Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36460-36480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35804οικιακός, ή, ό [οἰκιακός] οι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οικία, το σπίτι και όσους κατοικούν σε αυτό: ~ός: εξοπλισμός (πβ. νοικοκυριό, οικοσκευή). ~ή: διακόσμηση/θέρμανση/ψυχαγωγία. ~ό: περιβάλλον/προσωπικό/τιμολόγιο. ~ές: ανεμογεννήτριες/εργασίες (= δουλειές του σπιτιού)/εφαρμογές (= εγκαταστάσεις)/συσκευές. ~ά: απόβλητα/είδη/έπιπλα/ζώα (πβ. κατοικίδιος)/σκεύη. Ασύρματο ~ό δίκτυο. Βλ. ενδο~, εξω~.|| (για πρόσ.) ~ός: καταναλωτής/πελάτης/χρήστης. ΣΥΝ. σπιτικός (1) ● Ουσ.: οικιακά (τα): η φροντίδα και συντήρηση του σπιτιού και των προσώπων που μένουν σε αυτό, το νοικοκυριό, κυρ. ως επίσημος όρος για να δηλωθεί ως αποκλειστική επαγγελματική ενασχόληση της γυναίκας. ● ΣΥΜΠΛ.: οικιακή βοηθός & (σπάν.) οικιακός βοηθός: γυναίκα που κάνει τις δουλειές του σπιτιού έναντι αμοιβής: εξωτερική/εσωτερική ~ ~. (σε αγγελία) Ζητείται ~ ~. Πβ. υπηρεσία, υπηρέτρια., οικιακή οικονομία (συχνά με κεφαλ. τα αρχικά Ο): το σύνολο των μεθόδων διαχείρισης και φροντίδας των υποθέσεων του σπιτιού, ιδ. των οικονομικών πόρων της οικογένειας· κατ' επέκτ. οι πανεπιστημιακές σπουδές και το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα στο σχολείο: αγροτική ~ ~. Τμήμα ~ής ~ας και Οικολογίας. ΣΥΝ. οικοκυρικά, οικιακή χρήση: για κάτι που χρησιμοποιείται στο σπίτι: Είδη ~ής ~ης. Υπολογιστής που προορίζεται για ~ ~ και μικρές επιχειρήσεις. Βλ. επαγγελματική, ιδιωτική, προσωπική χρήση., οικιακός κινηματογράφος βλ. κινηματογράφος [< μτγν. οἰκιακός, γαλλ. domestique]
35805οικίζω[οἰκίζω] οι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {οίκι-σε, οικί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): ιδρύω αποικία· κυρ. δημιουργώ οικιστικό σύνολο: Εκτάσεις που ~στηκαν αυθαίρετα. ~σμένος: χώρος. ~σμένες: περιοχές. Βλ. απ~, επ~, μετ~, συν~. [< αρχ. οἰκίζω]
35806οικίσκος[οἰκίσκος] οι-κί-σκος ουσ. (αρσ.): μικρή κατοικία ή βοηθητική στεγασμένη κατασκευή: λυόμενος/ξύλινος/προκατασκευασμένος ~. ~ ελέγχου/κατασκηνώσεων/στέγασης μηχανημάτων. Παράδοση ~ων σε πυρόπληκτους/σεισμοπαθείς. Βλ. κιόσκι, υποσταθμός. [< αρχ. οἰκίσκος ‘κλουβί για πουλιά, μικρό δωμάτιο’]
35807οικισμός[οἰκισμός] οι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): κατοικημένη περιοχή που αποτελείται συνήθ. από περιορισμένο αριθμό οικοδομημάτων: αγροτικός/αρχαίος/διατηρητέος/εγκαταλελειμμένος/λιμναίος/μεγάλος/μεσαιωνικός/μικρός/νεολιθικός/νέος/ορεινός/παλαιός/παραδοσιακός/παραθαλάσσιος/παραθεριστικός/προσφυγικός/πρότυπος/σύγχρονος ~. Ανάπλαση/επέκταση/πολεοδόμηση ~ού. Οικόπεδο εντός/εκτός ~ού. Ερείπια ~ού προϊστορικής περιόδου. Συνένωση ~ών. Βλ. συν~. [< αρχ. οἰκισμός]
35808οικιστής[οἰκιστής] οι-κι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. ιδρυτής αποικίας ή οικισμού: μυθικός ~ της πόλης θεωρείται ο ... Πβ. απ~. 2. (επίσ.) κάτοικος: (ΙΣΤ.) Οι πρώτοι ~ές του νησιού.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αυθαίρετοι ~ές. [< αρχ. οἰκιστής]
35809οικιστικός, ή, ό [οἰκιστικός] οι-κι-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κατασκευή οικισμών: ~ός: νόμος. ~ή: αναβάθμιση (περιοχών)/ανάπλαση/ανάπτυξη/αξιοποίηση/δραστηριότητα/επέκταση/οργάνωση/πίεση/πολιτική. ~ό: μοντέλο/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες. Χωροταξικός, πολεοδομικός και ~ σχεδιασμός. Βλ. ρυμοτομικός. 2. που απαρτίζεται από κατοικίες: ~ός: ιστός (πόλεως)/πυρήνας. ~ή: μονάδα/περιοχή. ~ό: δίκτυο/κέντρο/περιβάλλον/συγκρότημα/σύνολο. ~ές: ενότητες. ● Ουσ.: οικιστική (η) (συχνά με κεφαλ. Ο): διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τους οικισμούς και ιδ. τον σχεδιασμό τους. [< αγγλ. ekistics, 1959] ● επίρρ.: οικιστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη οικιστικού ελέγχου βλ. ζώνη [< μτγν. οἰκιστικός]`
35810οικο- & οικό-(λόγ.) το ουσιαστικό οίκος ως α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. σε κατοικία, σπίτι: οικο-δόμος. Οικό-πεδο.|| Οικο-δεσπότης/~διδάσκαλος.|| Oικο-τεχνία. 2. σε οικογένεια: οικό-σημο. 3. στην οικολογία και τις αρχές της: οικο-τουρισμός.|| (ειδικότ. σε βιότοπο) Oικο-σύστημα.
35811οικογένεια[οἰκογένεια] οι-κο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. θεμελιώδης κοινωνική μονάδα που αποτελείται από πρόσωπα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς, ψυχικούς ή άλλους δεσμούς (π.χ. γάμος ή υιοθεσία) και μένουν στο ίδιο σπίτι· κατ' επέκτ. κάθε κατάσταση που την προσομοιάζει: άμεση (: συγγενείς πρώτου βαθμού)/ανάδοχη/ομοφυλοφιλική/παραδοσιακή/πολύτεκνη/στενή/συμβατική/τρίτεκνη/φυσι(ολογ)κή/χωλή (: οι γονείς δεν ζουν μαζί για διάφορους λόγους) ~. Μεγάλη/μικρή ~. Άπορη/εύπορη ~. Δομή/λειτουργία/μέλη/προστάτης της ~ας. ~ με/χωρίς παιδιά (ενν. το ζευγάρι). Παντρεύτηκαν και έκαναν ~ (: απέκτησαν παιδιά). Προέρχεται από διαζευγμένη/διαλυμένη/προβληματική/χωρισμένη ~. Δεν έχει ~ (: είναι ορφανός/ορφανή). Εργάζεται νυχθημερόν, για να συντηρήσει την ~ά της/του. (επίσ.-συχνά ειρων.) Γόνος γνωστής/καλής ~είας. (προφ.) ~ Χωραφά (: πολυμελής). Πβ. φαμίλια. Βλ. νοικοκυριό.|| (κυρ. παλαιότ.) Μητριαρχική/πατριαρχική ~. Ο αρχηγός/η κεφαλή της ~ας (πβ. η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού).|| Οι φίλοι μου είναι η ~ά μου. Ζουν ενωμένοι σαν ~. (προφ.) Είναι δικός μας άνθρωπος, της ~ας (: οικογενειακός φίλος). 2. σόι, γενιά: αριστοκρατική (πβ. τζάκι)/αρχοντική/βασιλική/ιστορική/παλιά ~. Κατάγεται από ~ ηθοποιών/μουσικών/πολιτικών. Στα βαφτίσια μαζεύτηκε όλη η ~. ΣΥΝ. γένος (1), οίκος (3) 3. (μτφ.) ευρύ συνήθ. σύνολο προσώπων που τους συνδέουν κοινά χαρακτηριστικά, ενδιαφέροντα ή κοινές αντιλήψεις, έχουν τους ίδιους στόχους ή συμμετέχουν σε μια δραστηριότητα: δημοσιογραφική/εκπαιδευτική/επιχειρηματική/ορθόδοξη ~.|| Μαφιόζικη ~ (: η μαφία). 4. ομάδα στοιχείων ή πραγμάτων που παρουσιάζουν κοινά γνωρίσματα, έχουν παρόμοιες ιδιότητες ή λειτουργίες: ~ αυτοκινήτων/προϊόντων. Πβ. είδος, κατηγορία.|| (επιστ.) ~ αλγορίθμων/γραμματοσειρών/προγραμμάτων/συναρτήσεων/χημικών ενώσεων. Ετυμολογικές ~ες λέξεων. 5. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία ζωικών ή φυτικών οργανισμών· βρίσκεται κάτω από την τάξη και πάνω από το γένος: βοτανική ~. Η λεοπάρδαλη ανήκει στην ~ των αιλουροειδών. Βλ. είδος. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αποτελείται από την πυρηνική οικογένεια και άλλα συγγενικά μέλη, τα οποία ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Βλ. ελεύθερη ένωση, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. extended family, περ. 1935] , οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια: κάθε σύνολο συγγενών γλωσσών με κοινή μητέρα γλώσσα: ινδοευρωπαϊκή ~ ~. Πβ. ομογλωσσία., (ενδο)οικογενειακή βία/βία στην οικογένεια βλ. βία, μονογονεϊκή οικογένεια βλ. μονογονεϊκός, Ολυμπιακή Οικογένεια βλ. ολυμπιακός, πυρηνική οικογένεια βλ. πυρηνικός ● ΦΡ.: άνθρωπος της οικογένειας: πρόσωπο, συνήθ. άντρας, που αφοσιώνεται στην οικογένειά του. Βλ. οικογενειάρχης., μια οικογένεια είμαστε! (προφ.): έχουμε οικειότητα, αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον: Πες το, μην ντρέπεσαι, ~ ~ (όλοι)!, συμβαίνουν αυτά βλ. συμβαίνει [< μτγν. οἰκογένεια ‘πιστοποιητικό που βεβαίωνε ότι ο αναφερόμενος σε αυτό δούλος γεννήθηκε σε σπίτι και ότι δεν αγοράστηκε', ιταλ. famiglia, γαλλ. famille]
35812οικογενειακός, ή, ό [οἰκογενειακός] οι-κο-γε-νει-α-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην οικογένεια, που ισχύει ή δημιουργείται στο πλαίσιο της οικογένειας και εξυπηρετεί τις ανάγκες της: ~ός: προϋπολογισμός/σύμβουλος/τάφος/τουρισμός/φίλος. ~ή: ατμόσφαιρα/γαλήνη/γιορτή/επανένωση/επιχείρηση/ευτυχία/ζωή/θαλπωρή/παροχή/περιουσία/συγκέντρωση/φωτογραφία. ~ό: γεύμα/δράμα/εισόδημα/επίδομα/ιστορικό/κειμήλιο/συμβούλιο. ~οί: δεσμοί/καβγάδες. ~ές: διακοπές/εκδρομές/στιγμές/σχέσεις. ~ά: έξοδα/ζητήματα/μυστικά/προβλήματα.|| ~ή: ταβέρνα/ταινία. ~ό: αυτοκίνητο/ξενοδοχείο/πακέτο (κινητής τηλεφωνίας)/τραπέζι. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό ~ό κύκλο (: μεταξύ των πιο κοντινών συγγενών). Απουσίασε/πήρε άδεια για ~ούς λόγους. Αυστηρώς ~ή υπόθεση. Βλ. ενδο~, εξω~. ● Ουσ.: οικογενειακά (τα) {+ γεν. κτητ. αντων.}: τα θέματα και οι υποθέσεις που αφορούν μια οικογένεια: Μην ανακατεύεσαι/μπλέκεσαι στα ~ μας. Μου εμπιστεύθηκε τα ~ του. ● επίρρ.: οικογενειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με την οικογένεια: Περάσαμε ~. [< γαλλ. en famille] ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενειακά βάρη: οι επιπλέον υποχρεώσεις, κυρ. οικονομικές, που αναλαμβάνει όποιος κάνει οικογένεια., οικογενειακή εστία/στέγη (επίσ.): η κύρια κατοικία όπου διαμένουν οι σύζυγοι, τα παιδιά ή/και άλλα μέλη της οικογένειας και γενικότ. το οικογενειακό περιβάλλον: μόνιμη ~ ~. Απομάκρυνση/μετοίκηση από την ~ ~. Ακίνητο που αποκτάται ως ~ ~. Εγκατέλειψε την ~ ~ σε νεαρή ηλικία. Βλ. συζυγική στέγη.|| (ειδικότ.) Κάθισαν μπροστά στην ~ή εστία (= στο τζάκι του σπιτιού)., οικογενειακό δέντρο: γενεαλογικό δέντρο. [< αγγλ. family tree] , οικογενειακό μέγεθος: για οικονομικότερη συνήθ. συσκευασία προϊόντων που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική: παγωτό/πίτσα/σοκολάτα ~ού ~ους. Βλ. οικονομική συσκευασία.|| (κατ' επέκτ.) Δωμάτια/επιχειρήσεις ~ού ~ους. [< αγγλ. family size] , οικογενειακό όνομα: επώνυμο., οικογενειακός γιατρός: ο γιατρός στον οποίο σταθερά και αποκλειστικά απευθύνεται μια οικογένεια για παροχή υπηρεσιών., οικογενειακός προγραμματισμός: έλεγχος της αναπαραγωγής με μεθόδους αντισύλληψης έτσι ώστε το ζευγάρι να αποκτήσει τον επιθυμητό αριθμό παιδιών τη χρονική στιγμή που θα το επιλέξει: φυσικός ~ ~ (= με προσδιορισμό και υπολογισμό των γόνιμων ημερών της γυναίκας). Δημογραφικό πρόβλημα και ~ ~. Κέντρα ~ού ~ού. Βλ. έλεγχος (των) γεννήσεων, προληπτική ιατρική. [< αγγλ. family planning, 1934] , (ενδο)οικογενειακή βία/βία στην οικογένεια βλ. βία, οικογενειακές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, οικογενειακή κατάσταση βλ. κατάσταση, οικογενειακή μερίδα βλ. μερίδα, οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας βλ. άσυλο, Οικογενειακό Δίκαιο βλ. δίκαιο, οικογενειακό διπλό βλ. διπλός, οικογενειακό μυθιστόρημα βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: είναι οικογενειακό μας (προφ.): είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα ή συνήθεια όλων ή των περισσοτέρων μελών μιας οικογένειας: ~ ~ να διαβάζουμε κυριακάτικες εφημερίδες.
35813οικογενειάρχης[οἰκογενειάρχης] οι-κο-γε-νει-άρ-χης ουσ. (αρσ.): παντρεμένος άνδρας αφοσιωμένος στην οικογένειά του: άριστος/(φιλ)ήσυχος/κακός/καλός/σοβαρός/σωστός ~. Είναι υπόδειγμα ~η και πατέρα. ΣΥΝ. φαμελιάρης [< γαλλ. chef de famille]
35814οικογενειοκρατία[οἰκογενειοκρατία] οι-κο-γε-νει-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία των μελών μιας οικογένειας σε ορισμένους τομείς της κοινωνικής ζωής. Πβ. νεποτισμός. Βλ. αναξιο-, ευνοιο-κρατία, κουμπαριά, -κρατία.
35815οικογενής, ής, ές [οἰκογενής] οι-κο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που παρουσιάζει συχνή εμφάνιση στα μέλη μιας οικογένειας: ~ής: καρκίνος. ~ής: αιματουρία/(αδενωματώδης) πολυποδίαση/προδιάθεση/υπερλιπιδαιμία. ~ές: ιστορικό/σύνδρομο. ~είς: παράγοντες. Βλ. γενετικός, -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενής μεσογειακός πυρετός βλ. πυρετός [< αρχ. οἰκογενής ‘γεννημένος στο σπίτι (για δούλους)’, αγγλ. familial]
35816οικογιορτή[οἰκογιορτή] οι-κο-γιορ-τή ουσ. (θηλ.): οικολογική γιορτή.
35817οικοδεσπότης, οικοδέσποινα[οἰκοδεσπότης] οι-κο-δε-σπό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που υποδέχεται ή φιλοξενεί στο σπίτι του επισκέπτες· κύριος/κυρία του σπιτιού: άψογος/καλός/υποδειγματικός/φιλόξενος ~. Πβ. (νοικο)κυρά, (νοικο)κύρης. 2. πρόσωπο που αναλαμβάνει την παρουσίαση εκπομπής ή εκδήλωσης· τόπος διεξαγωγής δραστηριότητας: ο ~ της βραδιάς/του σόου/της τελετής.|| Ο ~ της έκθεσης/της συνάντησης/του συνεδρίου. Πβ. αμφιτρύωνας.|| Η ~ της αθλητικής διοργάνωσης/των ολυμπιακών αγώνων (ενν. πόλη ή χώρα).|| (ως επίθ.) Οικοδέσποινα ομάδα σε τουρνουά (: που υποδέχεται τις αντίπαλες στην έδρα της). 3. ΠΛΗΡΟΦ. {μόνο στο αρσ.} υπολογιστής που διαθέτει δεδομένα ή προγράμματα προσβάσιμα από άλλους υπολογιστές μέσω δικτύου ή μόντεμ: ~ ιστού/σύσκεψης. [< μτγν. οἰκοδεσπότης ‘κύριος του σπιτιού’ 3: αγγλ. host, 1966]
35818οικοδίαιτος, η, ο [οἰκοδίαιτος] οι-κο-δί-αι-τος επίθ.: κατοικίδιος, οικόσιτος. [< μτγν. οἰκοδίαιτος]
35819οικοδιδασκαλείο[οἰκοδιδασκαλεῖο] οι-κο-δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): εκπαιδευτήριο στο οποίο παραδίδονται ιδιαίτερα μαθήματα και το οποίο στεγάζεται στο σπίτι του διδάσκοντος: ~ αγγλικής γλώσσας/μαθηματικών. Βλ. φροντιστήριο.
35820οικοδιδασκαλία[οἰκοδιδασκαλία] οι-κο-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατ' οίκον παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων: άδεια ~ας.
35821οικοδιδάσκαλος[οἰκοδιδάσκαλος] οι-κο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.): δάσκαλος που παραδίδει κατ' οίκον μαθήματα. Πβ. ιδιαιτεράς. [< γερμ. Hauslehrer]
35822οικοδομή[οἰκοδομή] οι-κο-δο-μή ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΔ. 1. κτίσμα το οποίο είναι υπό κατασκευή ή η κατασκευή του έχει ολοκληρωθεί, αλλά δεν έχει ακόμα επιπλωθεί και κατοικηθεί· γενικότ. κτίριο: διατηρητέα/εγκαταλελειμμένη/ημιτελής (πβ. γιαπί)/καινούργια/νεόδμητη/παλιά/πολυώροφη ~. ~ γραφείων/διαμερισμάτων/καταστημάτων. Υπό ανέγερση ~ (= νεοανεγειρόμενη). Αυθαίρετες ~ές που έχουν νομιμοποιηθεί. 2. ανέγερση οικοδομήματος και ο αντίστοιχος τεχνικός κλάδος: άδεια/εργοτάξιο/κόστος/στάδια ~ής. Πβ. οικοδόμηση.|| (Υπ)εργολάβος ~ών. Οι εργαζόμενοι στην ~. Η αγορά της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματική οικοδομή: (σε εκκλησιαστικά κείμενα) ανάπτυξη, καλλιέργεια του πνεύματος: ~ ~ των πιστών (μέσα από την ανάγνωση του Ευαγγελίου). Ομιλίες ~ής ~ής. [< μτγν. οἰκοδομή]
856Οικοδομηθει

, η, ο [ἀδόμητος] α-δό-μη-τος επίθ. 1. που δεν έχει οικοδομηθεί, χτιστεί: ~ος: χώρος. ~η: έκταση. ~ο: οικόπεδο (= άκτιστο). ΑΝΤ. δομημένος (2) 2. που δεν έχει δομή, συγκρότηση, συνοχή: ~ος: λόγος (= ασυγκρότητος). ~ο: κείμενο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~η: πληροφορία. ~α: δίκτυα. [< 2: αγγλ. unstructured]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.