Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36620-36640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
35961οινοτουρισμός[οἰνοτουρισμός] οι-νο-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): εναλλακτική μορφή τουρισμού που σχετίζεται με τη δοκιμή, κατανάλωση ή/και αγορά κρασιού και πραγματοποιείται κυρ. με επισκέψεις σε αμπελώνες και οινοποιεία. Βλ. γαστρονομικός τουρισμός. [< αγγλ. wine tourism]
35962οινοτουριστικός, ή, ό [οἰνοτουριστικός] οι-νο-του-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον οινοτουρισμό: ~ός: προορισμός. ~ό: δίκτυο.
35963οινόφιλος[οἰνόφιλος] οι-νό-φι-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λάτρης και συνήθ. ειδήμων του κρασιού: απαιτητικός/ενημερωμένος~. Πβ. οινογνώστης.|| (ως επίθ.) ~ο: κοινό. ~οι: καταναλωτές. Βλ. -φιλος. [< μτγν. οἰνόφιλος, αγγλ. oenophile, γαλλ. ~]
35964οινοφόρος, ος, ο [οἰνοφόρος] οι-νο-φό-ρος επίθ. 1. (σπάν.-λόγ.) που παράγει κρασί: ~ος: χώρα.|| (ΒΟΤ.) Άμπελος η ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που χρησιμοποιείται ως δοχείο κρασιού: ~ο: αγγείο. Βλ. -φόρος. [< αρχ. οἰνοφόρος]
35965οινοχόη[οἰνοχόη] οι-νο-χό-η ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο με κάθετη λαβή για την άντληση κρασιού από τους κρατήρες και το σερβίρισμά του σε ποτήρια: αττική/γεωμετρική/ερυθρόμορφη/κεραμική/μελανόμορφη/πήλινη/χάλκινη ~. Πβ. κύαθος. Βλ. κάνθαρος, (πρό)χους. [< αρχ. οἰνοχόη]
35966οινοχόος[οἰνοχόος] οι-νο-χό-ος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) υπεύθυνος για την επιλογή, συντήρηση και το σωστό σερβίρισμα του κρασιού σε εστιατόριο καθώς και για την παροχή συμβουλών στους πελάτες σχετικά με το κρασί που ταιριάζει με το φαγητό τους. ΣΥΝ. σομελιέ 2. ΑΡΧ. υπηρέτης ή αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για το σερβίρισμα του κρασιού: ~ του βασιλιά. Πβ. κεραστής. [< αρχ. οἰνοχόος]
35967οινώδης, ης, ες [οἰνώδης] οι-νώ-δης επίθ. {οινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επίσ.): που μοιάζει με κρασί ή έχει τη γεύση του: ~εις: μπίρες. Βλ. -ώδης. [< αρχ. οἰνώδης]
35968οιονεί[οἰονεί] οι-ο-νεί επίρρ. (επίσ.): κάτι σαν, περίπου· κατ' επέκτ. δήθεν: Πρόκειται για αποτελέσματα αν όχι απολύτως ταυτόσημα, ~ ταυτόσημα.|| (ειρων.) ~ σωτήρες. Βλ. -εί. ● ΦΡ.: οιονεί νομή βλ. νομή [< αρχ. οἰονεί]
35969οιοσδήποτε[οἱοσδήποτε] οι-οσ-δή-πο-τε αναφ. αντων. {οιαδήποτε, οιονδήποτε} (λόγ.): οποιοσδήποτε. [< αρχ. οἱοσδήποτε]
35970οισοφαγικός, ή, ό [οἰσοφαγικός] οι-σο-φα-γι-κός επίθ. & (σπάν.-λόγ.) οισοφάγειος, ος, ο: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον οισοφάγο: ~ός: βλεννογόνος/καρκίνος/σπασμός/σφιγκτήρας. ~ή: δυσφαγία/ρήξη. ~ό: έλκος/συρίγγιο/τρήμα. ~οί: κιρσοί. Βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, τραχειο~. [< γαλλ. œsophagien, αγγλ. oesophageal]
35971οισοφαγίτιδα[οἰσοφαγίτιδα] οι-σο-φα-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή ή/και εξελκώσεις του βλεννογόνου του οισοφάγου: ηωσινοφιλική/μυκητιασική/πεπτική ~. Σοβαρή ~ από (γαστροοισοφαγική) παλινδρόμηση. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. œsophagite, αγγλ. oesophagitis]
35972οισοφάγος[οἰσοφάγος] οι-σο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. λεπτός μυώδης σωλήνας του πεπτικού συστήματος που οδηγεί την τροφή από τον φάρυγγα στο στομάχι: απόφραξη/αχαλασία/διάταση/διάτρηση/καρκίνος/κινητικότητα/παθήσεις/ρήξη/σπασμός/στένωση/φλεγμονή (: οισοφαγίτιδα) του ~ου. Βλ. μεγα~. [< αρχ. οἰσοφάγος, γαλλ. œsophage, αγγλ. oesophagus]
35973οισοφαγοσκόπηση[οἰσοφαγοσκόπηση] οι-σο-φα-γο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του εσωτερικού του οισοφάγου με ειδικό ενδοσκόπιο. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. œsophagoscopie, 1932, αγγλ. oesophagoscopy]
35974οιστραδιόλη[οἰστραδιόλη] οι-στρα-δι-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ισχυρό οιστρογόνο (σύμβ. C18H24O2) που εκκρίνεται φυσιολογικά από τα ωοθυλάκια και βοηθά στην ανάπτυξη και ωρίμανση του ενδομητρίου ή παράγεται συνθετικά και χρησιμοποιείται ως αντισυλληπτικό. Βλ. -όλη, προγεστερόνη. [< αγγλ. oestradiol, 1934, γαλλ. ~, 1953]
35975οιστρήλατος, η, ο [οἰστρήλατος] οι-στρή-λα-τος επίθ. (σπάν.-επίσ.): που διακατέχεται από οίστρο: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης.|| ~ος: λόγος. ~ο: έργο. [< αρχ. οἰστρήλατος ‘που έχει τσιμπηθεί από αλογόμυγα’]
35976οιστρηλατώ[οἰστρηλατῶ] οι-στρη-λα-τώ ρ. (μτβ.) {οιστρηλατείς ... | οιστρηλάτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.): προκαλώ οίστρο σε κάποιον, εμπνέω: ~εί την ομάδα με το πάθος του.|| Η ποίησή του ~είται από το ιδεώδες της ελευθερίας. [< μτγν. οἰστρηλατῶ ‘τρελαίνω’]
35977οιστρογόνα[οἰστρογόνα] οι-στρο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. οιστρογόνο}: ΒΙΟΧ. στεροειδείς ορμόνες που παράγονται κυρ. από τις ωοθήκες και ευθύνονται για την ανάπτυξη και λειτουργία των γυναικείων γεννητικών οργάνων και των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του γυναικείου φύλου: αύξηση/επίπεδα/μείωση ~ων.|| Συνθετικά/φυτικά ~. Βλ. ανδρογόνο, αντιοιστρογόνο, προγεστερόνη, τεστοστερόνη. [< αγγλ. oestrogen, 1927, γαλλ. œstrogène, 1951]
35978οιστρογονικός, ή, ό [οἰστρογονικός] οι-στρο-γο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τα οιστρογόνα: ~ή: ανεπάρκεια/δράση. ~οί: υποδοχείς. [< αγγλ. oestrogenic, 1930, γαλλ. œstrogène, 1951]
19567οιστρος

, ή, ό ζο-φε-ρός επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ζοφώδης 1. (μτφ.) που προκαλεί ανησυχία ή φόβο· θλιβερός, απαισιόδοξος: ~ή: ατμόσφαιρα/εικόνα (= απελπιστική)/εποχή/κατάσταση/πραγματικότητα. ~ό: (πολιτικό) κλίμα/παρελθόν. ~ές: προβλέψεις/σκέψεις. ~ό διαγράφεται το μέλλον της διεθνούς οικονομίας. Πβ. δυσοίωνος, μαύρος, πένθιμος. 2. πολύ σκοτεινός: ~ό: μέρος. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. ερεβώδης, θεοσκότεινος, κατασκότεινος ΑΝΤ. λαμπρός (1), φωτεινός (1) ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα [< 2: αρχ. ζοφερός]

35979οίστρος[οἶστρος] οί-στρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) κατάσταση έμπνευσης, έντασης, εγρήγορσης, ενθουσιασμού και κυρ. τάσης για δημιουργία: δημιουργικός/ερωτικός/καλλιτεχνικός/ποιητικός/συγγραφικός ~. Ο επιθετικός ~ των παικτών έφερε τη νίκη. Με έπιασε ο ~ νυχτιάτικα για διάβασμα. Η ηθοποιός έπαιξε τον ρόλο της με ~ο. Πβ. πνοή. 2. ΒΙΟΛ. περιοδική και περιορισμένης διάρκειας σεξουαλική διέγερση των θηλυκών θηλαστικών που προηγείται της ωορρηξίας, κατάλληλη για ζευγάρωμα: Συγχρονισμός ~ου στα πρόβατα. Πρόκληση ~ου στα βοοειδή. 3. ΖΩΟΛ. γένος δίπτερων εντόμων των οποίων οι νύμφες ζουν παρασιτικά πάνω σε ζώα και μοιάζουν με μεγάλες μύγες. ΣΥΝ. αλογόμυγα [< 1, 3: αρχ. οἶστρος 2: αγγλ. estrus, γαλλ. œstrus, 1931 3: αγγλ. Oestrus, γαλλ. œstre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.