Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36600-36620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35941οινοπνευματοποίηση[οἰνοπνευματοποίηση] οι-νο-πνευ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή διαφόρων υλών σε οινόπνευμα ως αποτέλεσμα αλκοολικής ζύμωσης: Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. alcoolisation]
35942οινοπνευματοποιία[οἰνοπνευματοποιία] οι-νο-πνευ-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραγωγή οινοπνεύματος ή/και οινοπνευματωδών ποτών και συνεκδ. η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα: εργοστάσιο ~ας. Βλ. -ποιία, ποτοποιία.
35943οινοπνευματοποιός[οἰνοπνευματοποιός] οι-νο-πνευ-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την οινοπνευματοποιία. Βλ. -ποιός, ποτοποιός.
35944οινοπνευματούχος, ος, ο [οἰνοπνευματοῦχος] οι-νο-πνευ-μα-τού-χος επίθ.: οινοπνευματώδης. Βλ. -ούχος2. ΣΥΝ. αλκοολούχος (1)
35945οινοπνευματώδης, ης, ες [οἰνοπνευματώδης] οι-νο-πνευ-μα-τώ-δης επίθ. {οινοπνευματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που περιέχει οινόπνευμα: ~η: κοκτέιλ/προϊόντα/ροφήματα (π.χ. ιρλανδικός καφές).|| ~εις: ουσίες. ~η: διαλύματα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. αλκοολούχος (1), οινοπνευματούχος ● ΣΥΜΠΛ.: οινοπνευματώδη (ποτά): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη: δυνατά/τοπικά ~. Αποφυγή/κατανάλωση/κατάχρηση/χρήση ~ών. Οδήγηση υπό την επήρεια ~ών. ΣΥΝ. αλκοολούχα (ποτά) [< γαλλ. alcoolique]
35946οινοποιείο[οἰνοποιεῖο] οι-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μονάδα παραγωγής κρασιού: βιολογικό/επισκέψιμο/οικογενειακό/παραδοσιακό/πρότυπο/(υπερ)σύγχρονο/συνεταιριστικό/τοπικό ~. Κτήμα-~. Κάβα/κελάρι ~ου. Βλ. -ποιείο, ποτοποιείο.
35947οινοποίηση[οἰνοποίηση] οι-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαδικασία παραγωγής κρασιού: ερυθρά/λευκή/ροζέ ~. Βιολογική/κλασική/οικιακή (ή χωρική)/παραδοσιακή/πειραματική ~. Σταφύλια για ~. ~ και εμφιάλωση/παλαίωση. Δεξαμενές ~ης.|| Μέθοδοι/(υπο)προϊόντα (π.χ. οινολάσπη) ~ης. Βλ. ζυθοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. vinification]
35948οινοποιήσιμος, η, ο [οἰνοποιήσιμος] οι-νο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για σταφύλια) κατάλληλα για παραγωγή κρασιού: ~η: ποικιλία (αμπελιού). Βλ. κρασοστάφυλο.
35949οινοποιητής[οἰνοποιητής] οι-νο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. δεξαμενή που χρησιμοποιείται για τη ζύμωση του κρασιού. [< γαλλ. vinificateur]
35950οινοποιητικός, ή, ό [οἰνοποιητικός] οι-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που σχετίζεται με την οινοποίηση: ~ός: εξοπλισμός/συνεταιρισμός/τομέας. ~ή: παράδοση. ~ές: εγκαταστάσεις/τεχνικές. ~ά: μηχανήματα. Βλ. -ποιητικός. [< αγγλ. oenopoetic]
35951οινοποιία[οἰνοποιία] οι-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η παραγωγή κρασιού· συνεκδ. η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα και ο σχετικός κλάδος: οικολογική ~. Αμπέλια/προϊόντα/σταφύλια ~ας.|| Μηχανήματα ~ας-ποτοποιίας. Βλ. -ποιία. [< μτγν. οἰνοποιία]
35952οινοποιός[οἰνοποιός] οι-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πρόσωπο που παρασκευάζει κρασί: ερασιτέχνης ~. Αμπελουργός/οινολόγος-~. Πβ. οινοπαραγωγός. Βλ. -ποιός, ποτοποιός. [< μτγν. οἰνοποιός]
35953οινοποιώ[οἰνοποιῶ] οι-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {οινοποιείς ... | οινοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μετατρέπω τα σταφύλια σε κρασί: Το κρασί ~ήθηκε και ωρίμασε σε δρύινο βαρέλι. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. οἰνοποιῶ]
35954οινοποσία[οἰνοποσία] οι-νο-πο-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μεγάλη συνήθ. κατανάλωση κρασιού: άκρατη ~. Πβ. κρασοκατάνυξη.|| (ΑΡΧ.) Αγώνες ~ας. [< αρχ. οἰνοποσία]
35955οινοπότης[οἰνοπότης] οι-νο-πό-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που καταναλώνει μεγάλες συνήθ. ποσότητες κρασιού. Πβ. κρασο-κανάτα, -πατέρας. Βλ. -πότης. [< αρχ. οἰνοπότης]
35956οινοπωλείο[οἰνοπωλεῖο] οι-νο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατάστημα που πουλά κυρ. κρασί, εμφιαλωμένο ή/και χύμα. Βλ. κάβα, ποτοπωλείο, -πωλείο. [< μτγν. οἰνοπωλεῖον]
35957οινοπώλης[οἰνοπώλης] οι-νο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης οινοπωλείου. Βλ. -πώλης. [< αρχ. οἰνοπώλης ‘έμπορος ή πωλητής κρασιού’]
35958οίνος[οἶνος] οί-νος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) κρασί: άκρατος (πβ. ανέρωτος) ~. Βλ. ζύθος. 2. (κατ' επέκτ.) ποτό που προκύπτει από τη ζύμωση του χυμού διαφόρων φρούτων: μηλίτης ~. 3. ΕΚΚΛΗΣ. το κρασί της Θείας Ευχαριστίας: άρτος και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οίνος ονομασίας προέλευσης: που αναγράφει το όνομα της περιοχής από την οποία προέρχεται: ~ ~ ανωτέρας ποιότητας (: ακρ. ΟΠΑΠ· με αριθμημένη ταινία ασφαλείας ερυθρού χρώματος)/ελεγχόμενης (: από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες σταφυλιών· με αριθμημένη ταινία ασφαλείας κυανού χρώματος)., αφρώδης οίνος/αφρώδες κρασί βλ. αφρώδης, ημίγλυκο κρασί/ημίγλυκος οίνος βλ. ημίγλυκος, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί βλ. ξηρός, ροζέ κρασί βλ. ροζέ ● ΦΡ.: οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου (ΠΔ): το κρασί δημιουργεί ψυχική ευφορία., οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση βλ. παράδοση [< αρχ. οἶνος]
35959οινοστάφυλα[οἰνοστάφυλα] οι-νο-στά-φυ-λα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασοστάφυλα.
35960οινοτεχνία[οἰνοτεχνία] οι-νο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. η τέχνη παραγωγής κρασιού και το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα: Τεχνικός αμπελουργίας-~ας. Πβ. οινοπαραγωγή. Βλ. -τεχνία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.