Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3660-3680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2725αμυγδαλωτός, ή, ό [ἀμυγδαλωτός] α-μυ-γδα-λω-τός επίθ. 1. που έχει σχήμα αμυγδάλου: ~ά μάτια. 2. που περιέχει αμύγδαλα ή είναι φτιαγμένος από αυτά: ~οί: κουραμπιέδες. ● Ουσ.: αμυγδαλωτά (τα): γλυκά με βασικά συστατικά αμύγδαλα, ζάχαρη και αβγά: ~ με ανθόνερο/πορτοκάλι. ~ φούρνου. Πβ. εργολάβος. [< μεσν. αμυγδαλωτός]
2726αμυδρός, ή, ό [ἀμυδρός] α-μυ-δρός επίθ. (λόγ.) 1. που μόλις φαίνεται, δεν διακρίνεται καθαρά ή που δεν γίνεται αντιληπτός: ~ό: ίχνος/χαμόγελο/φως (πβ. αχνό, θαμπό). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~οί: αστέρες. Πβ. δυσδιάκριτος. ΣΥΝ. αδιόρατος, ανεπαίσθητος ΑΝΤ. αισθητός (2) 2. (συνεκδ.) που είναι ασαφής, αόριστος, συγκεχυμένος, που δεν είναι ξεκάθαρος: ~ή: ανάμνηση/εικόνα (= θολή)/εντύπωση/ιδέα. 3. (μτφ.) λιγοστός, μικρός, περιορισμένος: ~ή: ένδειξη. ~ές: ελπίδες. ● επίρρ.: αμυδρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Διακρίνω/θυμάμαι/φωτίζεται/χαμογέλασε ~. (Δια)φαίνεται ~ στον ορίζοντα (πβ. λίγο). [< αρχ. ἀμυδρός]
2727αμύητος, η, ο [ἀμύητος] α-μύ-η-τος επίθ./ουσ. (για πρόσ.) 1. που δεν γνωρίζει τα μυστικά ή τα μυστήρια μιας θρησκείας, λατρείας ή μυστικής οργάνωσης. 2. (κατ' επέκτ.) που δεν έχει εντρυφήσει σε μια ιδεολογία, τέχνη, επιστήμη: ~ αναγνώστης. ~ στα μαθηματικά/στη μουσική. Πβ. αδαής, ανίδεος. ΑΝΤ. γνώστης, ειδήμων & ειδήμονας, επαΐων [< αρχ. ἀμύητος]
2728αμύθητος, η, ο [ἀμύθητος] α-μύ-θη-τος επίθ.: που έχει υπερβολικά μεγάλη αξία, συνήθ. υλική: ~ος: θησαυρός. ~η: περιουσία. ~α: κέρδη/πλούτη/ποσά. Διαμάντια/κοσμήματα/πίνακες ζωγραφικής ~ης/(λόγ.) -ήτου αξίας. Πβ. αμέτρητος, ανυπολόγιστος, μυθώδης. [< αρχ. ἀμύθητος]
2729αμυλάση[ἀμυλάση] α-μυ-λά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που διασπά το άμυλο και το γλυκογόνο της τροφής σε απλά σάκχαρα: παγκρεατική/σιελική ~. ~ αίματος/ορού/ούρων. Δράση της α/β-~ης. [< γαλλ.-αγγλ. amylase]
2730άμυλο[ἄμυλο] ά-μυ-λο ουσ. (ουδ.) {αμύλ-ου}: ΒΙΟΧ. άσπρος, άγευστος και αδιάλυτος στο νερό υδατάνθρακας με υψηλό μοριακό βάρος, ο οποίος βρίσκεται κυρ. στα φυτά και σε φωτοσυνθετικούς μικροοργανισμούς: τροποποιημένο ~. ~ καλαμποκιού (= κορν φλάουρ). Διάσπαση/κόκκοι του ~ου. Το ~ περιέχεται στα δημητριακά, τα όσπρια και τις πατάτες.|| Ζωικό ~ (ΣΥΝ. γλυκογόνο). [< μτγν. ἄμυλον ‘λεπτό αλεύρι’]
2731αμυλοειδές[ἀμυλοειδές] α-μυ-λο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κηρώδες, διαφανές υλικό που αποτελείται από πρωτεΐνες και υδρογονάνθρακες και αποθηκεύεται εξωκυτταρικά σε μερικές εκφυλιστικές παθήσεις, όπως το Αλτσχάιμερ. || βήτα (β-) αμυλοειδές. [< αγγλ. amyloid, beta-amyloid, 1987]
2732αμυλοειδής, ής, ές [ἀμυλοειδής] α-μυ-λο-ει-δής επίθ. 1. (λόγ.) που περιέχει άμυλο ή μοιάζει με αυτό. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το αμυλοειδές ή προκαλείται από αυτό: ~ής: αγγειοπάθεια. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. amylacé, amyloïde, αγγλ. amyloid(al)]
2733αμυλοείδωση[ἀμυλοείδωση] α-μυ-λο-εί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσος που προκαλείται από παθολογική συσσώρευση αμυλοειδούς σε ιστούς ή και όργανα του σώματος: καρδιακή/πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/συστηματική ~. ~ ήπατος/νεφρού. [< αγγλ. amyloidosis, 1900, γαλλ. amyloїdose]
2734αμυλόζη[ἀμυλόζη] α-μυ-λό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ευθεία αλυσίδα μορίων γλυκόζης, μία από τις δύο μορφές του αμύλου. Βλ. αμυλοπηκτίνη. [< γαλλ.-αγγλ. amylose]
2735αμυλοπηκτίνη[ἀμυλοπηκτίνη] α-μυ-λο-πη-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αδιάλυτο πολυμερές γλυκόζης με διακλαδισμένη δομή και μεγάλο μοριακό βάρος, μία από τις δύο μορφές του αμύλου. Βλ. αμυλόζη. [< γαλλ. amylopectine, αγγλ. amylopectin, 1905]
2736αμυλούχος, α/ος, ο [ἀμυλοῦχος] α-μυ-λού-χος επίθ. (επιστ.): που έχει ως συστατικό του το άμυλο: ~οι: υδατάνθρακες. ~ες: τροφές. ~α: προϊόντα/φαγητά/φυτά. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. amylacé]
2737αμυλώδης, ης, ες [ἀμυλώδης] α-μυ-λώ-δης επίθ. (επιστ.): αμυλούχος. Βλ. -ώδης.
2738άμυνα[ἄμυνα] ά-μυ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ύνης | -ες στη σημ. 3} 1. προστασία από κίνδυνο, βλάβη, ζημιά, επίθεση, ή οτιδήποτε δυσάρεστο, αρνητικό: αντισεισμική ~. Το πλύσιμο των χεριών: πρώτη γραμμή ~ας εναντίον/κατά των μικροβίων. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι η φυσική ~ του οργανισμού μας (πβ. αντίσταση). Βλ. αυτο~.|| ~ απέναντι στην τρομοκρατία. 2. ΣΤΡΑΤ. προστασία από επίθεση εχθρού με στρατιωτικά μέσα· σύνολο στρατιωτικών μέσων, μέτρων ή ενεργειών για την προστασία μιας χώρας από πιθανούς εχθρούς: (αντι)αεροπορική (= αερ~)/αντιπυραυλική/ένοπλη/στρατιωτική ~ (ΣΥΝ. αντίσταση· ΑΝΤ. επίθεση, προσβολή). ~ έναντι/κατά βλημάτων/εχθρικών επιδρομών. Οχυρωματικές φυσικές θέσεις ~ας.|| (στον εν., συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α:) Υπουργείο (Εθνικής) ~ας (& λόγ. ~ύνης). Οι (ενν. κρατικές) δαπάνες για την ~. Η Επιτροπή ~ας της Βουλής. Πβ. Ένοπλες Δυνάμεις. 3. ΑΘΛ. φύλαξη, επιτήρηση των αντίπαλων παικτών, για να μην πετύχουν τον στόχο τους· συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια αγώνα ή γενικότ. αγωνιστική τακτική με τον ίδιο σκοπό· παίκτες που αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο και το νοητό τείχος που σχηματίζουν· ο χώρος ή το τμήμα του γηπέδου όπου κινούνται αυτοί οι παίκτες: αντίπαλη/ευάλωτη/περιφερειακή/συμπαγής/χαλαρή ~. Οι γηπεδούχοι βελτίωσαν την ~ά τους. Οι επιτιθέμενοι δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ~ των αντιπάλων.|| (επίσ.) ~ εδάφους (στο βόλεϊ)/χώρου (= ζώνη ~ας). Σφιχτές ~ες και κατενάτσιο.|| (στο βόλεϊ:) Παίκτης που έβγαλε/έκανε τρεις ~ες (: έφερε σε πέρας τρεις αμυντικές ενέργειες).|| Πιεστική/πολυπρόσωπη/σκληρή ~. Έξυπνα/καλά/σωστά στημένη ~ μιας ομάδας.|| Κενά/πίεση στην ~. Το κέντρο/τα άκρα της ~ας. Γραμμή ~ας (= αμυντική γραμμή).|| (στο ποδόσφαιρο:) Διατηρήσαμε το μηδέν στην ~ (: δεν δεχτήκαμε γκολ). ΑΝΤ. επίθεση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας: ΝΟΜ. νόμιμη άσκηση βίας εναντίον προσώπου που απειλεί την ακεραιότητα κάποιου άλλου: Ο αστυνομικός πυροβόλησε ευρισκόμενος σε ~ ~. Παράταξη που βρέθηκε/ήταν σε ~ ~ εξαιτίας επιθέσεων. Πβ. αυτοάμυνα., μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί {σπανιότ. στον εν.} 1. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητη στρατηγική (λ.χ. απώθηση, εξιδανίκευση, ονειροπόληση, ταύτιση) που προστατεύει ένα άτομο από μη αποδεκτές ή επίπονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις, αισθήματα, όπως ντροπή, απώλεια αυτοεκτίμησης, φόβο: ψυχικοί/ψυχολογικοί ~ ~. Οι ~ ~ του Εγώ. Ενεργοποίηση των ~ών άμυνας. Αναπτύσσω/αποκτώ ~ούς ~ούς. 2. αντίδραση οργανισμού με σκοπό την προστασία του (π.χ. από παθογόνο μικροοργανισμό): ανοσιακός/φυσικός/φυσιολογικός ~ός ~.|| (κατ' επέκτ.) Ενίσχυση των ~ών ~ας της Ευρώπης έναντι των επιδημιών. [< αγγλ. defence mechanisms, 1913] , πολιτική άμυνα: ΠΟΛΙΤ. σειρά προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων και ενεργειών των πολιτικών δυνάμεων μιας χώρας με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την εξάλειψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων διαφόρων δεινών, όπως εχθροπραξίες, θεομηνίες: ~ ~ κατά των πυρκαγιών. ~ ~ και ασφάλεια/περιβαλλοντικά ατυχήματα. [< αγγλ. civil defense, 1939] , άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, ανοιχτή άμυνα βλ. ανοιχτός, κλειστή άμυνα βλ. κλειστός ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν & άμυνα γρανίτης: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για σκληρή και πετυχημένη, αποτελεσματική αμυντική λειτουργία: (Η ομάδα) δεν δέχεται γκολ με τίποτα, έχει ~ ~., άμυνα χωνί/σουρωτήρι (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) που δέχεται πολλά γκολ., η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση: η άμεση επιθετική αντίδραση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας., παίζω άμυνα (προφ.): ΑΘΛ. αμύνομαι: Παίκτες που ~ουν ~ και πρεσάρουν. [< αρχ. ἄμυνα, γαλλ. défense, αγγλ. defence]
2739αμύνομαι[ἀμύνομαι] α-μύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αμύν-θηκα, αμυνόμενος} (λόγ.): αντιστέκομαι σε επίθεση, προστατεύω τον εαυτό μου ή/και άλλους από κάτι: ~ για τη ζωή μου (πβ. υπερασπίζομαι). ~ γενναία/σθεναρά. ~ ενάντια στις κατηγορίες/στον ρατσισμό. ~ εναντίον/κατά της εξουσίας. ~ με επιτυχία/κάθε μέσο. ~θηκαν με νύχια και με δόντια, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Βλ. αυτο~, υπερ~.|| Ο οργανισμός δημιουργεί αντισώματα και ~εται. ΑΝΤ. επιτίθεμαι (1) ● Μτχ.: αμυνόμενος , η, ο: που αμύνεται: Τον σκότωσε ~.|| ~ος: παίκτης. ~η: ομάδα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι επιτιθέμενοι. (στο ποδόσφαιρο) Το τείχος των ~ένων (= αμυντικών). [< μτγν. ἀμύνομαι]
2740αμυντικογενής, ής, ές [ἀμυντικογενής] α-μυ-ντι-κο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει ως ρόλο ή χαρακτηριστικό του την άμυνα σε ομαδικό άθλημα: ~ής: μέσος/παίκτης. ~ής: τακτική. ~ές: παιχνίδι/ποδόσφαιρο/σύστημα/σχήμα. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. επιθετικογενής
2741αμυντικός, ή, ό [ἀμυντικός] α-μυ-ντι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη στρατιωτική κυρ. άμυνα: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός/οργανισμός (βλ. ΝΑΤΟ)/πόλεμος (ΑΝΤ. επεκτατικός)/σχεδιασμός. ~ή: ασπίδα/θωράκιση/κάλυψη/οργάνωση/πολιτική/στρατηγική/συμμαχία/τακτική/χειροβομβίδα. ~ό: σύμφωνο/σχέδιο/τείχος. ~ά: όπλα. Ο οχυρός και ~ χαρακτήρας μιας περιοχής. ΑΝΤ. επιθετικός (2) 2. ΑΘΛ. που αφορά την άμυνα μιας ομάδας, συνήθ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: ~ός: μέσος (= μεσοαμυντικός)/παίκτης/χαφ. ~ή: διάταξη/θέση/κάλυψη/τριάδα. ~ό: δίδυμο/παιχνίδι/ριμπάουντ/σχήμα. ~ά: κενά/λάθη. Η ομάδα αγωνίστηκε/κατέβηκε/μπήκε/ξεκίνησε/παρατάχθηκε/παρουσιάστηκε με ~ές διαθέσεις. ΑΝΤ. επιθετικός (3) 3. που χαρακτηρίζεται από επιφυλακτικότητα, που στοχεύει στην αυτοπροστασία: ~ή: οδήγηση/συμπεριφορά. Κρατά/παίρνει ~ή στάση (απέναντι σε αγνώστους). ΑΝΤ. επιθετικός (1) 4. ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε παθογόνους μικροοργανισμούς: ~ός: παράγοντας (του δέρματος). ~ή: ικανότητα. ● Ουσ.: αμυντικός (ο): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που συνήθ. αγωνίζεται στην αμυντική γραμμή της ομάδας του. Πβ. λίμπερο, μπακ, οπισθοφύλακας. Βλ. επιθετικός, μέσος. [< αγγλ. defender, 1922] ● επίρρ.: αμυντικά ● ΣΥΜΠΛ.: αμυντικές δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. μέρος του κρατικού προϋπολογισμού που διατίθεται για τον εξοπλισμό και τις λειτουργικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων: αύξηση/μείωση των ~ών ~ών., αμυντικές μετοχές: ΟΙΚΟΝ. που διατηρούνται σταθερές σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, που δεν επηρεάζονται από τις μεταβολές της αγοράς: ~ ~ υψηλής κεφαλαιοποίησης. [< αγγλ. defensive shares/stocks] , αμυντική γραμμή & γραμμή άμυνας: ΑΘΛ. οι αμυντικοί παίκτες κυρ. μιας ποδοσφαιρικής ομάδας· ο χώρος του γηπέδου στον οποίο αυτοί αγωνίζονται. Βλ. επιθετική, μεσαία γραμμή., άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, αμυντική βιομηχανία βλ. βιομηχανία, μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί βλ. άμυνα [< αρχ. ἀμυντικός, γαλλ. défensif, αγγλ. defensive]
2742αμυντικότητα[ἀμυντικότητα] α-μυ-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα, ικανότητα άμυνας ή συνηθέστ. αμυντική στάση, συμπεριφορά. Βλ. -ότητα.
2743αμύντορας[ἀμύντορας] α-μύ-ντο-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.): υπερασπιστής: ~ες της δημοκρατικής νομιμότητας/ηθικής. Πβ. προστάτης, υπέρμαχος. Βλ. γλωσσ~, -τορας. [< αρχ. ἀμύντωρ]
2744αμυχή[ἀμυχή] α-μυ-χή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γρατζουνιά, επιφανειακό σχίσιμο του δέρματος: μικροτραυματισμοί και ~ές. Δεν έχει/έπαθε ούτε (μία) ~. Πβ. γδάρσιμο, εκδορά. [< αρχ. ἀμυχή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.