| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35842 | οικολογικός | , ή, ό [οἰκολογικός] οι-κο-λο-γι-κός επίθ. ΟΙΚΟΛ. 1. που σχετίζεται με την οικολογία και τους οικολόγους: ~ός: ακτιβισμός/σύλλογος/Τύπος. ~ή: βιβλιοθήκη/γιορτή (= οικογιορτή)/διαχείριση/ευαισθησία/ηθική/ισορροπία/καινοτομία (= οικοκαινοτομία)/κρίση/πολιτική/συνείδηση. ~ό: δίκτυο (προστατευόμενων περιοχών, βλ. βιότοπος)/κίνημα/κόμμα/περιοδικό/πρόβλημα. ~οί: παράγοντες (: το σύνολο των αβιοτικών και βιοτικών παραγόντων)/στόχοι/φορείς. ~ές: ανησυχίες/έννοιες/συνέπειες. ~ά: μηνύματα/μονοπάτια (πεζοπορίας). ~ή Εταιρεία Ανακύκλωσης. Περιοχές ~ού ενδιαφέροντος.|| (μτφ.) ~ή: βόμβα (: για κάθε ~ή καταστροφή που διαταράσσει το οικοσύστημα). 2. (κυρ. για προϊόντα) που είναι φιλικός προς το περιβάλλον: ~ός: καθαρισμός/κήπος (: όπου καλλιεργούνται φυτά χωρίς τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων)/κινητήρας/σχεδιασμός. ~ή: δόμηση/οδήγηση/σήμανση/συσκευασία/τεχνολογία (βλ. εναλλακτικός)/χρήση (ηλεκτρικών συσκευών). ~ό: αγρόκτημα/κινητό (τηλέφωνο)/χαρτί. ~ές: βαφές/πάνες/σακούλες (βλ. βιοδιασπώμενος). ~ά: απορρυπαντικά/αυτοκίνητα/καλλυντικά/καύσιμα/ρούχα/υλικά/χρώματα. Πβ. βιολογικός, πράσινος.|| ~ό: κτίριο/σπίτι/σχολείο. ● επίρρ.: οικολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική κτηνοτροφία βλ. κτηνοτροφία, βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, οικολογικά ευαίσθητες περιοχές βλ. ευαίσθητος, οικολογική διαδοχή βλ. διαδοχή, οικολογική μετακίνηση βλ. μετακίνηση, οικολογικό μάρκετινγκ βλ. πράσινος, οικολογικό πάρκο βλ. πάρκο, οικολογικό χωριό βλ. χωριό, οικολογικός θώκος βλ. θώκος, οικολογικός τουρισμός βλ. τουρισμός, οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, περιβαλλοντικές οργανώσεις βλ. περιβαλλοντικός, περιβαλλοντικό/οικολογικό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1 [< μεσν. οικολογικός 'που αναφέρεται στη συντήρηση του σπιτιού', γερμ. ökologisch, γαλλ. écologique, πριν από το 1968, αγγλ. ecologic(al)] | |
| 35843 | οικολόγος | [οἰκολόγος] οι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. υποστηρικτής οικολογικού κινήματος πολιτικού ή ιδεολογικού χαρακτήρα· γενικότ. πρόσωπο που ευαισθητοποιείται και δραστηριοποιείται σε θέματα περιβάλλοντος: συνειδητοποιημένος/φανατικός ~.|| (ως επίθ.) ~ος: πολιτικός/υπουργός. Πβ. περιβαλλοντιστής. 2. επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην οικολογία: φυσικός-~. Βλ. αγρο~, περιβαλλοντολόγος. [< μεσν. οικολόγος 'διαχειριστής του οίκου' 1: γαλλ. écologiste, περ. 1968, αγγλ. ecologist, 1930 2: γερμ. Ökologe, γαλλ. écologue, περ. 1979] | |
| 35844 | οικομουσείο | [οἰκομουσεῖο] οι-κο-μου-σεί-ο ουσ. (ουδ.): μουσείο-πάρκο, όπου μέσα σε ένα σύνολο επισκέψιμων χώρων μπορεί κάποιος να έρθει σε επαφή με τη γεωγραφική και πολιτιστική ιδιαιτερότητα ενός τόπου και των ανθρώπων του: λαογραφικό/υπαίθριο ~. ~ αγροτικής ζωής. Βλ. αρχαιολογικό πάρκο. [< γαλλ. écomusée, πριν από το 1960, αγγλ. ecomuseum] | |
| 35845 | οικονόμα | βλ. κονόμα | |
| 35846 | οικονομάω | βλ. οικονομώ | |
| 35847 | οικονομέτρης | [οἰκονομέτρης] οι-κο-νο-μέ-τρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην οικονομετρία: Οικονομολόγος-~. Βλ. -μέτρης. [< γαλλ. économètre, 1952, αγγλ. econometrist, econometrician, 1947] | |
| 35848 | οικονομετρία | [οἰκονομετρία] οι-κο-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εφαρμογή των μαθηματικών και της στατιστικής με σκοπό τη μέτρηση οικονομικών μεγεθών και την αντιπαραβολή διάφορων οικονομικών θεωριών με τα σχετικά εμπειρικά δεδομένα· συνεκδ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: εφαρμοσμένη/θεωρητική/χρηματοοικονομική ~. ~ χρονοσειρών. [< γαλλ. économétrie, 1949, econometrics, 1931] | |
| 35849 | οικονομετρικός | , ή, ό [οἰκονομετρικός] οι-κο-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την οικονομετρία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/διερεύνηση/προσέγγιση. ~ό: λογισμικό/μοντέλο/υπόδειγμα. ~ές: εφαρμογές/μέθοδοι/μελέτες/τεχνικές. [< γαλλ. économétrique, 1952, econometric, 1933] | |
| 58679 | οικονομία | [οἰκονομία] οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {οικονομιών} 1. ΟΙΚΟΝ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) το σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης υλικών αγαθών και υπηρεσιών μιας κοινωνίας, η οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα κράτους ή περιοχής καθώς και η βέλτιστη κατανομή πόρων· γενικότ. κάθε οικονομικό σύστημα: ανταγωνιστική/βιομηχανική/βιώσιμη/γεωργική/δημόσια (ή κρατική)/δικτυακή/δυναμική/εθνική/ενεργειακή/ευρωπαϊκή (/κοινοτική)/εύρωστη/ισχυρή/ναυτιλιακή/παγκόσμια/παράνομη (= παρα~)/πραγματική (ΑΝΤ. εικονική)/πράσινη/τοπική/τουριστική/υγιής/φτωχή ~. Η ~ της αγοράς. Αναθέρμανση/ανάκαμψη/δείκτες/διάρθρωση/θωράκιση/συρρίκνωση/σχεδιασμός/ύφεση της ~ας. Νόμπελ ~ας. Αναδυόμενες/αναπτυγμένες/αναπτυσσόμενες/περιφερειακές/υπανάπτυκτες ~ες. ~ες του πλανήτη/υπό μετάβαση. Η πορεία της ~ας. Προώθηση του εμπορίου και άνοιγμα της ~ας. Μέτρα ενίσχυσης/στήριξης/τόνωσης της ~ας. Επιβραδύνθηκε/επιταχύνθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της ~ας της ευρωζώνης στο ... τρίμηνο του έτους ... Διεθνείς ~ες και Χρηματιστήριο. 2. (κατ' επέκτ.) η οικονομική επιστήμη, τα τμήματα διδασκαλίας της και το αντίστοιχο μάθημα· το σύνολο των σχολών και των δογμάτων της οικονομικής σκέψης: Σπουδές στην ~. Σχολή ~ας και Διοίκησης. Πβ. (χρηματο)οικονομικά, οικονομολογία. Βλ. μακρο~, μικρο~, νευρο~.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ.) Καπιταλιστική/κλασική/μαρξιστική/σοσιαλιστική ~. Βλ. -νομία. 3. περιορισμός εξόδων, αποφυγή σπατάλης και γενικότ. συνετή διαχείριση, χρήση ή δραστηριότητα με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα: σκληρή ~ (= λιτότητα). ~ στο ηλεκτρικό/στα καύσιμα/στο νερό/στο χαρτί/στα χρήματα. ~ στην κατανάλωση ενέργειας. Κάνει ~, για να πάει διακοπές. (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάμπα ~ας (= εξοικονόμησης ενέργειας).|| (μτφ.) ~ γλώσσας/δυνάμεων/λόγου/χρόνου/χώρου. Πβ. φειδώ. Βλ. εξοικονόμηση. 4. διάταξη και κατανομή των επιμέρους διαφορετικών στοιχείων ενός καλλιτεχνικού συνήθ. έργου με στόχο τη δημιουργία οργανωμένου, λειτουργικού συνόλου: αφηγηματική/θεατρική/σκηνική ~. Παράκαμψη δευτερευόντων ζητημάτων για λόγους ~ας του κειμένου. Βλ. προ~. ● οικονομίες (οι): αποταμιευμένο απόθεμα χρημάτων: αιματηρές ~. Χρόνια έκανε ~. Έχω μερικές ~ στην άκρη/στην τράπεζα. Χάθηκαν οι ~ μιας ζωής. [< αγγλ. savings] ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη οικονομία (κυρ. παλαιότ.): στην οποία το κράτος παρεμβαίνει και κατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα: κεντρικά ~ ~. Η μετάβαση από την αυστηρά ~ ~ στην οικονομία της αγοράς. [< αγγλ. managed economy, 1969] , ελεύθερη οικονομία & οικονομία της (ελεύθερης) αγοράς: κατά την οποία ελαχιστοποιείται ο κρατικός παρεμβατισμός και επιτρέπεται η ελεύθερη σχετικά δράση της ιδιωτικής επιχείρησης, ο ανταγωνισμός και η ελεύθερη αγορά, ενώ αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία: ανάπτυξη/αρχές/καθεστώς/σύστημα της ~ης ~ας. Ανοικτή και ~ ~. Η οικονομία της αγοράς διέπεται από το νόμο της προσφοράς και της ζ΄ητησης. Βλ. ελεύθερος ανταγωνισμός, καπιταλ-, φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free economy, 1946, free-market economy, 1947, market economy, 1918] , θεία οικονομία: ΘΕΟΛ. το θείο σχέδιο για την σωτηρία του κόσμου: Η ~ ~ εκφράζεται μέσα από το μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού. Πβ. θεία πρόνοια., κοινωνική οικονομία & (κοινωνική) αλληλέγγυα οικονομία & οικονομία της αλληλεγγύης: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. τομέας της οικονομίας στον οποίο δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί με στόχο την κοινωνική και οικονομική ένταξη των ευπαθών ομάδων, την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών μορφών επιχειρηματικότητας: Ανάπτυξη/προγράμματα της ~ής ~ας., κρυφή οικονομία 1. ΟΙΚΟΝ. τομέας της οικονομίας που περιλαμβάνει συναλλαγές οι οποίες (παρανόμως) δεν δηλώνονται στην Εφορία και δεν λαμβάνονται υπόψη στις επίσημες στατιστικές: Η ~ ~ αφορά πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες. 2. (σπάν.) οικονομία ή αποταμίευση που δεν είναι άμεσα εμφανής. [< αγγλ. hidden economy, 1930] , κυκλική οικονομία & πράσινη οικονομία: (ως πράσινο μοντέλο ανάπτυξης) παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με ελαχιστοποίηση των αποβλήτων σε όλα τα στάδια παραγωγής. ΑΝΤ. γραμμική οικονομία. [< αγγλ. circular/green economy] , μικτή οικονομία: οικονομικό σύστημα στο οποίο ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με τον ιδιωτικό, κυρ. στον κλάδο των επιχειρήσεων., νέα/ψηφιακή οικονομία: που βασίζεται στον παγκόσμιο ιστό· το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που υλοποιούνται με βάση την αμφίδρομη ψηφιακή επικοινωνία· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα: ~ ~ της γνώσης και της πληροφορίας. ~ ~ και παγκοσμιοποίηση. Βλ. ηλεκτρονικό επιχειρείν. [< αγγλ. new/digital economy] , περιβαλλοντική οικονομία & οικονομία του περιβάλλοντος: κλάδος της οικονομικής επιστήμης που εστιάζει κυρίως σε περιβαλλοντικά θέματα. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. environmental economics] , αγροτική οικονομία βλ. αγροτικός, ανοιχτή οικονομία βλ. ανοιχτός, γραμμική οικονομία βλ. γραμμικός, ιδιωτική οικονομία βλ. ιδιωτικός, κλειστή αγροτική οικονομία βλ. κλειστός, κλειστή οικονομία βλ. κλειστός, οικιακή οικονομία βλ. οικιακός, οικονομίες κλίμακας βλ. κλίμακα, πολιτική οικονομία βλ. πολιτικός, υπερθέρμανση της οικονομίας βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: κατ' οικονομία(ν) (λόγ.): με σχέδιο και συγκεκριμένο στόχο: ~ ~ διευθέτηση/λύση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~ Θεού. Πβ. κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης. [< 1: μτγν. οἰκονομία, γαλλ. économie, αγγλ. economy 3: αρχ. οἰκονομία 4: μτγν. ~] | |
| 35850 | οικονομικά | [οἰκονομικά] οι-κο-νο-μι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. (προφ.) οικονομική κατάσταση· οικονομικές υποθέσεις: Τα ~ μου δεν πάνε καθόλου καλά.|| Τα ~ του κόμματος/της τοπικής αυτοδιοίκησης/της χώρας. ΣΥΝ. χρηματικό (3) 2. & οικονομική (η) ΟΙΚΟΝ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο) οικονομικές επιστήμες: Δημόσια/Διεθνή/Νομισματικά ~. Έχει διδακτορικό δίπλωμα στα ~. Πβ. οικονομολογία. || Θεσμική οικονομική. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασικά οικονομικά βλ. κλασικός [< αγγλ. institutional economics] | |
| 35851 | οικονομικίστικος | , η, ο βλ. οικονομίστικος | |
| 35852 | οικονομικοπολιτικός | , ή, ό [οἰκονομικοπολιτικός] οι-κο-νο-μι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ. & οικονομοπολιτικός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την οικονομία και την πολιτική: ~ή: διαπλοκή/εξουσία/κρίση. ~ό: κατεστημένο/μοντέλο/περιβάλλον/σκάνδαλο/σύστημα. ~ές: εξελίξεις/συνθήκες. ~ά: συμφέροντα. Η διεθνής ~ή σκηνή. [< γαλλ. politico-économique, αγγλ. politico-economical] | |
| 35853 | οικονομικός | , ή, ό [οἰκονομικός] οι-κο-νο-μι-κός επίθ. ΟΙΚΟΝ. 1. που αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: ~ός: απολογισμός/οργανισμός (πβ. τράπεζα)/πόλεμος/προϋπολογισμός/Τύπος/φορέας. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/ανεξαρτησία/βοήθεια/διάρθρωση/διαφάνεια/διαχείριση/διπλωματία/δυσπραγία/εισφορά/ενημέρωση/εξαθλίωση/εξέλιξη/εξυγίανση/επιστήμη (= οικονομικά)/θεωρία/κρίση/μεταρρύθμιση/πρόοδος/σταθερότητα/συγκυρία/συμφωνία/σύνοδος/ύφεση. ~ό: άνοιγμα/ίδρυμα/κέρδος/κλίμα/κόστος/κραχ/μοντέλο/σκάνδαλο/φόρουμ. ~οί: δείκτες/πόροι. ~ές: δυσκολίες/κυρώσεις/παροχές/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κίνητρα/συμφέροντα. Εξαμηνιαία/ετήσια ~ή έκθεση του Ομίλου ... ~ή ενίσχυση/στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται σε ~ό αδιέξοδο λόγω χρεών. Περικοπές για ~ούς λόγους. Δημόσια ~ή Υπηρεσία (ακρ. ΔΟΥ). ~ό Επιμελητήριο Ελλάδας (ακρ. ΟΕΕ).|| ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). ~ά μαθηματικά και στατιστική. Πτυχιούχος ΑΕΙ ~ής κατεύθυνσης. (ως ουσ.) Οι φοιτητές του ~ού.|| (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής/διαχειριστής/διευθυντής/ελεγκτής/έφορος. ~ό: επιτελείο (κυβέρνησης)/στέλεχος. Βλ. μακρο~, μικρο~, τεχνο~, χρηματο~. 2. που κοστίζει λίγο, ανέξοδος· που εξοικονομεί ενέργεια: ~ό: γεύμα/εισιτήριο/εστιατόριο/μαγαζί/ξενοδοχείο. ~ές: διακοπές. ~ή λειτουργία εγκατάστασης/συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. ~ό πακέτο καρτοκινητής τηλεφωνίας. Προσφορά συμφέρουσα από ~ή άποψη. Η ~ότερη λύση/πρόταση της αγοράς για συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ.|| ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας. ~ή: συσκευή. ~ό: αυτοκίνητο (: σε κατανάλωση βενζίνης). ΣΥΝ. φτηνός (1) ΑΝΤ. ακριβός (1), αντιοικονομικός, δαπανηρός ● Ουσ.: οικονομικό (το): καθετί που σχετίζεται με χρήματα, το χρηματικό: Έχει τεράστια περιουσία και συνεπώς έχει λύσει το ~ του. Μίλησε στον εργοδότη του για το ~ (: τον μισθό). Δεν την ενδιαφέρει το ~ της υπόθεσης. Το ~ (ενν. πρόβλημα) της χώρας. ● επίρρ.: οικονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική οικονομική ζώνη (ακρ. ΑΟΖ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δικαιωμάτων (κυρ. εκμετάλλευση των φυσικών πόρων) των παράκτιων κρατών με εύρος μέχρι 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές, που περιλαμβάνει τα ύδατα, τον βυθό και το υπέδαφος της περιοχής της, και αρχίζει μετά το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Βλ. υφαλοκρηπίδα. [< αγγλ. exclusive economic zone, 1975] , οικονομικά αγαθά: τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: Τα ~ ~ διακρίνονται στα υλικά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες. Βλ. διαρκή, ελεύθερα, καταναλωτικά, κεφαλαιουχικά αγαθά., οικονομικά μεγέθη 1. οποιαδήποτε μεταβλητή υπολογίζεται με αριθμητικούς ή ποσοτικούς όρους: εταιρικά/συνοπτικά ~ ~. Βελτιωμένα/μειωμένα εμφανίζονται τα ~ ~ του ομίλου στο εξάμηνο ... Τα ~ ~ της ζώνης του ευρώ. ~ ~ σε επίπεδο χώρας (π.χ. ΑΕΠ, επιτόκια, βλ. μακροοικονομία). 2. {κυρ. στον εν.} οικονομική συσκευασία. [< 2: αγγλ. economy size, 1950] , οικονομικές επιστήμες: όσες μελετούν την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση και διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών: Βραβείο Νόμπελ ~ών ~ών. Βλ. μακρο-, μικρο-οικονομία. ΣΥΝ. οικονομικά (2), οικονομολογία [< γαλλ. sciences économiques] , οικονομικές καταστάσεις: πίνακες αναλυτικής παρουσίασης κατά κατηγορία των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία μιας εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίοι δημοσιεύονται συγκεντρωτικά για τη διεξοδική ενημέρωση των επενδυτών: ενδιάμεσες/ενοποιημένες/εξαμηνιαίες/ετήσιες/περιοδικές/συνοπτικές/τριμηνιαίες ~ ~. Βλ. επαναδημοσίευση, ισολογισμός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες., οικονομική γεωγραφία: ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά και αναλύει τα τεχνικά, κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά στοιχεία του γεωγραφικού χώρου, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπινου παράγοντα· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα. Βλ. ανθρωπογεωγραφία. [< αγγλ. economic geography] , οικονομική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συμμετοχής σε οικονομικές συναλλαγές, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες., οικονομική θέση 1. & τουριστική θέση: χώρος σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (αεροπλάνα, πλοία, τρένα), όπου οι επιβάτες εξασφαλίζουν θέση με φθηνότερο εισιτήριο: εισιτήριο/κάθισμα/καμπίνα ~ής ~ης. ΑΝΤ. διακεκριμένη θέση 2. οικονομική κατάσταση: Βρίσκεται σε δύσκολη ~ ~. Σε δεινή ~ ~ περιήλθε ο Όμιλος ... [< 1: αγγλ. economy class, γαλλ. classe économique] , οικονομική μονάδα: κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας: Δύο αντιπροσωπευτικές ~ές ~ες είναι το νοικοκυριό και η επιχείρηση. [< αγγλ. economic unit] , οικονομική πολιτική: σύνολο μέτρων και αποφάσεων που λαμβάνονται σε κυβερνητικό συνήθ. επίπεδο για τον καθορισμό συγκεκριμένης πορείας στον τομέα της οικονομίας και την επίτευξη οικονομικών στόχων: εθνική/εξωτερική/εσωτερική/κοινοτική/περιοριστική ~ ~. Αλλαγή/χάραξη ~ής ~ής. Σφιχτή ~ ~ για μείωση του ελλείμματος.|| ~ ~ της εταιρείας., οικονομική συσκευασία: συσκευασία προϊόντος που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική, αλλά φτηνότερη αναλογικά. Βλ. οικογενειακό μέγεθος., Οικονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τις οικονομικές σχέσεις και δραστηριότητες: διοικητικό ~ ~. Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού ~ού ~ου., οικονομικό έγκλημα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. κάθε παράνομη οικονομική δραστηριότητα (όπως φοροδιαφυγή, υπεξαίρεση χρημάτων): διεθνές/ηλεκτρονικό/οργανωμένο ~ ~. Βλ. ΣΔΟΕ., οικονομικό σύστημα (το): κάθε σύνολο κανόνων στα πλαίσια μιας κοινωνίας που ρυθμίζουν την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση αγαθών: διεθνές/ευρωπαϊκό/φιλελεύθερο ~ ~. Το ~ ~ του καπιταλισμού., οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες: πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερου βιοτικού επίπεδου: νόμιμοι/παράνομοι ~ ~.|| Εσωτερικοί ~ ~. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. [< αγγλ. economic migrants/refugees] , οικονομικός κύκλος: περιοδική, επαναλαμβανόμενη διακύμανση ύφεσης-ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας: Ανοδική/πτωτική φάση ~ού ~ου. Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οί ~οι. [< αγγλ. business/economic cycle] , οικονομικός παράγοντας 1. οτιδήποτε επηρεάζει μια κατάσταση από οικονομικής πλευράς: Ο τουρισμός αποτελεί ζωτικό/σημαντικό ~ό ~α ανάπτυξης του νησιού. 2. πρόσωπο που έχει ισχυρή θέση και ασκεί επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο: κορυφαίος/σημαίνων/τοπικός ~ ~. ~οί ~ες και διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων., οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός: η επίδραση της κεντρικής εξουσίας ενός κράτους ή συνόλου κρατών στη λήψη αποφάσεων καθοριστικής σημασίας στον οικονομικό τομέα., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος βλ. ευρωπαϊκός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, οικονομική ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, οικονομική βία βλ. βία, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση, οικονομική μεγέθυνση βλ. μεγέθυνση, οικονομικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, οικονομικό έτος βλ. έτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο [< αρχ. οἰκονομικός, γαλλ. économique, αγγλ. economic] | |
| 35854 | οικονομικότητα | [οἰκονομικότητα] οι-κο-νο-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επίτευξη βέλτιστου αποτελέσματος και ειδικότ. μεγιστοποίηση κέρδους με τη χρήση των ελάχιστων δυνατών πόρων: ενεργειακή ~. ~ της επένδυσης/καλλιέργειας/κατασκευής/λειτουργίας/μεθόδου/παραγωγής. ~ και αποδοτικότητα/βιωσιμότητα/παραγωγικότητα/ποιότητα. Η ~ στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης. Βελτίωση της ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. economicity] | |
| 35855 | οικονομισμός | [οἰκονομισμός] οι-κο-νο-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύνολο αντιλήψεων στη μαρξιστική θεωρία που υποστηρίζουν ότι η κοινωνική εξέλιξη είναι αποτέλεσμα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων· κατ' επέκτ. η ερμηνεία των κοινωνικών διεργασιών και φαινομένων με βάση οικονομικούς παράγοντες. Βλ. -ισμός, καταστροφισμός. [< γαλλ. économisme, 20ός αι., αγγλ. economism, 1919] | |
| 35856 | οικονομίστικος | , η, ο [οἰκονομίστικος] οι-κο-νο-μί-στι-κος επίθ. & οικονομικίστικος (μειωτ.): ΟΙΚΟΝ. που χαρακτηρίζεται από προσήλωση σε οικονομικές θεωρίες οι οποίες δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα: ~η: ανάλυση/αντίληψη/θεώρηση/λογική/προσέγγιση. ~α: κριτήρια. Πολιτική καθηλωμένη σε ~α πλαίσια. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: οικονομίστικα [< αγγλ. economistic] | |
| 35857 | οικονομοκεντρικός | , ή, ό [οἰκονομοκεντρικός] οι-κο-νο-μο-κε-ντρι-κός επίθ. (σπάν.): ΟΙΚΟΝ. που έχει ως επίκεντρο την οικονομία: ~ός: πολιτισμός. ~ή: θεώρηση/προσέγγιση. ~ό: μοντέλο (ανάπτυξης)/σύστημα. ~ές: επιχειρήσεις. Βλ. ματεριαλιστ-, υλιστ-ικός. [< αγγλ. economic-centered | |
| 35858 | οικονομολογία | [οἰκονομολογία] οι-κο-νο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. οικονομικές επιστήμες. Πβ. οκονομικά. Βλ. -λογία. | |
| 35859 | οικονομολογικός | , ή, ό [οἰκονομολογικός] οι-κο-νο-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην οικονομολογία: ~ή: μελέτη. ~ό: επάγγελμα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. θέματα). | |
| 35860 | οικονομολόγος | [οἰκονομολόγος] οι-κο-νο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης την οικονομική επιστήμη: ναυτιλιακός ~. ~-κοινωνιολόγος/λογιστής/στατιστικός/φοροτεχνικός/χωροτάκτης. Δικηγόρος-~. ~ υγείας. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. économiste, αγγλ. economist] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ