| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36102 | ολιγοσακχαρίτης | [ὀλιγοσακχαρίτης] ο-λι-γο-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. υδατάνθρακας που προέρχεται από την ένωση ενός σχετικά μικρού αριθμού μορίων μονοσακχαριτών: όξινοι/ουδέτεροι ~ες. ~ες σόγιας. Πρωτεΐνες με ~ες. Αλυσίδα/μείγμα ~ών. Πρεβιοτικές ιδιότητες ~ών. Βλ. δι-, μονο-, πολυ, τρι-σακχαρίτης. [< αγγλ. oligosaccharide, 1930, γαλλ. ~, 1934] | |
| 36103 | ολιγοσέλιδος | , η, ο βλ. ολιγο-, -σέλιδος | |
| 36104 | ολιγοσπερμία | [ὀλιγοσπερμία] ο-λι-γο-σπερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία μικρού αριθμού σπερματοζωαρίων στο σπέρμα. Βλ. αζωοσπερμία. [< αγγλ. oligospermia, γαλλ. oligospermie] | |
| 36105 | ολιγόστιχος | , η, ο [ὀλιγόστιχος] ο-λι-γό-στι-χος επίθ. (λόγ.): που έχει λίγους στίχους: ~ο: ποίημα/τραγούδι. Βλ. -στιχος. [< μτγν. ὀλιγόστιχος] | |
| 36106 | ολιγοστοιχεία | [ὀλιγοστοιχεῖα] ο-λι-γο-στοι-χεί-α ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν.}: ΒΙΟΧ. ιχνοστοιχεία. ΣΥΝ. μικροστοιχείο (1) [< γαλλ. oligoélément, 1937] | |
| 36107 | ολιγοσύλλαβος | , η, ο [ὀλιγοσύλλαβος] ο-λι-γο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που έχει λίγες συλλαβές: ~ος: στίχος. ~η: λέξη. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. πολυσύλλαβος [< μτγν. ὀλιγοσύλλαβος] | |
| 36108 | ολιγοτροφικός | , ή, ό [ὀλιγοτροφικός] ο-λι-γο-τρο-φι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. (για υδάτινο οικοσύστημα) που παρουσιάζει μικρή συγκέντρωση θρεπτικών συστατικών και χαμηλή παραγωγικότητα: ~ή: θάλασσα/λίμνη. ~ό: περιβάλλον. ~ές: συνθήκες. Βλ. δυσ-, μεσο-τροφικός. ΑΝΤ. ευτροφικός [< αγγλ. oligotrophic, 1911, γαλλ. oligotrophique] | |
| 36109 | ολιγουρία | [ὀλιγουρία] ο-λι-γου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ποσότητα αποβαλλόμενων ούρων: μετεγχειρητική/οξεία ~. Βλ. -ουρία. [< αγγλ. οliguria, γαλλ. oligurie] | |
| 36110 | ολιγόφαγος | , η, ο βλ. λιγόφαγος | |
| 28232 | ολιγόφαγος | , η, ο λι-γό-φα-γος επίθ. & (λόγ.) ολιγόφαγος: που τρώει λίγο. Πβ. λιτοδίαιτος. Βλ. -φάγος. ΑΝΤ. πολυφαγάς, φαγάς | |
| 36111 | ολιγοφρενής | , ής, ές [ὀλιγοφρενής] ο-λι-γο-φρε-νής επίθ. (μτφ.): ανόητος, τρελός. [< αγγλ. oligophrenic] | |
| 36112 | ολιγοφρενία | [ὀλιγοφρενία] ο-λι-γο-φρε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (περιληπτ.) γενική ονομασία όλων των βαθμών συγγενούς ή επίκτητης διανοητικής ανεπάρκειας (μωρία, βλακεία, ιδιωτεία). [< μτγν. ὀλιγοφρενία, αγγλ. oligophrenia, γαλλ. oligophrénie, 1947] | |
| 36113 | ολιγόχρονος | , η, ο & ολιγοχρόνιος & λιγόχρονος βλ. ολιγο-, -χρονος | |
| 36114 | ολιγοψυχία | βλ. λιγοψυχία | |
| 36115 | ολιγόψυχος | , η, ο βλ. λιγόψυχος | |
| 36116 | ολιγοψυχώ | βλ. λιγοψυχώ | |
| 36117 | ολιγοψώνιο | [ὀλιγοψώνιο] ο-λι-γο-ψώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ολιγοψωνί-ου | -ων}: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση ατελούς ανταγωνισμού από πλευράς ζήτησης αγαθών λόγω του μικρού αριθμού αγοραστών. Βλ. μονο-, ολιγο-πώλιο, μονοψώνιο. [< αγγλ. oligopsony, 1942] | |
| 36118 | ολιγόωρος | , η, ο [ὀλιγόωρος] ο-λι-γό-ω-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει διάρκεια λίγων ωρών: ~ος: αποκλεισμός (της εισόδου)/ύπνος. ~η: άδεια/ανάπαυση/απασχόληση (βλ. ημιαπασχόληση)/απουσία/διακοπή/επίσκεψη/παραμονή/πτήση/στάση (εργασίας)/συζήτηση. ~ο: ταξίδι. Βλ. -ωρος. ΑΝΤ. πολύωρος [< μτγν. ὀλιγόωρος] | |
| 36119 | ολιγωρία | [ὀλιγωρία] ο-λι-γω-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία, κυρ. στην εκτέλεση καθήκοντος· κατ' επέκτ. το σφάλμα που οφείλεται σε αυτή: αδικαιολόγητη/εγκληματική/προκλητική/χρόνια ~. ~ των αρμόδιων Αρχών/των ελεγκτικών μηχανισμών/της κρατικής μηχανής/της πολιτείας/των υπευθύνων. Αδράνεια και ~ στην υλοποίηση του έργου. (ΑΘΛ.) Αμυντική ~ των παικτών της ομάδας. Πβ. αμέλεια. [< αρχ. ὀλιγωρία] | |
| 36120 | ολιγωρώ | [ὀλιγωρῶ] ο-λι-γω-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ολιγωρείς ... | ολιγώρ-ησε} (λόγ.): δείχνω ολιγωρία: Οι αρμόδιοι φορείς ~ησαν στην αντιμετώπιση της κρίσης/αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας/εξεύρεση αποτελεσματικής λύσης/εφαρμογή του νόμου. ~ησε να υποβάλει την αίτηση εντός της προθεσμίας. Πβ. (παρ)αμελώ. [< αρχ. ὀλιγωρῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ