| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36061 | ολεφίνες | [ὀλεφίνες] ο-λε-φί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ολεφίνη}: ΧΗΜ. αλκένια. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. oléfine, περ. 1900] | |
| 36063 | ολημερίς | [ὁλημερίς] ο-λη-με-ρίς επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): όλη την ημέρα: Διάβαζε/δούλευε/έγραφε ~. Βλ. -ίς. ΑΝΤ. ολονυχτίς [< μεσν. ολημερίς] | |
| 36064 | ΟΛΘ | (ο): Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης. | |
| 36065 | ολιβίνης | [ὀλιβίνης] ο-λι-βί-νης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πρασινωπό ορυκτό που περιέχει μαγνήσιο και σίδηρο και έχει ποικίλες βιομηχανικές εφαρμογές: κρύσταλλοι ~η. Πβ. περίδοτο. Βλ. σερπεντίνης, χρυσόλιθος. [< αγγλ.-γαλλ. olivine] | |
| 36066 | ολιγαιμία | [ὀλιγαιμία] ο-λι-γαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μείωση της ποσότητας του αίματος στο σώμα, σε όργανο ή ιστό: ~ των πνευμόνων. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπεραιμία [< αρχ. ὀλιγαιμία, αγγλ. oligaemia] | |
| 36067 | ολιγανθρωπία | [ὀλιγανθρωπία] ο-λι-γαν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη μικρού αριθμού ατόμων: Η ύπαιθρος πλήττεται/υποφέρει από ~. [< αρχ. ὀλιγανθρωπία] | |
| 36068 | ολιγάνθρωπος | , η, ο [ὀλιγάνθρωπος] ο-λι-γάν-θρω-πος επίθ. (σπάν.-λόγ.): (συνήθ. για περιοχή) που κατοικείται από μικρό αριθμό ατόμων: ~η: χώρα. ~ο: χωριό. Βλ. -άνθρωπος. ΑΝΤ. πολυάνθρωπος [< αρχ. ὀλιγάνθρωπος] | |
| 36069 | ολιγάριθμος | , η, ο [ὀλιγάριθμος] ο-λι-γά-ριθ-μος επίθ. (επίσ.): που αποτελείται από μικρό αριθμό: (για πρόσ.) ~ος: λαός. ~η: αντιπροσωπεία/(στρατιωτική) δύναμη/οικογένεια/ομάδα/τάξη/φρουρά. ~ο: κοινό/πλήρωμα (πβ. ολιγομελής)/προσωπικό. ~οι: οπαδοί. ~α: στελέχη/τμήματα (μαθητών).|| (σπανιότ.) ~ες: περιπτώσεις. Πβ. ευάριθμος. ΑΝΤ. πολυάριθμος [< μεσν. ολιγάριθμος] | |
| 36070 | ολιγάρκεια | [ὀλιγάρκεια] ο-λι-γάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ολιγαρκούς: υλική ~. Καλλιέργεια πνεύματος ~ας. Πβ. λιτότητα. Βλ. αυτάρκεια, εγκράτεια. ΑΝΤ. απληστία (1), πλεονεξία [< μτγν. ὀλιγάρκεια] | |
| 36071 | ολιγαρκής | , ής, ές [ὀλιγαρκής] ο-λι-γαρ-κής επίθ. {ολιγαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που αρκείται σε λίγα, κυρ. υλικά αγαθά: (για πρόσ.) Είναι (εξαιρετικά) ~ και αυτάρκης. Ζει ~ή ζωή. Πβ. λιτοδίαιτος, λιτός.|| ~ή: φυτά (: που χρειάζονται ελάχιστο νερό για να αναπτυχθούν). ΑΝΤ. άπληστος (1), πλεονέκτης [< μτγν. ὀλιγαρκής] | |
| 36072 | ολιγάρχης | [ὀλιγάρχης] ο-λι-γάρ-χης ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): μέλος κυρίαρχης τάξης που κατέχει εξουσία και πλούτο: ντόπιοι/ξένοι/ρώσοι ~ες. Πβ. μεγιστάνας. Βλ. -άρχης, ελίτ. [< μτγν. ὀλιγάρχης, γαλλ. oligarque, αγγλ. oligarch] | |
| 36073 | ολιγαρχία | [ὀλιγαρχία] ο-λι-γαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο η πολιτική εξουσία ασκείται από μια μικρή ομάδα ή τάξη ισχυρών προσώπων· συνεκδ. το κράτος που έχει ολιγαρχικό πολίτευμα και κατ' επέκτ. η ομάδα ή τάξη που το ασκεί, καθώς και η αντίστοιχη χρονική περίοδος άσκησής του. Βλ. αριστο-, δημο-, τιμο-κρατία, -αρχία. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) κλειστός κύκλος ατόμων που ασκεί έντονη επιρροή ή εξουσία σε κάποιον τομέα εξαιτίας της οικονομικής κυρ. ισχύος που διαθέτει: επιχειρηματική/καπιταλιστική/πλουτοκρατική/πολιτική/χρηματιστική ~. [< αρχ. ὀλιγαρχία] | |
| 36074 | ολιγαρχικός | , ή, ό [ὀλιγαρχικός] ο-λι-γαρ-χι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την ολιγαρχία: ~ός: θεσμός. ~ή: δομή/εξουσία/(δια)κυβέρνηση/ομάδα/τάξη. ~ό: καθεστώς/κόμμα/κράτος/πολίτευμα/σύστημα. ● Ουσ.: ολιγαρχικός (ο): οπαδός της ολιγαρχίας. [< αρχ. ὀλιγαρχικός] | |
| 36075 | ολίγιστος | , η, ο [ὀλίγιστος] ο-λί-γι-στος επίθ. {υπερθ. του ολίγος, -ου κ. -ίστου | -ων κ. -ίστων} (λόγ.): εξαιρετικά λίγος, ελάχιστος: εντός ~ίστου χρόνου. Ο κανόνας ισχύει πλην ~ίστων εξαιρέσεων.|| (ως ουσ.) Τα προνόμια των ~ων. ΑΝΤ. μέγιστος (2) ● επίρρ.: ολίγιστα [< αρχ. ὀλίγιστος] | |
| 36076 | ολιγο- & ολιγό- & ολιγ- | (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του λίγου, ελλειπούς ή αδύναμου: ολιγο-ετής/~ήμερος. Ολιγ-άριθμος (πβ. ευ-, ΑΝΤ. πολυ-).|| Ολιγο-σακχαρίτης (βλ. μονο-).|| (μτφ.) Ολιγό-ψυχος (= λιγό- κ. λιπό-, βλ. μικρό-, ολό-). | |
| 36077 | ολιγοβαρής | , ής, ές [ὀλιγοβαρής] ο-λι-γο-βα-ρής επίθ. {ολιγοβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): λιποβαρής. [< μτγν. ὀλιγοβαρής] | |
| 36078 | ολιγογράμματος | , η, ο [ὀλιγογράμματος] ο-λι-γο-γράμ-μα-τος επίθ.: που έχει ανεπαρκή μόρφωση: ~ος: ασκητής.|| (ως ουσ.) Αν και ~, διέθετε σπάνια σοφία. Βλ. αγράμματος, εγγράμματος. ΣΥΝ. ολιγομαθής [< μτγν. ὀλιγογράμματος] | |
| 36079 | ολιγογράφος | , ος, ο [ὀλιγογράφος] ο-λι-γο-γρά-φος επίθ.: (για λογοτέχνη) που παράγει μικρό σε ποσότητα έργο: ~ος: συγγραφέας. Ως ποιήτρια υπήρξε ~. Βλ. -γράφος. ΑΝΤ. πολυγράφος | |
| 36080 | ολιγοδάπανος | , η, ο [ὀλιγοδάπανος] ο-λι-γο-δά-πα-νος επίθ. (σπάν.): οικονομικός, φτηνός. Πβ. ανέξοδος. ΑΝΤ. πολυδάπανος [< μτγν. ὀλιγοδάπανος] | |
| 36081 | ολιγοετής | , ής, ές βλ. -ετής, ολιγο- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ