Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36440-36460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35783όι[ὄι] ό-ι επιφών. (λαϊκό-συνήθ. επαναλαμβανόμενο): για δήλωση ψυχικού ή σωματικού πόνου: ~ ~ δουλειά που μας περιμένει! Βλ. άι. [< μεσν. όι]
35785οιακοστρόφος[οἰακοστρόφος] οι-α-κο-στρό-φος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΝΑΥΤ. τιμονιέρης πλοίου. Πβ. πηδαλιούχος. 2. (μτφ.) χαρισματικός, εκκλησιαστικός κυρ. ηγέτης: ο ~ της Οικουμενικής Καθέδρας. [< 1: αρχ. οἰακοστρόφος]
35786οίαξ[οἴαξ] οί-αξ ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): ΝΑΥΤ. δοιάκι, λαγουδέρα. [< αρχ. οἴαξ]
35787οίδα[οἶδα] οί-δα ρ. (μτβ.) (αρχαιοπρ.): γνωρίζω. Μόνο στις ● ΦΡ.: τις οίδε;: για δήλωση άγνοιας: ~ ~ για πόσον καιρό ακόμη θα ... Πβ. ποιος ξέρει;, εν οίδα ότι ουδέν οίδα βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, Κύριος οίδε βλ. Κύριος, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι βλ. ποιώ, ουκ οίδα τον άνθρωπο βλ. ουκ [< αρχ. οἶδα]
35788οίδημα[οἴδημα] οί-δη-μα ουσ. (ουδ.) {οιδήμ-ατος}: ΙΑΤΡ. παθολογική διόγκωση σε τμήμα του σώματος λόγω συγκέντρωσης υγρού σε μεσοκυττάριους χώρους: εγκεφαλικό/ήπιο/κυστοειδές/λεμφικό (= λεμφοίδημα)/μετεγχειρητικό/οστικό/περιφερικό/τοπικό/χρόνιο ~. ~ του κερατοειδούς/του προσώπου/του ρινικού βλεννογόνου. Ανάπτυξη/εμφάνιση/περιορισμός/υποχώρηση ~ατος. Παρουσίασε ~. Πβ. υδρωπικία.|| (ΚΤΗΝ.) Νόσος ~ατος αιγών. Πβ. πρήξιμο. Βλ. απόστημα. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονικό οίδημα: ανώμαλη συσσώρευση υγρού στους πνεύμονες, συνήθ. εξαιτίας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας: θανατηφόρο/(μη) καρδιογενές/οξύ ~ ~. ~ ~ μεγάλου υψομέτρου., αγγειονευρωτικό οίδημα βλ. αγγειονευρωτικός [< αρχ. οἴδημα, γαλλ. œdème, αγγλ. oedema, edema]
35789οιδηματώδης, ης, ες [οἰδηματώδης] οι-δη-μα-τώ-δης επίθ. {οιδηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} & οιδηματικός, ή, ό:ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει οίδημα, πρησμένος: ~ης: κυτταρίτιδα/λαρυγγίτιδα/παγκρεατίτιδα. ~εις: αρθρώσεις. ~η: άκρα/ούλα/χείλη.|| (για πρόσ.) ~εις: ασθενείς. Πβ. υδρωπικός. Βλ. -ώδης. [< μτγν. οἰδηματώδης]
35790οιδιπόδειος, α, ο [οἰδιπόδειος] οι-δι-πό-δει-ος επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον μύθο του Οιδίποδα: ~ο: δράμα. 2. ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα: ~α: σχέση. ~ο: στάδιο. ~ες: επιθυμίες/συγκρούσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: οιδιπόδειο σύμπλεγμα/σύνδρομο & (προφ.) οιδιπόδειο: ΨΥΧΑΝ. φροϋδικός όρος για την ασυνείδητη ερωτική αγάπη, κυρ. του αγοριού προς τη μητέρα, το οποίο συνοδεύεται από εχθρική στάση απέναντι στον πατέρα και επιλύεται με την ταύτιση με αυτόν, διαφορετικά θεωρείται πηγή διαταραχών της προσωπικότητας. Βλ. σύμπλεγμα/σύνδρομο της Ηλέκτρας. [< γερμ. Ödipus Komplex, αγγλ. Oedipus complex, 1910] [< μτγν. Οἰδιπόδειος]
35791οιηματίας[οἰηματίας] οι-η-μα-τί-ας επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που συμπεριφέρεται με έπαρση, αλαζόνας, υπερόπτης. [< μτγν. οἰηματίας]
35792οίηση[οἴηση] οί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έπαρση, αλαζονεία, υπεροψία: η ~ της εξουσίας. Επιδεικνύει ~. Συμπεριφέρεται με ~. Πβ. μεγαλαυχία. ΣΥΝ. ξιπασιά [< αρχ. οἴησις]
35793οίκαδε[οἴκαδε] οί-κα-δε επίρρ. (αρχαιοπρ.): προς το σπίτι ή την πατρίδα: επιστροφή ~. [< αρχ. οἴκαδε]
35794οικειοθελής, ής, ές [οἰκειοθελής] οι-κει-ο-θε-λής επίθ. {οικειοθελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που γίνεται χωρίς εξαναγκασμό, με τη θέληση κάποιου· εκούσιος: ~ής: επαναπατρισμός. ~ής: απόφαση/αποχώρηση προσωπικού (= παραίτηση)/προσφορά/συμμετοχή. ~είς: δεσμεύσεις/παροχές (εργοδότη). Σε ~ή βάση. Πβ. αυτόβουλος, εθελούσιος, εθελοντ-, θεληματ-ικός. ● επίρρ.: οικειοθελώς [-ῶς] [< μεσν. οικειοθελής]
35795οικειοποίηση[οἰκειοποίηση] οι-κει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του οικειοποιούμαι: δόλια/παράνομη/πολιτική ~. ~ εργασίας (συναδέλφου)/ξένων έργων (πβ. λογοκλοπή)/χρημάτων/χώρου. Καταπάτηση και ~ δημόσιας περιουσίας. Πβ. κάρπωση, νόσφιση.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της γνώσης από τον μαθητή (πβ. εμπέδωση, κατάκτηση). Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. ιδιοποίηση, σφετερισμός [< γαλλ. appropriation]
35796οικειοποιούμαι[οἰκειοποιοῦμαι] οι-κει-ο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {-είται ... | οικειοποι-ήθηκε, -ημένος, -ούμενος}: παρουσιάζω ως δικό μου, έχω στην κατοχή μου κάτι που δεν μου ανήκει: ~ήθηκε την επιτυχία/τις ιδέες/τα λόγια/τον τίτλο/τις φιλοδοξίες άλλου. Κατηγορείται ότι ~ήθηκε ποσό ... ευρώ (πβ. καρπώνομαι, καταχρώμαι, νέμομαι).|| (σπάν.-μτφ.) Οι μαθητές ~ούνται καλύτερα τη γνώση σε αυθεντικά καθημερινά περιβάλλοντα. ΣΥΝ. ιδιοποιούμαι, νοσφίζομαι, σφετερίζομαι [< μτγν. οἰκειοποιοῦμαι, γαλλ. s'approprier]
35797οικείος, α, ο [οἰκεῖος] οι-κεί-ος επίθ. 1. (λόγ.) που δημιουργεί αίσθημα οικειότητας, γνώριμος, φιλικός: ~ος: ήχος. ~α: ατμόσφαιρα/έκφραση/λέξη/προσφώνηση/συμπεριφορά. ~ο: θέμα/κλίμα/πρόσωπο (πβ. προσφιλές)/ύφος (πβ. ανεπίσημο). ~ες: καταστάσεις (πβ. καθημερινές). Το περιβάλλον δεν μου είναι ~ο. Η φωνή στο τηλέφωνο μού ακούγεται/φαίνεται ~α.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α: μονάδα (: στην οποία ανήκει οργανικά μέλος ή στέλεχος των Ενόπλων Δυνάμεων). ΑΝΤ. άγνωστος, ανοίκειος (2), ξένος (3) 2. (επίσ.) κατάλληλος, αρμόδιος· αντίστοιχος, σχετικός: ~ος: δήμος/οργανισμός/προϊστάμενος/τομέας. ~ο: συμβούλιο/τμήμα. Ο αύξων αριθμός καταχωρείται στην ~α θέση της αίτησης. Τα δικαιολογητικά θα διαβιβάζονται στην ~α υπηρεσία.|| ~α: διάταξη. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε στο ~ο κεφάλαιο. ● Ουσ.: οικείοι (οι): συγγενείς κυρ. πρώτου βαθμού· κατ' επέκτ. άτομα του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος και σπανιότ. στενοί φίλοι και γνωστοί: οι ~ του ασθενούς. Βλ. οι δικοί μου. ● επίρρ.: οικεία & (λόγ.) οικείως ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά βλ. κακό ● ΦΡ.: εξ οικείων/εξ ιδίων τα βέλη βλ. βέλος, οικεία/ιδία βουλήσει βλ. βούληση [< 1: γαλλ. familier 2: αρχ. οἰκεῖος]
35798οικειότητα[οἰκειότητα] οι-κει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αμεσότητα, ζεστασιά και εγγύτητα σε μια σχέση ή επαφή· το αίσθημα του γνώριμου: απλή/ασυνήθιστη/βαθιά/ιδιαίτερη/μεγάλη/πνευματική/συναισθηματική/φιλική ~. ~ μεταξύ συναδέλφων/συντρόφων/φίλων. ~ ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή/ηθοποιό και κοινό. ~ με έναν χώρο. ~ και ασφάλεια. Ατμόσφαιρα/βαθμός/κλίμα ~ας. Ο ενικός είναι ένδειξη ~ας. ΑΝΤ. ανοικειότητα (1) 2. απόκτηση άνεσης, συνήθ. με αντικείμενο: ~ με το διαδίκτυο/τα μαθηματικά/την τεχνολογία. Πβ. εξοικείωση.οικειότητες (οι) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εκδήλωση υπερβολικής ή ανεπιθύμητης οικειότητας: Να λείπουν οι/άσε τις ~, ακόμα δεν γνωριστήκαμε. (ειρων.) Πολλές ~ βλέπω τελευταία. Πβ. θάρρος. Βλ. τυπικότητες. ● ΣΥΜΠΛ.: πληθυντικός (της) οικειότητας βλ. πληθυντικός [< αρχ. οἰκειότης ‘συγγένεια, φιλία, ιδιαιτερότητα’, γαλλ. familiarité]
35799οικείωση[οἰκείωση] οι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απόκτηση οικειότητας, εξοικείωση. Πβ. αν~, προσ~. [< μτγν. οἰκείωσις]
35800οίκημα[οἴκημα] οί-κη-μα ουσ. (ουδ.) {οικήμ-ατος} (επίσ.): κτίσμα, κτίριο και ειδικότ. κατοικία: αναπαλαιωμένο/διατηρητέο/διώροφο/εγκαταλελειμμένο/ιδιόκτητο/ισόγειο/μοντέρνο/νεοκλασικό/νεόκτιστο/παλιό/παραδοσιακό/πέτρινο/πολυτελές/σύγχρονο ~. Ανακαίνιση/ανέγερση/εγκαίνια/μίσθωση ~ατος. Οικόπεδο με ~. ~ επί της οδού ... Πβ. οικία, οικοδόμημα, σπίτι. [< αρχ. οἴκημα]
35801οίκηση[οἴκηση] οί-κη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) εγκατάσταση και διαμονή σε οίκημα ή περιοχή· κατοίκηση: πολυκατοικίες ακατάλληλες προς ~. Βλ. συν~. 2. ΝΟΜ. το εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμά της: Παραχώρηση της ~ης ακινήτου. Βλ. δουλεία, επικαρπία, κυριότητα. [< αρχ. οἴκησις]
35802οικήσιμος, η, ο [οἰκήσιμος] οι-κή-σι-μος επίθ. (λόγ.): κατοικήσιμος. [< μτγν. οἰκήσιμος]
35803οικία[οἰκία] οι-κί-α ουσ. (θηλ.) {οικιών} (λόγ.): κατοικία: Ζητείται οικόπεδο με ~.|| (συνήθ. σε φόρμα αίτησης ή βιογραφικό σημείωμα) Διεύθυνση/τηλέφωνο ~ας.|| (ΝΟΜ.) Παραχώρηση ψιλής κυριότητας ~ας. Πβ. εστία, οίκημα, οίκος, σπίτι, στέγη. [< αρχ. οἰκία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.