| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35901 | οικουρώ | [οἰκουρῶ] οι-κου-ρώ ρ. (αμτβ.) {οικουρ-εί ... | συνήθ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): μένω στο σπίτι, κυρ. λόγω ασθένειας ή ανάρρωσης: ~εί λόγω γρίπης. [< αρχ. οἰκουρῶ] | |
| 35902 | οικοφασισμός | [οἰκοφασισμός] οι-κο-φα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ριζοσπαστική θεωρία η οποία, στην ακραία, ρατσιστική εκδοχή της, υποστηρίζει τον αφανισμό συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. eco-fascism] | |
| 35903 | οικοφεμινισμός | [οἰκοφεμινισμός] οι-κο-φε-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΟΙΚΟΛ. κοινωνικοπολιτική κίνηση που εντάσσεται στον ριζοσπαστικό φεμινισμό και υποστηρίζει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των οικολογικών προβλημάτων της σύγχρονης εποχής και της καταπίεσης του γυναικείου φύλου ως προέκταση της πατριαρχίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. écoféminisme, 1974, αγγλ. ecofeminism, 1980] | |
| 35904 | οικοφυσιολογία | [οἰκοφυσιολογία] οι-κο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η επιστημονική μελέτη της επίδρασης του βιοτικού και αβιοτικού περιβάλλοντος στη φυσιολογία των οργανισμών καθώς και της προσαρμογής τους στο περιβάλλον: δασική/λιβαδική ~. ~ εντόμων/προστατευόμενων ειδών/φυτών. Βλ. -λογία. [< αγγλ. ecophysiology, 1962] | |
| 35905 | οικοχωριό | [οἰκοχωριό] οι-κο-χω-ριό ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΛ. οικολογικό χωριό, οικοκοινότητα. | |
| 35906 | οικτιρμός | [οἰκτιρμός] οι-κτιρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) οίκτος. Πβ. ελεεινολογία, συμπόνια. [< αρχ. οἰκτιρμός] | |
| 35907 | οικτίρμων | , ων, ον [οἰκτίρμων] οι-κτίρ-μων επίθ. (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που νιώθει οίκτο· φιλεύσπλαχνος: "Κύριος ο Θεός, ~ και ελεήμων." ΑΝΤ. ανοικτίρμων [< αρχ. οἰκτίρμων] | |
| 35908 | οικτίρω | [οἰκτίρω] οι-κτί-ρω ρ. (μτβ.) {οίκτιρ-α, οικτίρ-οντας} (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): λυπάμαι και ταυτόχρονα αποδοκιμάζω την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος, ελεεινολογώ: ~ει τον εαυτό του που έχασε τέτοια ευκαιρία. Τον ~ουν για την άθλια συμπεριφορά του. [< αρχ. οἰκτίρω] | |
| 35909 | οίκτος | [οἶκτος] οί-κτος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λύπηση για κάποιον που συνοδεύεται από περιφρόνηση· συμπόνια, σπλαχνικότητα: Προκαλεί τον ~ο. Τον κοίταξε με ~ο.|| Χωρίς ίχνος ~ου. Δεν έδειξε κανέναν ~ο στο θύμα του. Πβ. έλεος. ΣΥΝ. συμπάθεια (2) [< αρχ. οἶκτος] | |
| 35910 | οικτρός | , ή, ό [οἰκτρός] οι-κτρός επίθ. 1. που είναι εξαιρετικά δυσάρεστος, επώδυνος, με αποτέλεσμα να προκαλεί συναισθήματα οίκτου· κατ' επέκτ. σοβαρότατος, βαρύτατος: ~ός: θάνατος. ~ή: εικόνα/εμφάνιση. ~ό: θέαμα. ~ές: συνθήκες (π.χ. διαβίωσης). ~ά: βασανιστήρια. Είχε ~ό τέλος. Πβ. αξιο-θρήνητος, -λύπητος, θλιβερός.|| ~ή: αποτυχία (= παταγώδης)/διάψευση/ήττα/(οικονομική) κατάσταση. ~ό: λάθος (= τραγικό). ~ά: αποτελέσματα. Κάνει ~ές (= αιματηρές) οικονομίες. 2. άθλιος, ελεεινός, ποταπός: (για πρόσ.) ~ός: ψεύτης.|| ~ή: δικαιολογία (= αισχρή)/ποιότητα. ● επίρρ.: οικτρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) βλ. πλανώ [< αρχ. οἰκτρός] | |
| 35911 | οικώ | [οἰκῶ] οι-κώ ρ. (αμτβ.) {οικείς ... | οίκ-ησε, -είται} (λόγ.): διαμένω, κατοικώ. Βλ. συν~. [< αρχ. οἰκῶ] | |
| 35912 | οϊμέ | [ὀϊμέ] ο-ϊ-μέ επιφών. & οϊμένα & ωιμέ & ωιμένα (λογοτ.): (για έκφραση ψυχικής οδύνης) αλίμονο. [< μεσν. οϊμέ, οϊμένα, ωιμέ, ωιμένα] | |
| 35913 | οίμοι | [οἴμοι] οί-μοι επιφών. (αρχαιοπρ.): οϊμέ. [< αρχ. οἴμοι] | |
| 35914 | οιμωγή | [οἰμωγή] οι-μω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κραυγή θρήνου: ~ές θανάτου/πόνου. Πβ. οδυρμός. ΣΥΝ. ολολυγμός [< αρχ. οἰμωγή] | |
| 35915 | οιμώζω | [οἰμώζω] οι-μώ-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): οδύρομαι, θρηνώ. ΣΥΝ. ολοφύρομαι [< αρχ. οἰμώζω] | |
| 35916 | οιν- | βλ. οινο- | |
| 35917 | οιναποθήκη | [οἰναποθήκη] οι-να-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αποθήκη όπου φυλάσσεται κρασί: συνεταιριστική ~. ~ με πατητήρι. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Υπόσκαφες ~ες. Βλ. κάβα, κελάρι. | |
| 35918 | οινεμπόριο | [οἰνεμπόριο] οι-νε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εμπόριο οίνου. Βλ. -εμπόριο. | |
| 35919 | οινέμπορος | [οἰνέμπορος] οι-νέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): έμπορος οίνου. Βλ. -έμπορος. [< μτγν. οἰνέμπορος] | |
| 35920 | οινικός | , ή, ό [οἰνικός] οι-νι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον οίνο ή την οινοποιία: ~ός: οδηγός/τουρισμός (: οινοτουρισμός). ~ή: αγορά/εκδήλωση/ιστορία/κουλτούρα/λίστα/νομοθεσία/παραγωγή (: οινοπαραγωγή)/παράδοση/πρόταση. ~ές: διαδρομές. ~ά: προϊόντα. Αλκοόλη ~ής προέλευσης. Βλ. αμπελο~. [< μτγν. οἰνικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ