Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3660-3680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2716αμυγδαλεώνας[ἀμυγδαλεώνας] α-μυ-γδα-λε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έκταση γης όπου έχουν φυτευτεί αμυγδαλιές. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ἀμυγδαλεώνας]
2717αμυγδαλή[ἀμυγδαλή] α-μυ-γδα-λή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κάθε μία από τις δύο εγκεφαλικές δομές στον κροταφικό λοβό, μπροστά από τον ιππόκαμπο, οι οποίες ελέγχουν τις συναισθηματικές αντιδράσεις, κυρ. τον φόβο και το στρες, αμυγδαλοειδής πυρήνας. Βλ. νεοφλοιός. [< αγγλ. amygdala]
2718αμυγδαλιά[ἀμυγδαλιά] α-μυ-γδα-λιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μυγδαλιά: ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus Amygdalus/Dulcis) με λευκά-ροζ άνθη, που βγαίνουν νωρίς την άνοιξη, και καρπό το αμύγδαλο: ανθισμένη ~. Βλ. πικρ~, πυρηνόκαρπα. ● Υποκ.: αμυγδαλίτσα & (λαϊκό) μυγδαλίτσα (η) [< μτγν. ἀμυγδαλέα]
2719αμυγδαλίτιδα[ἀμυγδαλίτιδα] α-μυ-γδα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μόλυνση και φλεγμονή των αμυγδαλών από ιούς ή βακτηρίδια: οξεία/πυώδης/στρεπτοκοκκική/υποτροπιάζουσα ~. Βλ. αδενοειδίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. amygdalite]
2720αμύγδαλο[ἀμύγδαλο] α-μύ-γδα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} & (λαϊκό) μύγδαλο: ο καρπός της αμυγδαλιάς και ιδ. η αμυγδαλόψιχα: πράσινα/φρέσκα ~α. Βλ. κάρυο.|| Ανάλατα/γλυκά/καβουρδισμένα/καραμελωμένα/ξεφλουδισμένα/τριμμένα ~α. ~α φιλέ (: κομμένα σε λεπτές φετούλες). Κουραμπιέδες/χαλβάς με ~α. Σοκολάτα/τούρτα ~άλου. Σπάω ~α. Βλ. πικρ~, εργολάβος, ξηροί καρποί. ● Υποκ.: αμυγδαλάκι & (λαϊκό) μυγδαλάκι (το) [< αρχ. ἀμύγδαλον]
2721αμυγδαλο- & αμυγδαλό- & αμυγδαλ(ε)-α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά 1. στο αμύγδαλο ή την αμυγδαλιά: αμυγδαλό-παστα/~ψιχα. Αμυγδαλε-ώνας.|| (κατ' επέκτ.) Aμυγδαλο-ειδής.|| Αμυγδαλ-ωτός. 2. ΙΑΤΡ. στις αμυγδαλές: αμυγδαλ-εκτομή.
2722αμυγδαλοειδής, ής, ές [ἀμυγδαλοειδής] α-μυ-γδα-λο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή αμυγδάλου: ~ές: σχήμα.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: πυρήνας (= αμυγδαλή). [< μτγν. ἀμυγδαλοειδής, γαλλ. amygdaloïde, αγγλ. amygdaloid]
2723αμυγδαλόπαστα[ἀμυγδαλόπαστα] α-μυ-γδα-λό-πα-στα ουσ. (θηλ.): μείγμα ζάχαρης, αμυγδάλων, ανθόνερου ή ροδόνερου και σπανιότ. αποστάγματος αμυγδάλου: γλυκά με ~ (βλ. μάρτζιπαν). ~ με γέμιση ... Βλ. αμυγδαλωτό.
2724αμυγδαλόψιχα[ἀμυγδαλόψιχα ] α-μυ-γδα-λό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ο φαγώσιμος καρπός που βρίσκεται στο κέλυφος του αμυγδάλου, με ή χωρίς φλούδα.
2725αμυγδαλωτός, ή, ό [ἀμυγδαλωτός] α-μυ-γδα-λω-τός επίθ. 1. που έχει σχήμα αμυγδάλου: ~ά μάτια. 2. που περιέχει αμύγδαλα ή είναι φτιαγμένος από αυτά: ~οί: κουραμπιέδες. ● Ουσ.: αμυγδαλωτά (τα): γλυκά με βασικά συστατικά αμύγδαλα, ζάχαρη και αβγά: ~ με ανθόνερο/πορτοκάλι. ~ φούρνου. Πβ. εργολάβος. [< μεσν. αμυγδαλωτός]
2726αμυδρός, ή, ό [ἀμυδρός] α-μυ-δρός επίθ. (λόγ.) 1. που μόλις φαίνεται, δεν διακρίνεται καθαρά ή που δεν γίνεται αντιληπτός: ~ό: ίχνος/χαμόγελο/φως (πβ. αχνό, θαμπό). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~οί: αστέρες. Πβ. δυσδιάκριτος. ΣΥΝ. αδιόρατος, ανεπαίσθητος ΑΝΤ. αισθητός (2) 2. (συνεκδ.) που είναι ασαφής, αόριστος, συγκεχυμένος, που δεν είναι ξεκάθαρος: ~ή: ανάμνηση/εικόνα (= θολή)/εντύπωση/ιδέα. 3. (μτφ.) λιγοστός, μικρός, περιορισμένος: ~ή: ένδειξη. ~ές: ελπίδες. ● επίρρ.: αμυδρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Διακρίνω/θυμάμαι/φωτίζεται/χαμογέλασε ~. (Δια)φαίνεται ~ στον ορίζοντα (πβ. λίγο). [< αρχ. ἀμυδρός]
2727αμύητος, η, ο [ἀμύητος] α-μύ-η-τος επίθ./ουσ. (για πρόσ.) 1. που δεν γνωρίζει τα μυστικά ή τα μυστήρια μιας θρησκείας, λατρείας ή μυστικής οργάνωσης. 2. (κατ' επέκτ.) που δεν έχει εντρυφήσει σε μια ιδεολογία, τέχνη, επιστήμη: ~ αναγνώστης. ~ στα μαθηματικά/στη μουσική. Πβ. αδαής, ανίδεος. ΑΝΤ. γνώστης, ειδήμων & ειδήμονας, επαΐων [< αρχ. ἀμύητος]
2728αμύθητος, η, ο [ἀμύθητος] α-μύ-θη-τος επίθ.: που έχει υπερβολικά μεγάλη αξία, συνήθ. υλική: ~ος: θησαυρός. ~η: περιουσία. ~α: κέρδη/πλούτη/ποσά. Διαμάντια/κοσμήματα/πίνακες ζωγραφικής ~ης/(λόγ.) -ήτου αξίας. Πβ. αμέτρητος, ανυπολόγιστος, μυθώδης. [< αρχ. ἀμύθητος]
2729αμυλάση[ἀμυλάση] α-μυ-λά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που διασπά το άμυλο και το γλυκογόνο της τροφής σε απλά σάκχαρα: παγκρεατική/σιελική ~. ~ αίματος/ορού/ούρων. Δράση της α/β-~ης. [< γαλλ.-αγγλ. amylase]
2730άμυλο[ἄμυλο] ά-μυ-λο ουσ. (ουδ.) {αμύλ-ου}: ΒΙΟΧ. άσπρος, άγευστος και αδιάλυτος στο νερό υδατάνθρακας με υψηλό μοριακό βάρος, ο οποίος βρίσκεται κυρ. στα φυτά και σε φωτοσυνθετικούς μικροοργανισμούς: τροποποιημένο ~. ~ καλαμποκιού (= κορν φλάουρ). Διάσπαση/κόκκοι του ~ου. Το ~ περιέχεται στα δημητριακά, τα όσπρια και τις πατάτες.|| Ζωικό ~ (ΣΥΝ. γλυκογόνο). [< μτγν. ἄμυλον ‘λεπτό αλεύρι’]
2731αμυλοειδές[ἀμυλοειδές] α-μυ-λο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κηρώδες, διαφανές υλικό που αποτελείται από πρωτεΐνες και υδρογονάνθρακες και αποθηκεύεται εξωκυτταρικά σε μερικές εκφυλιστικές παθήσεις, όπως το Αλτσχάιμερ. || βήτα (β-) αμυλοειδές. [< αγγλ. amyloid, beta-amyloid, 1987]
2732αμυλοειδής, ής, ές [ἀμυλοειδής] α-μυ-λο-ει-δής επίθ. 1. (λόγ.) που περιέχει άμυλο ή μοιάζει με αυτό. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το αμυλοειδές ή προκαλείται από αυτό: ~ής: αγγειοπάθεια. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. amylacé, amyloïde, αγγλ. amyloid(al)]
2733αμυλοείδωση[ἀμυλοείδωση] α-μυ-λο-εί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσος που προκαλείται από παθολογική συσσώρευση αμυλοειδούς σε ιστούς ή και όργανα του σώματος: καρδιακή/πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/συστηματική ~. ~ ήπατος/νεφρού. [< αγγλ. amyloidosis, 1900, γαλλ. amyloїdose]
2734αμυλόζη[ἀμυλόζη] α-μυ-λό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ευθεία αλυσίδα μορίων γλυκόζης, μία από τις δύο μορφές του αμύλου. Βλ. αμυλοπηκτίνη. [< γαλλ.-αγγλ. amylose]
2735αμυλοπηκτίνη[ἀμυλοπηκτίνη] α-μυ-λο-πη-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αδιάλυτο πολυμερές γλυκόζης με διακλαδισμένη δομή και μεγάλο μοριακό βάρος, μία από τις δύο μορφές του αμύλου. Βλ. αμυλόζη. [< γαλλ. amylopectine, αγγλ. amylopectin, 1905]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.