Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3640-3660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2696αμπερόμετρο[ἀμπερόμετρο] α-μπε-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο που μετρά την ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος σε αμπέρ: αναλογικό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. ampèremètre]
2697αμπερώριο[ἀμπερώριο] α-μπε-ρώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ηλεκτρικού συσσωρευτή σε ρεύμα (σύμβ. Ah). [< γαλλ. ampè re-heure]
2698αμπέχονο[ἀμπέχονο] α-μπέ-χο-νο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. κοντό πανωφόρι με πολλά κουμπιά: χακί ~. Ντυμένος με ~ (= στρατιωτικό μπουφάν) και άρβυλα. Βλ. επενδύτης, χιτώνιο. [< αρχ. ἀμπέχονον ‘λεπτό πανωφόρι’, γαλλ. vareuse]
2699αμπιγιέ[ἀμπιγιέ] α-μπι-γιέ επίθ. {άκλ.} & αμπιγέ: για ρούχα, παπούτσια ή αξεσουάρ κατάλληλα για επίσημη εμφάνιση: ~ φόρεμα.|| (ως επίρρ.) Οι καλεσμένοι ήρθαν ντυμένοι ~ (: επίσημα). Πβ. κυριλέ, στην τρίχα/πένα. ΑΝΤ. κάζουαλ, σπορ (2) [< γαλλ. habillé]
2700αμπιγιέρ, αμπιγιέζ[ἀμπιγιέρ] α-μπι-γιέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & αμπιγέρ, αμπιγέζ: επαγγελματίας υπεύθυνος για την ένδυση και εμφάνιση κυρ. των ηθοποιών ή των μανεκέν. [< γαλλ. habilleur, -euse]
2701άμπιεντ[ἄμπιεντ] ά-μπι-εντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής που ενσωματώνει στοιχεία από ποικίλα μουσικά είδη και επιδιώκει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ηρεμίας και χαλάρωσης. [< αγγλ. ambient (music), 1978]
2702αμπίρ[ἀμπίρ] α-μπίρ επίθ./ουσ. {άκλ.}: σχέδιο φορέματος ή μακριάς μπλούζας που έχει ντεκολτέ και φαρδαίνει από το στήθος και κάτω: Τοπ/τουαλέτα σε γραμμή ~.|| (ως ουσ.) ~ (ενν. φόρεμα) για εγκύους. [< γαλλ. (style) Empire]
2703αμπλαούμπλας[ἁμπλαούμπλας] α-μπλα-ού-μπλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο αδέξιο ή άχαρο στη συμπεριφορά και την εμφάνιση. Πβ. ασουλούπωτος. [< γαλλ. hâbleur]
2704άμποτε[ἄμποτε] ά-μπο-τε επιφών. & άμποτες (λαϊκό-λογοτ.-ευχετ.): (+ να) είθε, μακάρι: ~ όλα να πάνε καλά! ~ να ζήσεις χρόνια πολλά (= ο Θεός να δώσει να ...). Βλ. αμήν και πότε, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί. [< μεσν. άμποτε]
2705αμπούλα[ἀμπούλα] α-μπού-λα ουσ. (θηλ.): αεροστεγώς κλεισμένο συνήθ. γυάλινο κυλινδρικό φιαλίδιο που περιέχει κυρ. φαρμακευτικό διάλυμα και κατ' επέκτ. κάθε κλειστή φιάλη μικρής χωρητικότητας με υγρό: ενέσιμες/πόσιμες ~ες. ~ες μαγνησίου/φυσιολογικού ορού.|| Ανταλλακτική/μεταλλική ~. ~ αζώτου/αυτόματης πυρόσβεσης/διοξειδίου του άνθρακα. Θρεπτικά διαλύματα σε συσκευασία ~ας. ~ες μελάνης. Καλλυντικό προϊόν σε ~ες. ΣΥΝ. φύσιγγα ● ΣΥΜΠΛ.: αμπούλες βρόμας: φιαλίδια που, σπάζοντας, αναδίδουν πολύ δυσάρεστη μυρωδιά: Έριξαν/πέταξαν ~ ~. [< μεσν. αμπούλα, γαλλ. ampoule < λατ. ampulla < amp(h)ora < ἀμφορέα]
2706άμπρα κατάμπρα[ἄμπρα κατάμπρα] ά-μπρα κα-τά-μπρα {άκλ.} & αμπρακατάμπρα: φράση που χρησιμοποιείται σε ταχυδακτυλουργικά ή άλλα μαγικά τεχνάσματα, ώστε να εκτελεστούν με επιτυχία. [< ιταλ. abracadabra]
2707αμπραγιάζ[ἀμπραγιάζ] α-μπρα-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανική διάταξη που μεταβιβάζει την ενέργεια του κινητήρα στους τροχούς του αυτοκινήτου: δίσκοι/σετ ~. Αφήνω/πατάω το ~. Το πεντάλ του ~. Βλ. γκάζι, φρένο. ΣΥΝ. ντεμπραγιάζ, συμπλέκτης [< γαλλ. embrayage]
2708αμπράς[ἀμπράς] α-μπράς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αμπράζ: διακοσμητική λαβή που συγκρατεί την κουρτίνα. Βλ. κορδόνι. [< γαλλ. embrasse]
2709αμπρί[ἀμπρί] α-μπρί ουσ. (ουδ.) {αμπρ-ιά}: ΣΤΡΑΤ. επίγειο ή υπόγειο καταφύγιο για προστασία από τις εχθρικές βολές. Πβ. χαράκωμα. [< γαλλ. abri]
2710άμπωτη[ἄμπωτη] ά-μπω-τη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) άμπωτις 1. ΩΚΕΑΝ. κάθοδος της στάθμης της θάλασσας κατά τη δεύτερη φάση της παλίρροιας, υποχώρηση των νερών. Πβ. φυρονεριά. ΑΝΤ. πλημμυρίδα (1), φουσκονεριά 2. (μτφ.) ναδίρ: η ~ και πλημμυρίδα (= το ζενίθ) της επανάστασης. [< 1: αρχ. ἄμπωτις]
2711αμυαλιά[ἀμυαλιά] α-μυα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη σύνεσης, σωφροσύνης· κατ' επέκτ. ασυλλόγιστη ενέργεια. Πβ. απρονοησία, αφροσύνη. Βλ. ελαφρομυαλιά, επιπολαιότητα.|| Παιδικές αταξίες και ~ιές. ΣΥΝ. ανοησία (1)
2712άμυαλος, η, ο [ἂμυαλος] ά-μυα-λος επίθ.: που δεν είναι λογικός, συνετός: ~ο: παιδί. ~οι: νέοι. Επιπόλαιος και ~. ~α και άβουλα όντα. Πβ. απερίσκεπτος, ασύνετος, άφρων. ΣΥΝ. ανόητος ΑΝΤ. μυαλωμένος, νουνεχής ● επίρρ.: άμυαλα [< μεσν. άμυαλος]
2713αμυγδαλεκτομή[ἀμυγδαλεκτομή] α-μυ-γδα-λε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των αμυγδαλών από τον φάρυγγα. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. amygdalectomie, 1927]
2714αμυγδαλέλαιο[ἀμυγδαλέλαιο] α-μυ-γδα-λέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): έλαιο από αμύγδαλα που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, την κοσμετολογία και τη σαπουνοποιία: εκχύλισμα ~ου. Aφρόλουτρο/λοσιόν με ~. Βλ. αιθέρια έλαια, -έλαιο. [< μτγν. ἀμυγδαλέλαιον]
2715αμυγδαλές[ἀμυγδαλές] α-μυ-γδα-λές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. αμυγδαλή}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. οι δύο λεμφοειδείς αδένες που μοιάζουν με αμύγδαλα και βρίσκονται στη βάση του ουρανίσκου, στην είσοδο του φάρυγγα· γενικότ. κάθε μικρή, στρογγυλή μάζα λεμφοειδούς ιστού: ερεθισμένες/κόκκινες/πρησμένες/πυώδεις ~. Βγάζω τις/έχω/υποφέρω από ~ (βλ. αμυγδαλίτιδα). Αφαίρεση/μόλυνση/φλεγμονή των ~ών. Βλ. κρεατάκια. [< γαλλ. amygdales]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.