| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36082 | ολιγόζωος & λιγόζωος | , η, ο [ὀλιγόζωος] ο-λι-γό-ζω-ος επίθ. (συχνά λογοτ.): που έχει μικρή διάρκεια (ζωής). Πβ. βραχύβιος. Βλ. μακρόβιος. [< μεσν. ολιγόζωος] | |
| 36083 | ολιγοήμερος | , η, ο βλ. -ήμερος, ολιγο- | |
| 36084 | ολιγοθερμιδικός | , ή, ό [ὀλιγοθερμιδικός] ο-λι-γο-θερ-μι-δι-κός επίθ. (λόγ.): χαμηλός σε θερμίδες: ~ή: δίαιτα/διατροφή/σαλάτα. ~ό: γεύμα/σνακ. | |
| 36085 | Ολιγόκαινο | [Ὀλιγόκαινο] Ο-λι-γό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου}: ΓΕΩΛ. γεωλογική περίοδος, υποδιαίρεση του καινοζωικού αιώνα (τριτογενής περίοδος), ανάμεσα στο Ηώκαινο και το Μειόκαινο: ανώτερο/κατώτερο ~. [< γαλλ. oligocène, αγγλ. Οligocene] | |
| 36086 | ολιγόλεπτος | , η, ο [ὀλιγόλεπτος] ο-λι-γό-λε-πτος επίθ. & (προφ.) λιγόλεπτος: που έχει διάρκεια λίγων λεπτών: ~ος: ύπνος. ~η: αναμονή/απουσία/διακοπή (ρεύματος)/καθυστέρηση/παρέμβαση/παρουσίαση/στάση/συζήτηση/συνάντηση/συνέντευξη (τύπου)/συν(ομιλία). ~ο: βίντεο/δελτίο (ειδήσεων)/διάλειμμα. ~α κριτήρια αξιολόγησης μαθητών (πβ. τεστ). Πβ. σύντομος. Βλ. -λεπτος. | |
| 36087 | ολιγολογία | [ὀλιγολογία] ο-λι-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ολιγόλογου. Πβ. βραχυλογία, επιγραμματικ-, λακωνικ-ότητα. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. πολυλογία [< μεσν. ολιγολογία] | |
| 36088 | ολιγόλογος | , η, ο [ὀλιγόλογος] ο-λι-γό-λο-γος επίθ. & (προφ.) λιγόλογος: που εκφράζεται με ή χαρακτηρίζεται από συντομία και συνήθ. περιεκτικότητα: (για πρόσ.) Ήταν ~ και μετρημένος στις δηλώσεις του. Πβ. επιγραμματ-, λακων-ικός, λιγομίλητος.|| ~η: ανακοίνωση/απάντηση/επιστολή. ~ο: κείμενο/σημείωμα/σχόλιο. Πβ. τηλεγραφικός. Βλ. -λογος, η, ο. ΑΝΤ. φλύαρος (1) [< μεσν. ολιγόλογος] | |
| 36089 | ολιγομαθής | , ής, ές [ὀλιγομαθής] ο-λι-γο-μα-θής επίθ. (λόγ.): που γνωρίζει λίγα πράγματα για ένα αντικείμενο ή έχει ανεπαρκή μόρφωση: Τμήματα για αρχάριους, ~είς και προχωρημένους. Βλ. -μαθής. ΣΥΝ. ολιγογράμματος ΑΝΤ. ευρυμαθής, πολυμαθής [< μεσν. ολιγομαθής] | |
| 36090 | ολιγομελής | , ής, ές [ὀλιγομελής] ο-λι-γο-με-λής επίθ.: που αποτελείται από λίγα μέλη: ~ής: αντιπροσωπεία/αποστολή/επιτροπή/ομάδα/παρέα. ~ή: τμήματα. Βλ. -μελής. ΣΥΝ. ολιγοπρόσωπος | |
| 36091 | ολιγομερής | , ής, ές [ὀλιγομερής] ο-λι-γο-με-ρής επίθ.: ΧΗΜ. που αποτελείται από μικρό αριθμό μονάδων μονομερούς: ~είς: κατεχίνες. ~ή: ένζυμα/σύμπλοκα. Βλ. -μερής. ● Ουσ.: ολιγομερές (το): πολυμερές που αποτελείται από δύο, τρία ή τέσσερα μονομερή: ~ή βρόμης. [< γαλλ. oligomère, πριν από το 1970, αγγλ. oligomer, 1952] [< γαλλ. oligomérique, αγγλ. oligomeric, 1957] | |
| 36092 | ολιγομηνόρροια | [ὀλιγομηνόρροια] ο-λι-γο-μη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σποραδική εμφάνιση εμμήνου ρύσεως. Βλ. αραιομηνόρροια, -ρροια. [< γαλλ. oligoménorhée, αγγλ. oligomenorrhoea] | |
| 36093 | ολιγομίλητος | , η, ο βλ. λιγομίλητος | |
| 36094 | ολίγον | [ὀλίγον] ο-λί-γον επίρρ. (λόγ.): λίγο: Είναι ~ (τι) υπερβολικός (= κάπως, κομματάκι). Αναχώρησε δι' ~ στο εξωτερικό (= για μικρό χρονικό διάστημα). Το ζήτημα συζητήθηκε επ' ~ (ΑΝΤ. επί μακρόν). Μετ' ~ έφτασε (= σε λίγο/μετά από λίγο).|| (ειρων.) Διαφημίσεις με ~ από εκπομπή. (για να δηλωθεί ότι κάτι είναι αδύνατο να συμβεί:) Η λογική του "~ έγκυος". ● ΦΡ.: ολίγον κατ' ολίγον: σταδιακά, σιγά-σιγά: Άρχισε να συνέρχεται ~ ~. ΣΥΝ. βαθμιαία, λίγο-λίγο, παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα βλ. λίγο [< αρχ. ὀλίγον] | |
| 36095 | ολιγοπιστία | [ὀλιγοπιστία] ο-λι-γο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ολιγόπιστου. [< μτγν. ολιγοπιστία] | |
| 36096 | ολιγόπιστος | , η, ο [ὀλιγόπιστος] ο-λι-γό-πι-στος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ισχυρή, συνήθ. θρησκευτική, πίστη. Βλ. άπιστος. [< μτγν. ὀλιγόπιστος] | |
| 36097 | ολιγοπιστώ | [ὀλιγοπιστῶ] ο-λι-γο-πι-στώ ρ. (αμτβ.) {ολιγοπιστ-είς ... | ολιγοπίστ-ησε}: δεν έχω ισχυρή, συνήθ. θρησκευτική, πίστη. [< μτγν. ὀλιγοπιστῶ] | |
| 36098 | ολιγοπρόσωπος | , η, ο [ὀλιγοπρόσωπος] ο-λι-γο-πρό-σω-πος επίθ. (επίσ.): ολιγομελής. Βλ. -πρόσωπος. ΑΝΤ. πολυπρόσωπος (1) | |
| 36099 | ολιγοπωλιακός | , ή, ό [ὀλιγοπωλιακός] ο-λι-γο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το ολιγοπώλιο: ~ός: ανταγωνισμός (: λίγες επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται σε μικρό μερίδιο αγοράς). ~ή: διάρθρωση/δύναμη/κατάσταση/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς. ~ές: αγορές/δομές/πρακτικές/συνθήκες. ~ά: συμφέροντα. Βλ. μονοπωλιακός. ● επίρρ.: ολιγοπωλιακά [< αγγλ. oligopolistic, 1939, γαλλ. oligopolistique, 1946] | |
| 36100 | ολιγοπώλιο | [ὀλιγοπώλιο] ο-λι-γο-πώ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ολιγοπωλί-ου}: ΟΙΚΟΝ. οργάνωση της αγοράς που προκύπτει όταν ο αριθμός των μεγάλων επιχειρήσεων είναι τόσο μικρός, ώστε καθεμία μεμονωμένα να μπορεί να επιδρά στη συνολικά προσφερόμενη ποσότητα προϊόντος και στη διαμόρφωση της τιμής του: ιδιωτικό/ισχυρό/κατασκευαστικό/παγκόσμιο/τραπεζικό ~. ~ της ενημέρωσης/των πολυεθνικών. Έσπασε το ~. Καθεστώς/συνθήκες ~ου. Βλ. ατελής ανταγωνισμός, καρτέλ, μονοπώλιο, ολιγοψώνιο. [< γαλλ. oligopole, αγγλ. oligopoly] | |
| 36101 | ολίγος | , η, ο [ὀλίγος] ο-λί-γος επίθ. {ουδ. κ. -ον} (λόγ.): λίγος. ΑΝΤ. πολύς, πολλή, πολύ ● Ουσ.: ολίγον (το): ΜΟΥΣ. χαρακτήρας ποσότητας της βυζαντινής σημειογραφίας που συμβολίζει το ανέβασμα της μελωδίας κατά ένα φθόγγο (μία φωνή). Βλ. κέντημα, πεταστή. ● ΦΡ.: εν ολίγοις/δι' ολίγων: χωρίς πολλά λόγια: Αυτά εν ολίγοις. ΣΥΝ. διά βραχέων, λακωνικά ΑΝΤ. σχοινοτενώς, εντός ολίγου: σε λίγη ώρα, σύντομα: Αναχωρούν ~ ~. ΣΥΝ. οσονούπω, ουκ ολίγος {κυρ. στον πληθ.}: πολύς: ~ ~οι ήταν οι συμμετέχοντες. Έχει απασχολήσει τα ΜΜΕ ~ ~ες φορές. Αντιμετωπίζει ~ ~α προβλήματα., προ ολίγου: πριν από λίγο: Ήρθε/πέρασε ~ ~ από εδώ. Πβ. τώρα δα/μόλις. [< αρχ. ὀλίγος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ