| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35861 | οικονόμος | [οἰκονόμος] οι-κο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. & (λαϊκό) θηλ. οικονόμα: πρόσωπο που κάνει οικονομία, που δεν σπαταλά χρήματα άσκοπα. Βλ. σφιχτοχέρης. ΣΥΝ. φειδωλός (1) ΑΝΤ. σπάταλος (1) 2. υπεύθυνος για τη διαχείριση των υποθέσεων του σπιτιού, κυρ. των οικονομικών· γενικότ. οικονομικός διαχειριστής: πιστή ~. Πβ. μπάτλερ.|| Καμαρότοι και ~οι πλοίων. Βλ. -νόμος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. {στο αρσ.} (κυρ. παλαιότ.) ιερέας που αναλαμβάνει την οικονομική διαχείριση ναού ή εκκλησιαστικής περιφέρειας· τιμητικός τίτλος που δίνεται σε κληρικό για την προσφορά του στην Εκκλησία: ~ του μοναστηριού/της Μονής.|| ~ των μυστηρίων του Θεού. [< 1: γαλλ. économe 2,3: αρχ. οἰκονόμος] | |
| 35862 | οικονομοτεχνικός | , ή, ό [οἰκονομοτεχνικός] οι-κο-νο-μο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το οικονομικό και τεχνικό σκέλος μιας κατάστασης: (για πρόσ.) ~ός: σύμβουλος. (ως ουσ.) Οικονομολόγος-~.|| ~ός: έλεγχος/σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/βελτιστοποίηση/έκθεση/επάρκεια. ~ό: γραφείο/μοντέλο. ~ά: δεδομένα/κριτήρια. ~ή μελέτη σύστασης επιχείρησης. ● επίρρ.: οικονομοτεχνικά [< αγγλ. technoeconomic, 1960] | |
| 35863 | οικονομώ | [οἰκονομῶ] οι-κο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {οικονομ-είς (λαϊκό) -άς ... | οικονόμ-ησα, -είται (λαϊκό) -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & οικονομάω 1. κερδίζω χρήματα και συνήθ. τα αποταμιεύω: ~ησε ένα μικρό ποσό. Πβ. κονομάω. 2. διαχειρίζομαι κάτι με σύνεση· εξοικονομώ: ~ τις δυνάμεις μου/ενέργεια/χρόνο.|| Όλο το υλικό ~ήθηκε σε μία παράγραφο. 3. (προφ.) καταφέρνω να προμηθευτώ, να αποκτήσω κάτι, συνήθ. δυσεύρετο: Πού το ~ησες (: βρήκες, εξασφάλισες) το εισιτήριο για τη συναυλία; ● Μτχ.: οικονομημένος , η, ο (οικ.-συνήθ. μειωτ.): κονομημένος: (ως ουσ.) Ο ~ και βολεμένος της παρέας. ● ΦΡ.: τα κονομάω/οικονομάω βλ. κονομάω [< 1,3: αρχ. οἰκονομῶ 2: γαλλ. économiser | |
| 35864 | οικοπεδικός | , ή, ό [οἰκοπεδικός] οι-κο-πε-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με οικόπεδα: ~ός: συνεταιρισμός/χώρος. ~ή: αξία/έκταση (= οικόπεδο)/μερίδα. ~ό: τμήμα (ιδιοκτησίας). ~ά: συμφέροντα. [< μτγν. οἰκοπεδικός] | |
| 35865 | οικόπεδο | [οἰκόπεδο] οι-κό-πε-δο ουσ. (ουδ.) {οικοπέδ-ου | -ων}: οικοδομήσιμη εδαφική έκταση: αδόμητο/αμφιθεατρικό/ανεξάρτητο/γωνιακό/επαγγελματικό/θαλάσσιο (βλ. ΑΟΖ)/ιδιόκτητο/ιδιωτικό/όμορο/παραθαλάσσιο/περιφραγμένο/τυφλό (: στο οποίο δεν υπάρχει δημόσια πρόσβαση) ~. ~ εκτός/εντός οικισμού/σχεδίου. ~ εξ αδιαιρέτου/με θέα/προς ενοικίαση/προς πώληση. ~ επιφάνειας ... τ.μ./... στρεμμάτων. ~ επί της οδού ... ~-φιλέτο. Αγορά/αντιπαροχή/(αντικειμενική) αξία/απόκτηση/δέσμευση/δωρεά/εμβαδόν/κάτοψη/(οικο)δόμηση/όρια/παραχώρηση/πρόσοψη/πώληση/στοιχεία/(τοπογραφικό) σχέδιο ~ου. Συντελεστής αξιοποίησης ~ου. Διαχωρισμός/συνένωση ~ων. Βλ. αγροτεμάχιο, ακίνητο. ● Υποκ.: οικοπεδάκι (το) ● Μεγεθ.: οικοπεδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρτιότητα (οικοπέδου) βλ. αρτιότητα, κάλυψη του οικοπέδου βλ. κάλυψη ● ΦΡ.: μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια βλ. χωράφι [< αρχ. οἰκόπεδον] | |
| 35866 | οικοπεδοποίηση | [οἰκοπεδοποίηση] οι-κο-πε-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οικοπεδοποιώ: άκρατη/αλόγιστη/άναρχη/ανεξέλεγκτη/παράνομη ~. ~ του βουνού. ~ και καταπάτηση δασικών εκτάσεων. Στρέμματα προς ~. Βλ. -ποίηση, τσιμεντοποίηση. | |
| 35867 | οικοπεδοποιώ | [οἰκοπεδοποιῶ] οι-κο-πε-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {οικοπεδοποι-εί ... | οικοπεδοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): (για υπηρεσία) μετατρέπω τεμάχιο γης σε οικόπεδο με κύριο σκοπό την οικοδόμηση: ~ησαν ... % της περιοχής. Πήρε άδεια για να ~ήσει ιδιωτική έκταση. Δάσος που εκχερσώθηκε/κάηκε και ~ήθηκε. Βλ. -ποιώ. | |
| 35868 | οικοπεδούχος | [οἰκοπεδοῦχος] οι-κο-πε-δού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): κάτοχος οικοπέδου: Συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ ~ου και εργολάβου. Βλ. -ούχος1. | |
| 35869 | οικοπεδοφάγος | [οἰκοπεδοφάγος] οι-κο-πε-δο-φά-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που καταπατεί και οικειοποιείται ξένη ή δημόσια γη με σκοπό την οικοπεδοποίησή της: κύκλωμα ~ων.|| (σπάν.-ως επίθ.) ~ος: εμπρηστής. Βλ. -φάγος. | |
| 35870 | οίκος | [οἶκος] οί-κος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. οικία, σπίτι. ΣΥΝ. εστία (5), κατοικία (1) 2. επιχείρηση, κατάστημα· ίδρυμα, άσυλο: εισαγωγικός/εμπορικός/επενδυτικός/μουσικός/οπτικός/χρηματιστηριακός/χρηματοοικονομικός ~. ~ δημοπρασιών/επίπλων/καλλυντικών/κατασκευής/κοσμημάτων/νυφικών/τελετών/υψηλής ραπτικής. Αντιπροσωπευόμενοι/συνεργαζόμενοι ~οι. Διάσημος ~ μόδας. Βελτιωτικοί ~οι/~οι βελτιώσεων αυτοκινήτων. Προϊόντα επώνυμων ~ων εξωτερικού/εσωτερικού. Βλ. οργανισμός.|| ~ φροντίδας ηλικιωμένων/υπερηλίκων. ~ Τυφλών. ~οι ενδιαίτησης και περίθαλψης. 3. γένος, δυναστεία: (ΙΣΤ.) Βασιλικός ~. Αυτοκρατορικοί ~οι του Βυζαντίου. ΣΥΝ. οικογένεια (2) 4. ΕΚΚΛΗΣ. (στη βυζαντινή μουσική) στροφή κοντακίου: Ο "Ακάθιστος Ύμνος" αποτελείται από είκοσι τέσσερις ~ους. ● ΣΥΜΠΛ.: ο οίκος (του) Θεού & ο οίκος (του) Κυρίου: ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανικός ναός. ΣΥΝ. εκκλησία (1), οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης: ΟΙΚΟΝ. εταιρεία που αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων, οργανισμών, κρατών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. credit rating agency (CRA)] , εκδοτικός οίκος βλ. εκδοτικός, ευκτήριος οίκος βλ. ευκτήριος, ο Λευκός Οίκος βλ. λευκός, οίκος ανοχής βλ. ανοχή, οίκος ευγηρίας βλ. ευγηρία, Οίκος Ναύτου βλ. ναύτης ● ΦΡ.: κατ' οίκον: στο σπίτι: ~ ~ διδασκαλία (= οικοδιδασκαλία)/εργασία/κράτηση/μαθήματα (= ιδιαίτερα)/νοσηλεία/περιορισμός/φροντίδα. Παράδοση (εμπορευμάτων/προϊόντων) ~ ~. Διανομή (παραγγελιών έτοιμου φαγητού) ~ ~. Πβ. οίκοι., τα εν οίκω μη εν δήμω [τὰ ἐν οἴκῳ μὴ ἐν δήμῳ]: τα ενδοοικογενειακά θέματα δεν πρέπει να γίνονται ευρύτερα γνωστά· γενικότ. η εχεμύθεια είναι απαραίτητη σε εμπιστευτικές υποθέσεις., τα του οίκου: ιδιωτικές, προσωπικές υποθέσεις: (επιτατ.) Ας κοιτάξουν/λύσουν/τακτοποιήσουν πρώτα ~ ~ τους και μετά να μιλούν για τους άλλους., κατ' οίκον έρευνα βλ. έρευνα, σε κατ' οίκον περιορισμό βλ. περιορισμός [< 1,2,3: αρχ. οἶκος 4: μεσν. ~] | |
| 35871 | οικοσελίδα | [οἰκοσελίδα] οι-κο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.) (στην Κύπρο): ΔΙΑΔΙΚΤ. αρχική σελίδα που εμφανίζεται σε χρήστη κατά την περιήγησή του σε ιστότοπο. Βλ. διαδικτυακός τόπος/χώρος, ιστοσελίδα. [< αμερικ. home page, 1992] | |
| 35872 | οικόσημο | [οἰκόσημο] οι-κό-ση-μο ουσ. (ουδ.): επίσημο σύμβολο ευγενικής καταγωγής, κυρ. οικογένειας, ή αξιώματος, το οποίο φέρει παραστάσεις και γενικότ. διακριτικό έμβλημα πόλης, ιδρύματος, οργανισμού: βασιλικό/ενετικό ~. ~ αρχοντικού/παλατιού/πανεπιστημίου. ~α της δυναστείας των .../των ιπποτών. Επιβλητικό ~ στην είσοδο πύργου. Σπίτια με ~α. Πβ. θυρεός. Βλ. εθνόσημο.|| (κατ' επέκτ.) Σακάκια με ~α. Βλ. -σημο. [< γερμ. Hauswappen] | |
| 35873 | οικοσημολογία | [οἰκοσημολογία] οι-κο-ση-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): εραλδική. Βλ. -λογία. | |
| 35874 | οικόσιτος | , η, ο [οἰκόσιτος] οι-κό-σι-τος επίθ. 1. (για ζώα, πτηνά, πουλερικά) κατοικίδιος. ΣΥΝ. οικοδίαιτος 2. που αφορά την εκτροφή μικρού αριθμού ζώων για την κάλυψη οικογενειακών κυρ. αναγκών: ~η: κτηνοτροφία (βλ. ημιελεύθερος, νομαδικός)/πτηνοτροφία. ~ες: μονάδες. 3. (επίσ.) πρόσωπο στο οποίο παρέχεται διαμονή και σίτιση στην οικία κάποιου, στο πλαίσιο των υπηρεσιών που προσφέρει: ~ο: προσωπικό. [< μτγν. οἰκόσιτος ‘αυτός που τρώει στο σπίτι ή ζει σε σπίτι, που συντηρείται με δικά του έξοδα’] | |
| 35875 | οικοσκευή | [οἰκοσκευή] οι-κο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): το σύνολο των αντικειμένων σε ένα σπίτι (οικιακός εξοπλισμός, επίπλωση, ατομικά είδη): καινούργια/μεταχειρισμένη/οικογενειακή/πλήρης ~. Αγορά/αντικατάσταση/ασφάλιση/καταστροφή (π.χ. από σεισμό)/μετακόμιση ~ής. Πβ. νοικοκυριό. [< μτγν. οἰκοσκευή] | |
| 35876 | οικοσοσιαλισμός | [οἰκοσοσιαλισμός] οι-κο-σο-σι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΛ.: δημοκρατικός σοσιαλισμός που δίνει έμφαση σε οικολογικά θέματα. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Ökosozialismus, αγγλ. eco-socialism, 1985] | |
| 35877 | οικοσοσιαλιστής | [οἰκοσοσιαλιστής] οι-κο-σο-σι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του οικοσοσιαλισμού. [< αγγλ. eco-socialist, 1985] | |
| 35878 | οικοσύστημα | [οἰκοσύστημα] οι-κο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.) {οικοσυστήμ-ατος | -ατα}: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. ενότητα που αποτελείται από το σύνολο των οργανισμών μιας φυσικής κοινότητας (βιοτικοί παράγοντες), τα στοιχεία του περιβάλλοντος (αβιοτικοί παράγοντες) καθώς και τις σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο παραγόντων: αγροτικό/ανθρωπογενές/ευαίσθητο/εύθραυστο/ευπαθές/θαλάσσιο/λιμναίο/μεσογειακό/ορεινό/παράκτιο/πλούσιο/σπάνιο/υδάτινο/φυσικό/χερσαίο ~. Βλάβες/διαταραχές/καταστροφή/παρεμβάσεις στο ~ των νησιών/της περιοχής/του πλανήτη/του ποταμού. Αναβάθμιση/ανάπτυξη/αποκατάσταση/βελτίωση/βιοποικιλότητα/διατάραξη (της ισορροπίας)/διατήρηση/διαχείριση/κατάρρευση/προστασία/υποβάθμιση του ~ατος. Το ~ απαρτίζεται από τη βιοκοινότητα και τον βιότοπο. Φέρουσα ικανότητα του ~ατος (: η μέγιστη ποσότητα βιομάζας που μπορεί να υποστηρίξει ένα ~). Ροή της ενέργειας στα ~ατα. ● ΣΥΜΠΛ.: δασικό οικοσύστημα: οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό μαζί με τη συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, το νερό, τα στοιχεία του περιβάλλοντός τους (κλίμα, έδαφος) και οι σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Πβ. δάσος. [< γαλλ. écosystème, περ. 1950, αγγλ. ecosystem, 1935] | |
| 35879 | οικοσυστημικός | , ή, ό [οἰκοσυστημικός] οι-κο-συ-στη-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το οικοσύστημα: ~ή: προσέγγιση. [< αγγλ. ecosystemic, 1966, γαλλ. écosystémique] | |
| 35880 | οικόσφαιρα | [οἰκόσφαιρα] οι-κό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. βιόσφαιρα. [< αγγλ. ecosphere, 1953] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ