Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3640-3660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2705αμπούλα[ἀμπούλα] α-μπού-λα ουσ. (θηλ.): αεροστεγώς κλεισμένο συνήθ. γυάλινο κυλινδρικό φιαλίδιο που περιέχει κυρ. φαρμακευτικό διάλυμα και κατ' επέκτ. κάθε κλειστή φιάλη μικρής χωρητικότητας με υγρό: ενέσιμες/πόσιμες ~ες. ~ες μαγνησίου/φυσιολογικού ορού.|| Ανταλλακτική/μεταλλική ~. ~ αζώτου/αυτόματης πυρόσβεσης/διοξειδίου του άνθρακα. Θρεπτικά διαλύματα σε συσκευασία ~ας. ~ες μελάνης. Καλλυντικό προϊόν σε ~ες. ΣΥΝ. φύσιγγα ● ΣΥΜΠΛ.: αμπούλες βρόμας: φιαλίδια που, σπάζοντας, αναδίδουν πολύ δυσάρεστη μυρωδιά: Έριξαν/πέταξαν ~ ~. [< μεσν. αμπούλα, γαλλ. ampoule < λατ. ampulla < amp(h)ora < ἀμφορέα]
2706άμπρα κατάμπρα[ἄμπρα κατάμπρα] ά-μπρα κα-τά-μπρα {άκλ.} & αμπρακατάμπρα: φράση που χρησιμοποιείται σε ταχυδακτυλουργικά ή άλλα μαγικά τεχνάσματα, ώστε να εκτελεστούν με επιτυχία. [< ιταλ. abracadabra]
2707αμπραγιάζ[ἀμπραγιάζ] α-μπρα-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανική διάταξη που μεταβιβάζει την ενέργεια του κινητήρα στους τροχούς του αυτοκινήτου: δίσκοι/σετ ~. Αφήνω/πατάω το ~. Το πεντάλ του ~. Βλ. γκάζι, φρένο. ΣΥΝ. ντεμπραγιάζ, συμπλέκτης [< γαλλ. embrayage]
2708αμπράς[ἀμπράς] α-μπράς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αμπράζ: διακοσμητική λαβή που συγκρατεί την κουρτίνα. Βλ. κορδόνι. [< γαλλ. embrasse]
2709αμπρί[ἀμπρί] α-μπρί ουσ. (ουδ.) {αμπρ-ιά}: ΣΤΡΑΤ. επίγειο ή υπόγειο καταφύγιο για προστασία από τις εχθρικές βολές. Πβ. χαράκωμα. [< γαλλ. abri]
2710άμπωτη[ἄμπωτη] ά-μπω-τη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) άμπωτις 1. ΩΚΕΑΝ. κάθοδος της στάθμης της θάλασσας κατά τη δεύτερη φάση της παλίρροιας, υποχώρηση των νερών. Πβ. φυρονεριά. ΑΝΤ. πλημμυρίδα (1), φουσκονεριά 2. (μτφ.) ναδίρ: η ~ και πλημμυρίδα (= το ζενίθ) της επανάστασης. [< 1: αρχ. ἄμπωτις]
2711αμυαλιά[ἀμυαλιά] α-μυα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη σύνεσης, σωφροσύνης· κατ' επέκτ. ασυλλόγιστη ενέργεια. Πβ. απρονοησία, αφροσύνη. Βλ. ελαφρομυαλιά, επιπολαιότητα.|| Παιδικές αταξίες και ~ιές. ΣΥΝ. ανοησία (1)
2712άμυαλος, η, ο [ἂμυαλος] ά-μυα-λος επίθ.: που δεν είναι λογικός, συνετός: ~ο: παιδί. ~οι: νέοι. Επιπόλαιος και ~. ~α και άβουλα όντα. Πβ. απερίσκεπτος, ασύνετος, άφρων. ΣΥΝ. ανόητος ΑΝΤ. μυαλωμένος, νουνεχής ● επίρρ.: άμυαλα [< μεσν. άμυαλος]
2713αμυγδαλεκτομή[ἀμυγδαλεκτομή] α-μυ-γδα-λε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των αμυγδαλών από τον φάρυγγα. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. amygdalectomie, 1927]
2714αμυγδαλέλαιο[ἀμυγδαλέλαιο] α-μυ-γδα-λέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): έλαιο από αμύγδαλα που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, την κοσμετολογία και τη σαπουνοποιία: εκχύλισμα ~ου. Aφρόλουτρο/λοσιόν με ~. Βλ. αιθέρια έλαια, -έλαιο. [< μτγν. ἀμυγδαλέλαιον]
2715αμυγδαλές[ἀμυγδαλές] α-μυ-γδα-λές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. αμυγδαλή}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. οι δύο λεμφοειδείς αδένες που μοιάζουν με αμύγδαλα και βρίσκονται στη βάση του ουρανίσκου, στην είσοδο του φάρυγγα· γενικότ. κάθε μικρή, στρογγυλή μάζα λεμφοειδούς ιστού: ερεθισμένες/κόκκινες/πρησμένες/πυώδεις ~. Βγάζω τις/έχω/υποφέρω από ~ (βλ. αμυγδαλίτιδα). Αφαίρεση/μόλυνση/φλεγμονή των ~ών. Βλ. κρεατάκια. [< γαλλ. amygdales]
2716αμυγδαλεώνας[ἀμυγδαλεώνας] α-μυ-γδα-λε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έκταση γης όπου έχουν φυτευτεί αμυγδαλιές. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ἀμυγδαλεώνας]
2717αμυγδαλή[ἀμυγδαλή] α-μυ-γδα-λή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κάθε μία από τις δύο εγκεφαλικές δομές στον κροταφικό λοβό, μπροστά από τον ιππόκαμπο, οι οποίες ελέγχουν τις συναισθηματικές αντιδράσεις, κυρ. τον φόβο και το στρες, αμυγδαλοειδής πυρήνας. Βλ. νεοφλοιός. [< αγγλ. amygdala]
2718αμυγδαλιά[ἀμυγδαλιά] α-μυ-γδα-λιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μυγδαλιά: ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus Amygdalus/Dulcis) με λευκά-ροζ άνθη, που βγαίνουν νωρίς την άνοιξη, και καρπό το αμύγδαλο: ανθισμένη ~. Βλ. πικρ~, πυρηνόκαρπα. ● Υποκ.: αμυγδαλίτσα & (λαϊκό) μυγδαλίτσα (η) [< μτγν. ἀμυγδαλέα]
2719αμυγδαλίτιδα[ἀμυγδαλίτιδα] α-μυ-γδα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μόλυνση και φλεγμονή των αμυγδαλών από ιούς ή βακτηρίδια: οξεία/πυώδης/στρεπτοκοκκική/υποτροπιάζουσα ~. Βλ. αδενοειδίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. amygdalite]
2720αμύγδαλο[ἀμύγδαλο] α-μύ-γδα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} & (λαϊκό) μύγδαλο: ο καρπός της αμυγδαλιάς και ιδ. η αμυγδαλόψιχα: πράσινα/φρέσκα ~α. Βλ. κάρυο.|| Ανάλατα/γλυκά/καβουρδισμένα/καραμελωμένα/ξεφλουδισμένα/τριμμένα ~α. ~α φιλέ (: κομμένα σε λεπτές φετούλες). Κουραμπιέδες/χαλβάς με ~α. Σοκολάτα/τούρτα ~άλου. Σπάω ~α. Βλ. πικρ~, εργολάβος, ξηροί καρποί. ● Υποκ.: αμυγδαλάκι & (λαϊκό) μυγδαλάκι (το) [< αρχ. ἀμύγδαλον]
2721αμυγδαλο- & αμυγδαλό- & αμυγδαλ(ε)-α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά 1. στο αμύγδαλο ή την αμυγδαλιά: αμυγδαλό-παστα/~ψιχα. Αμυγδαλε-ώνας.|| (κατ' επέκτ.) Aμυγδαλο-ειδής.|| Αμυγδαλ-ωτός. 2. ΙΑΤΡ. στις αμυγδαλές: αμυγδαλ-εκτομή.
2722αμυγδαλοειδής, ής, ές [ἀμυγδαλοειδής] α-μυ-γδα-λο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή αμυγδάλου: ~ές: σχήμα.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: πυρήνας (= αμυγδαλή). [< μτγν. ἀμυγδαλοειδής, γαλλ. amygdaloïde, αγγλ. amygdaloid]
2723αμυγδαλόπαστα[ἀμυγδαλόπαστα] α-μυ-γδα-λό-πα-στα ουσ. (θηλ.): μείγμα ζάχαρης, αμυγδάλων, ανθόνερου ή ροδόνερου και σπανιότ. αποστάγματος αμυγδάλου: γλυκά με ~ (βλ. μάρτζιπαν). ~ με γέμιση ... Βλ. αμυγδαλωτό.
2724αμυγδαλόψιχα[ἀμυγδαλόψιχα ] α-μυ-γδα-λό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ο φαγώσιμος καρπός που βρίσκεται στο κέλυφος του αμυγδάλου, με ή χωρίς φλούδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.