Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36680-36700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36021οκτάκωπος, ος/η, ο [ὀκτάκωπος] ο-κτά-κω-πος επίθ. (σπάν.-λόγ.) & (προφ.) οχτάκωπος: (για πλεούμενο) που διαθέτει οκτώ κουπιά: ~η: λέμβος. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: οκτάκωπος (η): ΑΘΛ. σκάφος με οκτώ κωπηλάτες, καθένας από τους οποίους χειρίζεται ένα κουπί· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα κωπηλασίας: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. ~ µε πηδαλιούχο. [< μεσν. οκτάκωπος]
36022οκταμελής, ής, ές & οχταμελής βλ. -μελής, οκτα-
36023οκταμηνία[ὀκταμηνία] ο-κτα-μη-νί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): οκτάμηνο. Βλ. -μηνία.
36024οκταμηνίτης[ὀκταμηνίτης] ο-κτα-μη-νί-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) οχταμηνίτης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργαζόμενος με οκτάμηνη σύμβαση. Βλ. συμβασιούχος.
36025οκταμηνίτικο[ὀκταμηνίτικο] ο-κτα-μη-νί-τι-κο επίθ./ουσ. & οχταμηνίτικο (προφ.): (για μωρό) που γεννήθηκε πρόωρα, τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης: ~ο: βρέφος. Βλ. εφταμηνίτικος, -ίτικος.
36026οκτάμηνος, η, ο [ὀκτάμηνος] ο-κτά-μη-νος επίθ. & (προφ.) οχτάμηνος: που έχει διάρκεια ή ηλικία οκτώ μηνών: ~η: απασχόληση/σύμβαση (εργασίας)/φυλάκιση. ~ο: πρόγραμμα/σεμινάριο.|| ~ο: βρέφος (= οκταμηνίτικο). Βλ. -μηνος. ● Ουσ.: οκτάμηνο (το): χρονικό διάστημα οκτώ μηνών: Έσοδα/στοιχεία ~ήνου. Συμβασιούχοι ~ήνου (= οκταμηνίτες). Σε επίπεδο ~ήνου. [< μτγν. ὀκτάμηνος]
36027οκτάνιο[ὀκτάνιο] ο-κτά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. γενική ονομασία κορεσμένων υδρογονανθράκων της σειράς των παραφινών με δεκαοκτώ ισομερή, οι οποίοι, στην υγρή τους μορφή, συναντώνται στο πετρέλαιο και χρησιμοποιούνται και ως διαλύτες: Καύσιμο με υψηλή περιεκτικότητα σε ~α. Βελτιωτικό/ενισχυτικό ~ίων. Βλ. -άνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός οκτανίων: που δείχνει την αντικροτική ικανότητα ενός καυσίμου, όταν αναφλέγεται σε μηχανή εσωτερικής καύσης. [< αγγλ. octane number, 1931] [< γαλλ.-αγγλ. octane]
36028οκτάντας[ὀκτάντας] ο-κτά-ντας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. -ΑΣΤΡΟΝ. (παλαιότ.) όργανο μέτρησης γωνιών ως προς ένα ουράνιο σώμα, πρόδρομος του εξάντα. [< αγγλ.-γαλλ. octant]
36029οκταπλασιάζω& οχταπλασιάζω βλ. οκτα-, -πλασιάζω
36030οκταπλάσιος, α, ο & οχταπλάσιος βλ. οκτα-, -πλάσιος
36031οκτάπλευρος, η, ο & οχτάπλευρος βλ. οκτα-, -πλευρος
36032οκταπλός, ή, ό & οχταπλός βλ. οκτα-, -πλός
36033οκτάπουςβλ. χταπόδι
36034οκτασέλιδος, η, ο & οχτασέλιδος βλ. οκτα-, -σέλιδος
36035οκτάστηλος, η, ο & οχτάστηλος βλ. οκτα-, -στηλος
36036οκτάστιχος, η, ο & οχτάστιχος βλ. οκτα-, -στιχος
36037οκτασύλλαβος, η, ο [ὀκτασύλλαβος] ο-κτα-σύλ-λα-βος επίθ. & (προφ.) οχτασύλλαβος: που αποτελείται από οκτώ συλλαβές: ~ο: ημιστίχιο/τετράστιχο. Βλ. -σύλλαβος. ● Ουσ.: οκτασύλλαβος (ο): ΜΕΤΡ. στίχος οκτώ συλλαβών: ιαμβικός/τροχαϊκός ~. Βλ. δεκαπεντασύλλαβος. [< μτγν. ὀκτασύλλαβος]
36038οκτατάξιος, α, ο [ὀκτατάξιος] ο-κτα-τά-ξι-ος επίθ. & (προφ.) οχτατάξιος (παλαιότ.): (για σχολείο) που είχε οκτώ τάξεις: (ως ουσ.) Έχει τελειώσει το ~ο (ενν. Γυμνάσιο, από την τρίτη ως την ογδόη).
36039οκτάτομος, η, ο βλ. οκτα-, -τομος
36040οκτάχρονος, η, ο & οχτάχρονος βλ. οκτα-, -χρονος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.