| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36001 | οκτα-, οκτά- & οχτα-, οχτά- | & (σπάν.) οκτω- & οκτώ-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ισούται με οκτώ ή είναι οκτώ φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο συγκρινόμενο με άλλο: οκτα-ετής.|| Οκτα-ήμερο. Οκτά-ωρο (βλ. εξά-). Οκτα-μηνίτικο (βλ. εφτα-).|| (Το) οκτά-γωνο/~εδρο (βλ. πολύ-).|| Οκτώ-ηχος.|| Οκτα-πλάσιος. Bλ. δι-, τρι-. | |
| 36002 | οκτάβα | [ὀκτάβα] ο-κτά-βα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οχτάβα 1. ΜΟΥΣ. το διάστημα που σχηματίζεται ανάμεσα σε έναν φθόγγο και στον αμέσως υψηλότερο ή χαμηλότερο στη διατονική κλίμακα· η ίδια η διατονική κλίμακα: Αλλαγή ~ας. ~ες του πιάνου. Έκταση/εύρος ... ~ων. Η φωνή της ανέβηκε/κατέβηκε μία ~. Κάθε ~ χωρίζεται σε δώδεκα ημιτόνια. ΣΥΝ. ογδόη (3) 2. ΜΕΤΡ. (σε ποίημα) στροφή οκτώ εντεκασύλλαβων στίχων, από τους οποίους οι έξι πρώτοι έχουν σταυρωτή ομοιοκαταληξία και οι δύο τελευταίοι πλεκτή. [< γαλλ. octave] | |
| 36003 | οκταβάλβιδος | , η, ο [ὀκταβάλβιδος] ο-κτα-βάλ-βι-δος επίθ. & (σπάν.) οχταβάλβιδος: ΤΕΧΝΟΛ. (για κινητήρα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας) που έχει οκτώ βαλβίδες (δύο βαλβίδες σε καθέναν από τους τέσσερις κυλίνδρους). [< αγγλ. eight valve (8-valve)] | |
| 36004 | οκταγωνικός | , ή, ό [ὀκταγωνικός] ο-κτα-γω-νι-κός επίθ. & (προφ.) οχταγωνικός & οκτάγωνος, η, ο: που έχει σχήμα οκταγώνου: ~ός: ναός/πύργος/τρούλος. ~ή: αίθουσα. ~ό: κτίσμα/τύμπανο. Βλ. -γωνος. [< μτγν. ὀκταγωνικός | |
| 36005 | οκτάδα | [ὀκτάδα] ο-κτά-δα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) οχτάδα 1. (συνήθ. σε αθλητικούς αγώνες) οι πρώτοι οκτώ σε μια κατάταξη: Πρόκριση στην τελική ~. 2. σύνολο που αποτελείται από οκτώ ομοειδή στοιχεία: κατά ~ες. Βλ. -άδα. 3. (αργκό διαδικτύου) μπάιτ: Τα οκτώ μπιτ κάνουν μια ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κανόνας της οκτάδας: ΧΗΜ. θεωρία που υποστηρίζει ότι τα άτομα δημιουργούν χημικούς δεσμούς, ώστε το καθένα από αυτά να έχει οκτώ ηλεκτρόνια, δηλ. να αποκτήσει δομή ευγενούς αερίου. [< αγγλ. octet rule, Lewis rule of eight] [< αρχ. ὀκτάς, 3: αγγλ. octet] | |
| 36006 | οκταεδρικός | , ή, ό [ὀκταεδρικός] ο-κτα-ε-δρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει σχήμα οκτάεδρου: ~ός: κρύσταλλος. ~ή: διάταξη/δομή. ~ό: σύμπλοκο. Βλ. -εδρικός. [< μτγν. ὀκταεδρικόν] | |
| 36007 | οκτάεδρος | , η, ο [ὀκτάεδρος] ο-κτά-ε-δρος επίθ. (σπάν.): που έχει οκτώ έδρες: ~ο: διαμάντι. Βλ. -εδρος. ● Ουσ.: οκτάεδρο (το): ΓΕΩΜ. σώμα με οκτώ επίπεδες έδρες: κανονικό ~ (: οι έδρες του οποίου σχηματίζουν ισόπλευρα τρίγωνα). Βλ. πολύεδρο. [< μτγν. ὀκτάεδρος, αρχ. ὀκτάεδρον] | |
| 36008 | οκταετής | , ής, ές & οχταετής βλ. -ετής, οκτα- | |
| 36009 | οκταετία | & οχταετία βλ. -ετία, οκτα- | |
| 36010 | οκταήμερος | , η, ο & οχταήμερος βλ. -ήμερος, οκτα- | |
| 36011 | οκταηχία | [ὀκταηχία] ο-κτα-η-χί-α ουσ. (θηλ.) & οκτωηχία: ΜΟΥΣ. σύστημα οκτώ ήχων στη βυζαντινή μουσική. ΣΥΝ. οκτώηχος (2) | |
| 36012 | οκταθέσιος | , α, ο & οχταθέσιος βλ. -θέσιος, οκτα- | |
| 36013 | οκτάκις | βλ. -άκις, οκτα- | |
| 36014 | οκτακοσάρης | [ὀκτακοσάρης] ο-κτα-κο-σά-ρης ουσ. (αρσ.) & οχτακοσάρης (προφ.): δρομέας ημιαντοχής που αγωνίζεται κυρ. στα οκτακόσια μέτρα. Βλ. -άρης. | |
| 36015 | οκτακοσάρι | [ὀκτακοσάρι] ο-κτα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) & οχτακοσάρι (προφ.): ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου οκτακοσίων μέτρων. Βλ. -άρι. | |
| 36016 | οκτακοσαριά | & οχτακοσαριά βλ. -αριά1 | |
| 36017 | οκτακόσια | [ὀκτακόσια] ο-κτα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (τα) & (προφ.) οχτακόσ(ι)α 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 800 ή το σύνολο οκτακοσίων μονάδων: Μέτρησε μέχρι το ~. 2. (ως αριθμητ. τακτ.) οκτακοσιοστός: (σε ξενοδοχείο:) Μένει στο (δωμάτιο) ~. | |
| 36018 | οκτακόσιοι | , ες, α [ὀκτακόσιοι] ο-κτα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. & (προφ.) οχτακόσ(ι)οι: που αποτελούν σύνολο οκτακοσίων μονάδων: ~οι: τόνοι (πετρελαίου). ~ες: σελίδες. ~α: άτομα/ευρώ/χιλιόμετρα/χρόνια. [< αρχ. ὀκτακόσιοι] | |
| 36019 | οκτακοσιοστός | , ή, ό [ὀκτακοσιοστός] ο-κτα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ. (800ός) & (προφ.) οχτακοσιοστός: που σε μια σειρά κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 800: ~ή: επέτειος/παράσταση. ~ό: έτος.|| (ως ουσ.) Το ένα ~ό (: καθένα από τα οκτακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου). Βλ. -οστός. [< μτγν. ὀκτακοσιοστός] | |
| 36020 | οκτάκτινος | , η, ο [ὀκτάκτινος] ο-κτά-κτι-νος επίθ.: που έχει οκτώ ακτίνες: ~ος: σταυρός/τροχός. ~ο: αστέρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ