| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 35921 | οινο- & οινό- & οιν- | (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον οίνο, το κρασί: οινο-βάρελο (συχνότ. κρασο-). Οινο-γνώστης/~παραγωγός.|| Οινο-μαγειρείο.|| (το αλκοόλ) Οινό-πνευμα. | |
| 35922 | οινοβιομηχανία | [οἰνοβιομηχανία] οι-νο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία κρασιού και ο αντίστοιχος κλάδος· συνεκδ. εργοστάσιο, μονάδα παραγωγής και εμφιάλωσής του. Πβ. οινο-παραγωγή, -ποιία. [< γαλλ. industrie vinicole] | |
| 35923 | οινογευσία | [οἰνογευσία] οι-νο-γευ-σί-α ουσ. (θηλ.) & οινογευστική (επίσ.): γευστική αξιολόγηση των κρασιών και κατ' επέκτ. η διαδικασία της δοκιμής: μαθήματα/ποτήρια ~ας. Επίσκεψη σε οινοποιείο και ~. Βλ. οινογνωσία. [< μτγν. οἰνογευστική (τέχνη), γαλλ. dégustation de vin] | |
| 35924 | οινογεύστης | [οἰνογεύστης] οι-νο-γεύ-στης ουσ. (αρσ.): ειδικός δοκιμαστής που αξιολογεί την ποιότητα κρασιού. [< μτγν. οἰνογεύστης] | |
| 35925 | οινογνωσία | [οἰνογνωσία] οι-νο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η γνώση του κρασιού και των τεχνικών αξιολόγησής του: οινολογία-~. Βραδιές/μαθήματα/σεμινάρια ~ας. Βλ. -γνωσία, οινογευσία. | |
| 35926 | οινογνώστης | [οἰνογνώστης] οι-νο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): ειδικός στην οινογνωσία. Πβ. σομελιέ. Βλ. γκουρμέ, -γνώστης. | |
| 35927 | οινογραφία | [οἰνογραφία] οι-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη των κατά τόπους παραγόμενων οίνων. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. œno graphie] | |
| 35928 | οινολάσπη | [οἰνολάσπη] οι-νο-λά-σπη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το κατακάθι του μούστου που προκύπτει κατά τη διαδικασία της ζύμωσης: απόσταξη ~ης. Ωρίμανση του κρασιού στο βαρέλι μαζί με τις ~ες. Πβ. τρυγία. Βλ. κρασοτύρι. [< γαλλ. lie de vin] | |
| 35929 | οινολογία | [οἰνολογία] οι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις μεθόδους παρασκευής, σύστασης, συντήρησης και παλαίωσης του κρασιού: Αμπελουργία και ~. Βλ. -λογία.|| Τμήμα ~ας και Τεχνολογίας Ποτών. [< πβ. μτγν. οἰνολογία 'φόρος για το κρασί', γαλλ. œnologie, αγγλ. oenology] | |
| 35930 | οινολογικός | , ή, ό [οἰνολογικός] οι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την οινολογία ή τον οινολόγο: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: εργαστήριο/συμπόσιο. ~ές: ουσίες/πρακτικές/τεχνικές. ~ά: προϊόντα. [< γαλλ. œnologique] | |
| 35931 | οινολόγος | [οἰνολόγος] οι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην οινολογία: γεωπόνος/χημικός-~. ~-οινοποιός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. œnologue, αγγλ. oenologist] | |
| 35932 | οινομαγειρείο | [οἰνομαγειρεῖο] οι-νο-μα-γει-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικρό εστιατόριο που σερβίρει βαρελίσιο κυρ. κρασί: μοντέρνο/παραδοσιακό/υπόγειο ~. Καφενείο/ταβέρνα-~. Πβ. καπηλειό, κουτούκι. | |
| 35933 | οινομετρία | [οἰνομετρία] οι-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέτρηση της περιεκτικότητας του κρασιού σε αλκοόλ· οινόμετρο. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. œnométrie] | |
| 35934 | οινόμετρο | [οἰνόμετρο] οι-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της περιεκτικότητας του κρασιού σε αλκοόλ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. œno mètre , αγγλ. oenometer] | |
| 35935 | οινοπαραγωγή | [οἰνοπαραγωγή] οι-νο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή κρασιού και συνεκδ. οινοβιομηχανία. Βλ. -παραγωγή. [< γαλλ. production vinicole] | |
| 35936 | οινοπαραγωγός | , ός, ό [οἰνοπαραγωγός] οι-νο-πα-ρα-γω-γός επίθ. & οινοπαραγωγικός, ή, ό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που παράγει κρασί: ~ός: περιοχή/χώρα. ~ό: χωριό. Βλ. -παραγωγός2. ● Ουσ.: οινοπαραγωγός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την οινοπαραγωγή: οινολόγος-~. Ένωση ~ών. Πβ. οινοποιός. Βλ. -παραγωγός1. [< γαλλ. vinicole] | |
| 35937 | οινόπνευμα | [οἰνόπνευμα] οι-νό-πνευ-μα ουσ. (ουδ.) {οινοπνεύμ-ατος} 1. ΧΗΜ. υγρή, άχρωμη, πτητική και εύφλεκτη ουσία, η οποία αποτελεί προϊόν της αλκοολικής ζύμωσης των σακχάρων, περιέχεται στα αλκοολούχα ποτά και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλύτης, ως αντισηπτικό και στην παρασκευή καλλυντικών και φαρμακευτικών ουσιών· αιθυλική αλκοόλη: καθαρό/λευκό/(μπλε) φωτιστικό ~. ~ εντριβής. Κρασί με υψηλή περιεκτικότητα σε ~. Απολύμανση/καθαρισμός πληγής με ~. Βαμβάκι (εμ)ποτισμένο με ~. Αποσμητικό με/χωρίς ~.|| Θερμόμετρο/καμινέτο/λάμπα ~ατος. Βλ. ξυλόπνευμα. ΣΥΝ. αιθανόλη (1), αλκοόλ (2) 2. (συνεκδ.) το αλκοόλ και κάθε ποτό που το περιέχει: κατανάλωση/κατάχρηση ~ατος. Οδήγηση υπό την επήρεια ~ατος. Ανίχνευση/συγκέντρωση ~ατος στο αίμα. Βλ. αλκοτέστ.|| (οικ.) Το σφηνάκι μύριζε σκέτο ~ (βλ. μπόμπα). [< γαλλ. esprit, esprit-de-vin] | |
| 35938 | οινοπνευματικός | , ή, ό [οἰνοπνευματικός] οι-νο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που σχετίζεται με το οινόπνευμα: ~ός: βαθμός ποτού (= αλκοολικός). ~ή: εταιρεία/ζύμωση. [< γαλλ. alcoolique] | |
| 35939 | οινοπνευματόμετρο | [οἰνοπνευματόμετρο] οι-νο-πνευ-μα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. αλκοολόμετρο. Βλ. -μετρο. | |
| 35940 | οινοπνευματοποιείο | [οἰνοπνευματοποιεῖο] οι-νο-πνευ-μα-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μονάδα παραγωγής οινοπνεύματος ή/και αλκοολούχων ποτών. Βλ. -ποιείο, ποτοποιείο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ