| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 36021 | οκτάκωπος | , ος/η, ο [ὀκτάκωπος] ο-κτά-κω-πος επίθ. (σπάν.-λόγ.) & (προφ.) οχτάκωπος: (για πλεούμενο) που διαθέτει οκτώ κουπιά: ~η: λέμβος. Βλ. -κωπος. ● Ουσ.: οκτάκωπος (η): ΑΘΛ. σκάφος με οκτώ κωπηλάτες, καθένας από τους οποίους χειρίζεται ένα κουπί· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα κωπηλασίας: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. ~ µε πηδαλιούχο. [< μεσν. οκτάκωπος] | |
| 36022 | οκταμελής | , ής, ές & οχταμελής βλ. -μελής, οκτα- | |
| 36023 | οκταμηνία | [ὀκταμηνία] ο-κτα-μη-νί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): οκτάμηνο. Βλ. -μηνία. | |
| 36024 | οκταμηνίτης | [ὀκταμηνίτης] ο-κτα-μη-νί-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) οχταμηνίτης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργαζόμενος με οκτάμηνη σύμβαση. Βλ. συμβασιούχος. | |
| 36025 | οκταμηνίτικο | [ὀκταμηνίτικο] ο-κτα-μη-νί-τι-κο επίθ./ουσ. & οχταμηνίτικο (προφ.): (για μωρό) που γεννήθηκε πρόωρα, τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης: ~ο: βρέφος. Βλ. εφταμηνίτικος, -ίτικος. | |
| 36026 | οκτάμηνος | , η, ο [ὀκτάμηνος] ο-κτά-μη-νος επίθ. & (προφ.) οχτάμηνος: που έχει διάρκεια ή ηλικία οκτώ μηνών: ~η: απασχόληση/σύμβαση (εργασίας)/φυλάκιση. ~ο: πρόγραμμα/σεμινάριο.|| ~ο: βρέφος (= οκταμηνίτικο). Βλ. -μηνος. ● Ουσ.: οκτάμηνο (το): χρονικό διάστημα οκτώ μηνών: Έσοδα/στοιχεία ~ήνου. Συμβασιούχοι ~ήνου (= οκταμηνίτες). Σε επίπεδο ~ήνου. [< μτγν. ὀκτάμηνος] | |
| 36027 | οκτάνιο | [ὀκτάνιο] ο-κτά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. γενική ονομασία κορεσμένων υδρογονανθράκων της σειράς των παραφινών με δεκαοκτώ ισομερή, οι οποίοι, στην υγρή τους μορφή, συναντώνται στο πετρέλαιο και χρησιμοποιούνται και ως διαλύτες: Καύσιμο με υψηλή περιεκτικότητα σε ~α. Βελτιωτικό/ενισχυτικό ~ίων. Βλ. -άνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός οκτανίων: που δείχνει την αντικροτική ικανότητα ενός καυσίμου, όταν αναφλέγεται σε μηχανή εσωτερικής καύσης. [< αγγλ. octane number, 1931] [< γαλλ.-αγγλ. octane] | |
| 36028 | οκτάντας | [ὀκτάντας] ο-κτά-ντας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. -ΑΣΤΡΟΝ. (παλαιότ.) όργανο μέτρησης γωνιών ως προς ένα ουράνιο σώμα, πρόδρομος του εξάντα. [< αγγλ.-γαλλ. octant] | |
| 36029 | οκταπλασιάζω | & οχταπλασιάζω βλ. οκτα-, -πλασιάζω | |
| 36030 | οκταπλάσιος | , α, ο & οχταπλάσιος βλ. οκτα-, -πλάσιος | |
| 36031 | οκτάπλευρος | , η, ο & οχτάπλευρος βλ. οκτα-, -πλευρος | |
| 36032 | οκταπλός | , ή, ό & οχταπλός βλ. οκτα-, -πλός | |
| 36033 | οκτάπους | βλ. χταπόδι | |
| 36034 | οκτασέλιδος | , η, ο & οχτασέλιδος βλ. οκτα-, -σέλιδος | |
| 36035 | οκτάστηλος | , η, ο & οχτάστηλος βλ. οκτα-, -στηλος | |
| 36036 | οκτάστιχος | , η, ο & οχτάστιχος βλ. οκτα-, -στιχος | |
| 36037 | οκτασύλλαβος | , η, ο [ὀκτασύλλαβος] ο-κτα-σύλ-λα-βος επίθ. & (προφ.) οχτασύλλαβος: που αποτελείται από οκτώ συλλαβές: ~ο: ημιστίχιο/τετράστιχο. Βλ. -σύλλαβος. ● Ουσ.: οκτασύλλαβος (ο): ΜΕΤΡ. στίχος οκτώ συλλαβών: ιαμβικός/τροχαϊκός ~. Βλ. δεκαπεντασύλλαβος. [< μτγν. ὀκτασύλλαβος] | |
| 36038 | οκτατάξιος | , α, ο [ὀκτατάξιος] ο-κτα-τά-ξι-ος επίθ. & (προφ.) οχτατάξιος (παλαιότ.): (για σχολείο) που είχε οκτώ τάξεις: (ως ουσ.) Έχει τελειώσει το ~ο (ενν. Γυμνάσιο, από την τρίτη ως την ογδόη). | |
| 36039 | οκτάτομος | , η, ο βλ. οκτα-, -τομος | |
| 36040 | οκτάχρονος | , η, ο & οχτάχρονος βλ. οκτα-, -χρονος | |