Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36480-36500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35823οικοδόμημα[οἰκοδόμημα] οι-κο-δό-μη-μα ουσ. (ουδ.) {οικοδομήμ-ατος | -ατα} 1. ΟΙΚΟΔ. κτίσμα, κτίριο: αρχιτεκτονικό/αψιδωτό/επιβλητικό/κυκλικό/μεγαλοπρεπές/μνημειώδες/νεοκλασικό/ξύλινο/ορθογώνιο/πέτρινο/σύνθετο/τετράγωνο/χριστιανικό ~. Ανέγερση/θεμέλια/κατασκευή ~ατος. Πβ. οίκημα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ιερό/σκηνικό (: του αρχαίου θεάτρου· πβ. σκηνή)/ρωμαϊκό ~. Μνημειακά ~ατα λατρευτικού χαρακτήρα. 2. (μτφ.) κάθε σύστημα, σύνολο στοιχείων με καθορισμένη δομή και οργάνωση: σαθρό/στέρεο ~. Το αθλητικό/εκπαιδευτικό/επιστημονικό/θεσμικό/θεωρητικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/κρατικό/(οικο)νομικό/πολιτικό/φιλοσοφικό ~. Το ~ της δημοκρατίας/της παιδείας/του πολιτισμού. Το ευρωπαϊκό ~. Τριγμοί στο γραφειοκρατικό ~. Βλ. δημιούργημα. [< 1: αρχ. οἰκοδόμημα]
35824οικοδόμηση[οἰκοδόμηση] οι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. ανέγερση, κατασκευή κτιρίου και σπανιότ. ο αντίστοιχος τεχνικός κλάδος: ανεξέλεγκτη/αυθαίρετη/εντατική/παράνομη ~. ~ δασικών εκτάσεων/κατοικιών/ναών/οικοπέδων/περιοχών. ~ με αντιπαροχή. Άδεια ~ης. Βλ. αν~.|| Οι απασχολούμενοι στις ~ήσεις. Πβ. οικοδομή. ΣΥΝ. κτίσιμο 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.) προσδιορισμός, σταδιακή εξέλιξη και παγίωση μιας κατάστασης: ευρωπαϊκή/κοινωνική/κομματική ~. Η ~ αξιών/της γνώσης/της ειρήνης/θεσμών/συμμαχιών. Η διαδικασία/το πλαίσιο/η πορεία/το πρόγραμμα/η προσπάθεια ~ης ενός νέου οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Μέτρα ~ης εμπιστοσύνης, ασφάλειας και συνεργασίας μεταξύ των λαών. Πβ. επ~. [< 1: αρχ. οἰκοδόμησις]
35825οικοδομήσιμος, η, ο [οἰκοδομήσιμος] οι-κο-δο-μή-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που προσφέρεται, που έχει τις κατάλληλες προδιαγραφές για την οικοδόμηση: ~ος: χώρος. ~η: γη/επιφάνεια/περιοχή. ~ο: αγροτεμάχιο. ~α: ακίνητα/στρέμματα. Κτήμα άρτιο και ~ο. Βλ. -ιμος.|| ~η: ξυλεία. ~α: υλικά.
35826οικοδομησιμότητα[οἰκοδομησιμότητα] οι-κο-δο-μη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. η ύπαρξη των κατάλληλων προδιαγραφών για οικοδόμηση: ~ ακινήτου/οικοπέδου. Άδεια/βεβαίωση ~ας (από την πολεοδομία). Αρτιότητα και ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. buildability]
35827οικοδομικός, ή, ό [οἰκοδομικός] οι-κο-δο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που έχει σχέση με την οικοδομή, την ανέγερση οικοδομημάτων και τους εργαζομένους σε αυτή: ~ός: κλάδος/όγκος/σκελετός/συνεταιρισμός. ~ή: ανάπτυξη/βιομηχανία/εταιρεία/κάλυψη/κατασκευή/ξυλεία/τεχνολογία. ~ό: σκυρόδεμα/συγκρότημα/σύνολο/σχέδιο. ~οί: λίθοι/συντελεστές (πβ. συντελεστής δόμησης). ~ές: επιχειρήσεις/εφαρμογές/φάσεις. ~ά: είδη/επαγγέλματα/έργα/εργαλεία/μηχανήματα/προγράμματα/προϊόντα/υλικά/χρώματα. Δημόσια/ιδιωτική ~ή δραστηριότητα. Έκδοση/χορήγηση ~ής άδειας. Εργολήπτες ~ών εργασιών. Βλ. οικο-δομοτεχνικός, -πεδικός, (πολεο)δομικός. ● Ουσ.: οικοδομικά (τα): έξοδα ανέγερσης οικοδομής., οικοδομική (η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): κλάδος της Αρχιτεκτονικής και της επιστήμης του Πολιτικού Μηχανικού που έχει ως αντικείμενο την σχεδίαση και ανέγερση οικοδομημάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ακρ. ΓΟΚ): το σύνολο των νομικών διατάξεων που καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται στην εκμετάλλευση των οικοπέδων και στη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων, από άποψη χρήσης, υγιεινής, ασφάλειας και αισθητικής, για μια καλύτερη ποιότητα ζωής και για την προστασία του περιβάλλοντος., οικοδομική γραμμή/γραμμή δόμησης: το όριο οικοδομικού τετραγώνου που ορίζεται από το ρυμοτομικό σχέδιο προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου, έως το οποίο επιτρέπεται η δόμηση. Βλ. ρυμοτομική γραμμή., οικοδομικό σύστημα (το): σύστημα δόμησης: πανταχόθεν ελεύθερο/συνεχές ~ ~., οικοδομικό τετράγωνο βλ. τετράγωνο [< μτγν. οἰκοδομικός]
35828οικοδόμος[οἰκοδόμος] οι-κο-δό-μος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. κάθε τεχνίτης, το επάγγελμα του οποίου είναι σχετικό με τη δόμηση κτιρίου από τη θεμελίωση ως την αποπεράτωσή του. Βλ. -δόμος, κτίστης, μπετατζής, μπογιατζής, σοβατζής. [< αρχ. οἰκοδόμος ‘αρχιτέκτονας, κατασκευαστής’]
35829οικοδομοτεχνικός, ή, ό [οἰκοδομοτεχνικός] οι-κο-δο-μο-τε-χνι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τις τεχνικές οικοδόμησης ενός κτιρίου: ~ή: μελέτη. ~ές: επιχειρήσεις/εργασίες. Πβ. οικοδομικός.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. επαγγέλματα, έργα).
35830οικοδομώ[οἰκοδομῶ] οι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {οικοδομ-είς ... | οικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. ΟΙΚΟΔ. κατασκευάζω, ανεγείρω κτίριο: ~ κατοικίες/κτιριακές εγκαταστάσεις/ναούς/οικισμούς. Κάθε πόλη ~είται με βάση το πολεοδομικό σχέδιο. Το ξενοδοχείο ~ήθηκε σε μια έκταση ... τ.μ. Πβ. αν~. ΣΥΝ. κτίζω (1) ΑΝΤ. γκρεμίζω (1), κατεδαφίζω (1) 2. (μτφ.) δημιουργώ και αναπτύσσω κάτι σταδιακά και συστηματικά: ~ γέφυρες επικοινωνίας/ειρηνικές σχέσεις (μεταξύ χωρών)/το μέλλον. ~είται ένα νέο κοινωνικό κράτος/κλίμα εμπιστοσύνης. Διδακτικό μοντέλο που ~εί την κριτική σκέψη. Πβ. θεμελιώνω. ● Μτχ.: οικοδομημένος , η, ο ΣΥΝ. δομημένος 1. κτισμένος: ~η: έκταση/περιοχή. ~ο: ακίνητο. Άναρχα/άρτια ~ οικισμός. Ναός ~ σε ύψωμα. ΑΝΤ. άκτιστος (1) 2. (μτφ.) που έχει οργανωθεί με συγκεκριμένες αρχές και κανόνες: ~ες: γνώσεις. Το κείμενό του είναι ~ο σε φιλοσοφική βάση. [< αρχ. οἰκοδομῶ]
8011οικοθεν

, η, ο [αὐτονόητος] αυ-το-νό-η-τος επίθ.: που γίνεται κατανοητός χωρίς επεξηγήσεις, διασαφηνίσεις: ~η: αλήθεια (= αυταπόδεικτη)/απάντηση/αρχή/διαπίστωση/προϋπόθεση/συνέπεια (= φυσική)/υποχρέωση. Η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι ~ο δικαίωμα όλων των πολιτών. Είναι ~ο (το γεγονός) ότι ... (πβ. εννοείται, οίκοθεν νοείται). Θεωρώ κάτι (απολύτως) ~ο. Λέει/ρωτάει απλά/γνωστά και ~α πράγματα. Βλ. οφθαλμοφανής.|| (ως ουσ.) Έπραξα/ζητάμε το ~ο. Αμφισβητεί ακόμα και τα ~α. ΣΥΝ. ευνόητος, προφανής ● επίρρ.: αυτονόητα & (λόγ.) αυτονοήτως [< πβ. μτγν. αὐτονόητος ‘καθαρά εννοιολογικός ή πνευματικός’, γερμ. selbstverständlich]

35831οίκοθεν[οἴκοθεν] οί-κο-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτεπάγγελτα, αυτόβουλα: ~ ακύρωση (προσβαλλόμενων πράξεων)/απόδοση ΑΦΜ/βεβαίωση/εισπράξεις/έσοδα/πρόσθετα τέλη. || Βραβείο ~ (της Ακαδημίας Αθηνών: χωρίς αντίστοιχη προκήρυξη). 2. από την οικία ή την πατρίδα. Βλ. -θεν. ● ΦΡ.: οίκοθεν νοείται βλ. νοώ [< 2: αρχ. οἴκοθεν, γερμ. von Hause aus]
35832οικοθέση[οἰκοθέση] οι-κο-θέ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. η μοναδική θέση που καταλαμβάνει ένας ζωντανός οργανισμός σε συγκεκριμένο οικοσύστημα και η αλληλεπίδρασή του με αυτό, η οποία επηρεάζει την επιβίωσή του. Βλ. οικότοπος. ΣΥΝ. οικολογικός θώκος [< αγγλ. (eco)niche, 1927]
35833οίκοι[οἲκοι] οί-κοι επίρρ. (αρχαιοπρ.): στο σπίτι: ~ επίδοση/νοσηλεία/παράδοση (: κατ' οίκον). Επίδομα ~ περίθαλψης. [< αρχ. οἴκοι]
35834οικοκαινοτομία[οἰκοκαινοτομία] οι-κο-και-νο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. οικολογική, περιβαλλοντική καινοτομία. [< αγγλ. eco-innovation]
35835οικοκαταστροφή[οἰκοκαταστροφή] οι-κο-κα-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. οικολογική καταστροφή. [< αγγλ. ecocatastrophe, 1969]
35836οικοκεντρικός, ή, ό [οἰκοκεντρικός] οι-κο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοκεντρικός: ~ή: ηθική. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. ecocentric, 1972]
35837οικοκοινότητα[οἰκοκοινότητα] οι-κο-κοι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. πειραματικός οικισμός στην ύπαιθρο με συγκεκριμένη κοινωνικoοικονομική και οικολογική οργάνωση. ΣΥΝ. οικολογικό χωριό, οικοχωριό [< αγγλ. ecovillage]
35838οικοκυράβλ. νοικοκυρά
35839οικοκυρικός, ή, ό [οἰκοκυρικός] οι-κο-κυ-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το νοικοκυριό: ~ή: τέχνη. ~ές: εργασίες. ~ά: σκεύη.|| (κυρ. παλαιότ.) ~ές: σχολές. ● Ουσ.: οικοκυρικά (τα): οικιακή οικονομία. [< γερμ. Hauswirtschaft]
35840οικολογία[οἰκολογία] οι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΟΙΚΟΛ. η επιστημονική μελέτη της πληθώρας και κατανομής των ζωντανών οργανισμών και της αλληλεπίδρασης μεταξύ τους, καθώς και ανάμεσα σε αυτούς και το περιβάλλον· κατ' επέκτ. το ιδεολογικό κίνημα που στοχεύει στην επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον και στην προστασία αυτών με τη συνετή χρήση της τεχνολογίας· οι αντίστοιχες σπουδές: βιομηχανική (: που εξετάζει τη λειτουργία του βιομηχανικού συστήματος και τις αλληλεπιδράσεις του με τη βιόσφαιρα)/γενική/εξελικτική/εφαρμοσμένη/θαλάσσια/κοινωνική/λιβαδική/μικροβιακή/μοριακή/πληθυσμιακή/ριζοσπαστική/σοσιαλιστική ~. Βλ. αγρο~, βιο~, παλαιο~, -λογία.|| Τμήμα Οικιακής Οικονομίας και ~ας. Εργαστήριο ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική οικολογία: η επιστημονική μελέτη των ήχων ενός οικοσυστήματος και της επίδρασής τους στους ζωντανούς οργανισμούς. [< αγγλ. acoustic ecology, 1960] , ανθρώπινη οικολογία: κλάδος της κοινωνιολογίας και της οικολογίας που μελετά κατά χώρο και χρόνο τις αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων και της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσής τους σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της περιβαλλοντικής τους συνείδησης. [< αγγλ. human ecology, 1933] , βαθιά οικολογία/οικολογία του βάθους (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Β, Ο): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα επιβίωσης σε όλες τις μορφές ζωής και αντιτίθεται στον ανθρωποκεντρισμό. [< αγγλ. deep ecololgy, 1972] , δασική οικολογία: κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση των οργανισμών ενός δασικού οικοσυστήματος και τη σχέση τους με τον περιβάλλοντα χώρο., πολιτική οικολογία (κ. με κεφαλ. Π, Ο): ο αγώνας για την προστασία του περιβάλλοντος ως πολιτική θεωρία και κατ΄επέκτ. το σχετικό πολιτικό κίνημα. [< αγγλ. political ecology] [< γερμ. Ökologie, 1866, αγγλ. ecology, 1873, γαλλ. écologie, 1874, διαδόθηκε περ. το 1968]
35841οικολογικοποίηση[οἰκολογικοποίηση] οι-κο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι καθίσταται οικολογικό, αποκτά οικολογικό χαρακτήρα. Βλ. -ποίηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.