικής συσκευής πάνω στην οποία προβάλλονται εικόνες ή/και δεδομένα· μόνιτορ: αναλογική/(κυρ. παλαιότ.) ασπρόμαυρη/διάφανη/έγχρωμη/επαγγελματική/επίπεδη/εύκαμπτη/θολωτή/κυρτή/μεγάλη/μεσαία/μικρή/πανοραμική/φθορίζουσα/φωτεινή/ψηφιακή ~. ~ αριθμομηχανής/θυροτηλεφώνου/κάμερας/μικροσκοπίου/ραντάρ/φωτογραφικής μηχανής. ~ ... ιντσών (: καθεμία από τις διαγωνίους της είναι ... ίντσες). Ασύρματο ακουστικό κινητού (τηλεφώνου) με ~. ~ ρυθμίσεων τζι-πι-ες. Ζυγαριά με ~. Τηλεόραση ευρείας ~ης. ~ες ελέγχου/μηδενικής κατανάλωσης/οροφής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραφικών. ~ υψηλής/χαμηλής ανάλυσης. Κάρτα (: βοηθητική πλακέτα που καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας και την ποιότητα της εικόνας)/περιστροφή (: από οριζόντια σε κατακόρυφη θέση)/φόντο (πβ. ταπετσαρία) ~ης. Βραχίονας/προστατευτικό φίλτρο ~ης. (ειδικότ.) Αναγνώστης και (εικονικό) πληκτρολόγιο ~ης (: βασικά εργαλεία τυφλού, χρήστη Η/Υ). 2. ΤΕΧΝΟΛ. άσπρη συνήθ. επιφάνεια απεικόνισης ή αναπαραγωγής φωτογραφιών ή κινηματογραφικών εικόνων· συνεκδ. κινηματογράφος ή τηλεόραση: Χωρίς τα γυαλιά μου δεν βλέπω τίποτα στην ~.|| Ο σκηνοθέτης επιστρέφει στην ~ με ένα σίριαλ/μια ταινία σχετικά με ... Η συνέχεια επί της ~ης/στις ~ες σας. Βλ. γιγαντο~, προτζέκτορας, σελιλόιντ. 3. ΝΑΥΤ. ύφασμα κατασκευής ιστίων. Πβ. μουσαμάς. 4. ΤΥΠΟΓΡ. πλαίσιο που χρησιμοποιείται στην μεταξοτυπία. ● Υποκ.: οθονίτσα, οθονούλα (η). ● ΣΥΜΠΛ.: η μεγάλη οθόνη (μτφ.): ο κινηματογράφος: μεταφορά δημοφιλούς βιβλίου στη ~ ~. Πβ. πανί. [< γαλλ. le grand écran], η μικρή οθόνη (μτφ.): η τηλεόραση. [< γαλλ. le petit écran], μπλε οθόνη (θανάτου): ΠΛΗΡΟΦ. μήνυμα σφάλματος που εμφανίζεται από τα λειτουργικά συστήματα (ιδ. τα Windows) στην οθόνη ενός υπολογιστή, όταν συμβεί κάποιο ανεπανόρθωτο λάθος, με σκοπό τη διακοπή λειτουργίας του και την αποτροπή βλάβης. [< αγγλ. blue screen of death, 1993], οθόνη αφής & επαφής: ΤΕΧΝΟΛ. που επιτρέπει την καταχώριση δεδομένων και την ενεργοποίηση λειτουργιών σε ηλεκτρονικές συσκευές και μηχανήματα με την αφή ή με γραφίδα· ειδικότ. περιφερειακή συσκευή εισόδου σε υπολογιστή, με τη βοήθεια της οποίας ο χρήστης μπορεί εύκολα να μεταβιβάσει την επιλογή του: χωρητική ~ ~. [< αγγλ. touch screen, 1974], οθόνη υγρών κρυστάλλων: ΤΕΧΝΟΛ. είδος λεπτής και επίπεδης οθόνης χαμηλής ισχύος που αποτελείται από πλέγμα κρυστάλλων των οποίων η ανακλαστικότητα ποικίλλει ανάλογα με την τάση που ασκείται σε αυτό: φωτιζόμενη ~ ~. ~ ~ σε αριθμομηχανή/κινητό τηλέφωνο/φορητό υπολογιστή/ψηφιακό ρολόι. Πληκτρολόγιο/τηλεχειριστήριο με ~ ~. Βλ. υπέρλεπτος. [< αγγλ. Liquid Crystal Display (Screen) (LCD), 1968], προφύλαξη οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα, συνήθ. αυτόματο, το οποίο ύστερα από διάστημα αδράνειας μαυρίζει την επιφάνεια οθόνης του υπολογιστή ή εμφανίζει σε αυτήν διαρκώς εναλλασσόμενη εικόνα, ώστε να εμποδίσει την καταστροφή του φωσφόρου της: Ρύθμιση του χρονικού διαστήματος, προτού ξεκινήσει η ~ ~. [< αγγλ. screen saver, 1981], στιγμιότυπο οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. εικόνα που καταγράφει ό,τι εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή σε μια συγκεκριμένη στιγμή: αποθήκευση ~ου ~ης σε κινητό τηλέφωνο. [< αγγλ. screenshot/screen capture], επιφάνεια οθόνης βλ. επιφάνεια, οθόνη πλάσματος βλ. πλάσμα, πανοραμική οθόνη βλ. πανοραμικός [< 1,2: αγγλ. screen, γαλλ. écran 3: αρχ. ὀθόνη ‘πανί ή λινό ύφασμα, ιστίο’] | |
| 35778 | οθωμανικός | , ή, ό [ὀθωμανικός] ο-θω-μα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Οθωμανούς Τούρκους: (ΙΣΤ.) ~ός: ζυγός. ~ή: αυτοκρατορία (1299-1922)/διοίκηση/δυναστεία/εξουσία/ιστορία/κατοχή/κυριαρχία/περίοδος. ~ό: καθεστώς. ~ά: λουτρά (πβ. χαμάμ)/μνημεία/φιρμάνια.|| ~ή: μουσική. ~ές: σπουδές. Πβ. τουρκικός. [< μεσν. Οθωμανός, γαλλ. ottoman] | |
| 35779 | οθωμανισμός | [ὀθωμανισμός] ο-θω-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. δόγμα το οποίο αποσκοπούσε να εντάξει όλες τις εθνότητες της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε ενιαίο έθνος. Βλ. -ισμός. | |
| 35780 | οθώνειος | , α, ο [ὀθώνειος] ο-θώ-νει-ος επίθ.: οθωνικός. | |
| 35781 | οθωνικός | , ή, ό [ὀθωνικός] ο-θω-νι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τον Όθωνα, πρώτο βασιλιά της νεότερης Ελλάδας: ~ή: περίοδος (: 1832-1862). ~ό: πανεπιστήμιο (: σήμερα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακρ. ΕΚΠΑ). | |
| 35782 | οι | βλ. ο, η, το |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ