Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36540-36560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35881οικοτεχνία[οἰκοτεχνία] οι-κο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. οικιακή βιοτεχνία: αγροτική/παραδοσιακή/υφαντική ~. ~ παραγωγής ούζου. Προϊόντα ~ας και λαϊκής τέχνης. Βλ. -τεχνία.
35882οικοτεχνικός, ή, ό [οἰκοτεχνικός] οι-κο-τε-χνι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την οικοτεχνία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: δραστηριότητα/παραγωγή. ~ές: μονάδες. ~ά: προϊόντα.
35883οικοτοξικολογία[οἰκοτοξικολογία] οι-κο-το-ξι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. διεπιστημονικός κλάδος που εξετάζει τις επιδράσεις των τοξικών ουσιών και κυρ. των ρυπαντών στα οικοσυστήματα, συνδυάζοντας μεθόδους της οικολογίας και της τοξικολογίας: γενετική/γεωργική/υδατική ~. ~ της άγριας πανίδας/υδρόβιων οργανισμών. Βλ. -λογία. [< αγγλ. ecotoxicology, 1977]
35884οικοτοξικολογικός, ή, ό [οἰκοτοξικολογικός] οι-κο-το-ξι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με την οικοτοξικολογία: ~ή: αξιολόγηση. ~ές: επιδράσεις/επιπτώσεις/μελέτες. [< αγγλ. ecotoxicological]
35885οικοτοξικός, ή, ό [οἰκοτοξικός] οι-κο-το-ξι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. τοξικός για το περιβάλλον: ~ές: επιδράσεις/ιδιότητες/ουσίες (αποβλήτων). [< αγγλ. ecotoxic, 1978, γαλλ. écotoxique, 1989]
35886οικοτοξικότητα[οἰκοτοξικότητα] οι-κο-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. η ιδιότητα του οικοτοξικού: Έλεγχος ~ας υγρών αποβλήτων. [< αγγλ. ecotoxicity, 1979, γαλλ. écotoxicité]
35887οικότοπος[οἰκότοπος] οι-κό-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. οι φυσικές συνθήκες και το περιβάλλον στο οποίο ζει και αναπτύσσεται ένας φυτικός ή ζωικός οργανισμός: θαλάσσιος/παράκτιος/σπάνιος ~. Υποβάθμιση ~ου. ~ προτεραιότητας. ~ με χλωρίδα και πανίδα. ~ για μεταναστευτικά, αλλά και ενδημικά είδη πουλιών. Ποικιλότητα ~όπων. Πβ. βιότοπος. Βλ. οικοθέση, -τοπος. ΣΥΝ. ενδιαίτημα (2) [< μεσν. οικότοπος 'κτισμένο οικόπεδο', αγγλ.-γαλλ. habitat]
35888οικοτουρισμός[οἰκοτουρισμός] οι-κο-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. εναλλακτική μορφή τουρισμού σε περιοχές οι οποίες αναπτύσσονται με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους με σκοπό την ανάδειξη, διαφύλαξη και διαχείριση των φυσικών πλεονεκτημάτων και του πολιτισμού τους: ανάπτυξη/προώθηση του ~ού. Πβ. ήπιος τουρισμός. Βλ. -ισμός, αγρο-, γεω-τουρισμός. ΣΥΝ. ηθικός τουρισμός, οικολογικός τουρισμός [< αγγλ. ecotourism, 1980, γαλλ. écotourisme, 1992]
35889οικοτουρίστας[οἰκοτουρίστας] οι-κο-του-ρί-στας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιλέγει τον οικοτουρισμό ως εναλλακτική μορφή τουρισμού. [< αγγλ. ecotourist, 1985]
35890οικοτουριστικός, ή, ό [οἰκοτουριστικός] οι-κο-του-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που αναφέρεται στον οικοτουρισμό ή τους οικοτουρίστες: ~ός: προορισμός. ~ή: ανάπτυξη/μονάδα. ~ό: κέντρο. [< αγγλ. ecotouristic, γαλλ. écotouristique]
35891οικοτρομοκράτης[οἰκοτρομοκράτης] οι-κο-τρο-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός της οικοτρομοκρατίας. [< αγγλ. ecoterrorist, 1988]
35892οικοτρομοκρατία[οἰκοτρομοκρατία] οι-κο-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ακραία κίνηση του οικολογικού ακτιβισμού που υποστηρίζει την ανάγκη πράξεων βίας ή σαμποτάζ για την προστασία του περιβάλλοντος. [< αγγλ. ecoterrorism, 1980]
35893οικοτροφείο

[οἰκοτροφεῖο] οι-κο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ίδρυμα το οποίο προσφέρει στέγαση και διατροφή συνήθ. έναντι αμοιβής: εκκλησιαστικό/θεολογικό/μαθητικό/φοιτητικό ~. ~ αρρένων/θηλέων. ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες/ηλικιωμένων (βλ. γηροκομείο)/ορφανών (βλ. ορφανοτροφείο)/ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης.|| (ειδικότ.) Σχολείο-~. Βλ. -τροφείο. [< γερμ. Internat, γαλλ. internat]

35894οικότροφος, η/ος, ο [οἰκότροφος] οι-κό-τρο-φος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -όφου}: πρόσωπο που ζει σε οικοτροφείο: ~οι: φοιτητές (εστίας).|| Μπήκε/τον έστειλαν ~ο (= εσωτερικό) σε σχολείο του εξωτερικού. Βλ. τρόφιμος. [< μτγν. οἰκότροφος ‘αυτός που τρέφεται ή ζει στο σπίτι’, γαλλ. interne]
35895οικότυπος[οἰκότυπος] οι-κό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. υποδιαίρεση είδους, οι πληθυσμοί του οποίου παρουσιάζουν τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να τους επιτρέπουν να ζουν σε συγκεκριμένο οικότοπο. [< αγγλ. ecotype, 1916, γαλλ. écotype, 1926]
35896οικουμένη[οἰκουμένη] οι-κου-μέ-νη ουσ. (θηλ.): υφήλιος, κόσμος, Γη: Ζητήματα που απασχολούν ολόκληρη την ~. Ενίσχυση του διαπολιτισμικού διαλόγου ανά την ~. Η φήμη του εξαπλώθηκε στα πέρατα της ~ης. Βλ. διεθνής κοινότητα.|| (ΙΣΤ.) Η Ελληνική/Ρωμαϊκή ~. ● ΦΡ.: απανταχού της Γης/της οικουμένης βλ. απανταχού [< αρχ. οἰκουμένη]
35897οικουμενικός, ή, ό [οἰκουμενικός] οι-κου-με-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην οικουμένη· διεθνής: ~ός: ελληνισμός/θεσμός/καλλιτέχνης. ~ή: ενότητα (της Εκκλησίας)/θεολογία/συνείδηση. ~ό: αίτημα/μήνυμα. ~ές: αξίες/αρχές. ~ά: προβλήματα. Η ~ή Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (: υιοθετήθηκε το 1948 από τα Ηνωμένα Έθνη). ~ό Πρόγραμμα Προσφύγων. Η ~ή διάσταση της ελληνικής γλώσσας. Διαπολιτισμικά και ~ά σχήματα. Βλ. καθολικός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ός: διάλογος. ~ό: πνεύμα (της Ορθοδοξίας). Πβ. παγκόσμιος, πανανθρώπινος. ● επίρρ.: οικουμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οικουμενική κίνηση: ΘΕΟΛ. οικουμενισμός., οικουμενικό σύμφωνο: ΝΟΜ. εθελοντική, διεθνής πρωτοβουλία του ΟΗΕ, στο πλαίσιο της οποίας οι επιχειρήσεις ευθυγραμμίζουν τις λειτουργίες και στρατηγικές τους με βάση δέκα κοινά αποδεκτές αρχές. Βλ. εταιρική κοινωνική ευθύνη. [< αγγλ. (UN) global compact, 2000] , ο Οικουμενικός Θρόνος βλ. θρόνος, οικουμενική κυβέρνηση βλ. κυβέρνηση, Οικουμενική Σύνοδος βλ. σύνοδος, Οικουμενικό Πατριαρχείο βλ. πατριαρχείο, Οικουμενικός Πατριάρχης βλ. πατριάρχης [< μτγν. οἰκουμενικός, γαλλ. universel, œcuménique, αγγλ. universal, ecumenical]
35898οικουμενικότητα[οἰκουμενικότητα] οι-κου-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του οικουμενικού: η ~ των ανθρώπινων δικαιωμάτων/της ελληνικής γλώσσας/της μουσικής/του πολιτισμού. Πνεύμα/σύμβολο ~ας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Πατριαρχείου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. παγκοσμιότητα [< γαλλ. œcuménicit é , αγγλ. ecumenicity]
35899οικουμενισμός[οἰκουμενισμός] οι-κου-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΕΟΛ. κίνηση που έχει ως σκοπό την ενοποίηση του διαιρεμένου σε δόγματα χριστιανικού κόσμου· γενικότ. συμβιβασμός θρησκευτικών διαφορών. Βλ. συγκρητισμός. ΣΥΝ. οικουμενική κίνηση 2. διεύρυνση και υιοθέτηση θεσμών σε παγκόσμιο επίπεδο: πολιτικός/πολιτισμικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. œcuménisme, 1927, αγγλ. ecumenism, 1948]
35900οικουμενιστής[οἰκουμενιστής] οι-κου-με-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. οπαδός του οικουμενισμού. [< αγγλ. ecumenist, 1964]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.