| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36121 | ολικός | , ή, ό [ὁλικός] ο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την έννοια του όλου, που αφορά όλα τα στοιχεία ενός συνόλου, καθολικός, συνολικός: ~ός: αποκλεισμός (της κυκλοφορίας)/αριθμός/αρνητής στράτευσης (: που αρνείται να υπηρετήσει ακόμα και την εναλλακτική θητεία)/έλεγχος/παγετός/χρόνος. ~ή: ανατροπή/απαγόρευση/απαλλαγή/απασχόληση/αποζημίωση/απώλεια/έκλειψη (Ηλίου/Σελήνης)/εξόφληση/καταστροφή (πβ. όλεθρος)/μεταμόρφωση/πίεση/σύνθεση/χωρητικότητα. ~ό: άθροισμα/βάρος/εισόδημα/κόστος/μήκος/πλάτος/ύψος. Μόνιμη ~ή ανικανότητα από ατύχημα ή ασθένεια. Πβ. γεν-, ολοκληρωτ-ικός, ολοσχερής, πλήρης.|| (ΧΗΜ.) ~ός: οργανικός άνθρακας/φώσφορος. ~ή: οξύτητα/σκληρότητα (του νερού). ~ό: άζωτο. (ΦΥΣ.) ~ή: ανάκλαση/ενέργεια. (ΜΑΘ.) ~ό: ελάχιστο (συνάρτησης). ~ό διαφορικό και ~ή παράγωγος. (ΓΕΩΜ.) ~ό: εμβαδόν. (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρθροπλαστική/νάρκωση/οδοντοστοιχία/τύφλωση. ~ό: αίμα (: κατά την αιμοληψία). ~ή αφαίρεση όγκου.|| (ως ουσ.) (ΟΙΚΟΝ.) ~ό κυκλοφορούντος ενεργητικού. ΑΝΤ. μερικός, τοπικός (2) ● επίρρ.: ολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αυστηρή/ολική χορτοφαγία βλ. χορτοφαγία, διοίκηση ολικής ποιότητας/ολική ποιότητα βλ. ποιότητα, ολικής αλέσεως βλ. άλεση [< μτγν. ὁλικός] | |
| 36122 | ολισθαίνω | [ὀλισθαίνω] ο-λι-σθαί-νω ρ. (αμτβ.) {ολίσθ-ησε, ολισθαίν-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) 1. γλιστρώ: Το αυτοκίνητο ~ησε πάνω στον χιονισμένο δρόμο. (ΦΥΣ.) Σώμα που ~ει χωρίς τριβή. (ΠΛΗΡΟΦ.) Μενού που ~ει (= κυλά) αυτόματα. 2. (μτφ.) οδεύω, ρέπω προς μια αρνητική κατάσταση: Η διαδικασία ~ει χρονικά. Η οικονομία ~ει ολοένα και περισσότερο προς την/στην αβεβαιότητα/καταστροφή/ύφεση. Πβ. κατρακυλώ, ξεπέφτω. [< 1: αρχ. ὀλισθαίνω, ὀλισθάνω] | |
| 36123 | ολίσθημα | [ὀλίσθημα] ο-λί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {ολισθήμ-ατος | -ατα, -άτων} (μτφ.-λόγ.): σφάλμα, παράπτωμα: γλωσσικό (πβ. παραδρομή, σαρδάμ)/επικίνδυνο/επικοινωνιακό/ηθικό/θεσμικό/πολιτικό/φραστικό ~. Διέπραξε/υπέπεσε σε βαρύτατο/μέγα/πρωτοφανές/σοβαρό ~. Πβ. ατόπημα, γλίστρημα, ξεστράτισμα, παραστράτημα. [< μτγν. ὀλίσθημα ‘έξάρθρωση, πτώση’] | |
| 36124 | ολισθηρός | , ή, ό [ὀλισθηρός] ο-λι-σθη-ρός επίθ. (λόγ.) & ολισθητικός 1. που γλιστράει: ~ός: δρόμος. ~ή: επιφάνεια. ~ό: δάπεδο/οδόστρωμα. Απώλεια ευστάθειας οχήματος σε ~ές συνθήκες οδήγησης (π.χ. πάγος). ΣΥΝ. γλιστερός ΑΝΤ. αντιολισθητικός 2. (μτφ.) που οδηγεί σε ή κλίνει προς αρνητική κατάσταση, επικίνδυνος: ~ό: ατόπημα. Το ~ό μονοπάτι της διαφθοράς. Οι σχέσεις των δύο χωρών ακολουθούν ~ή πορεία. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: ολισθηρά [< 1: αρχ. ὀλισθηρός] | |
| 36125 | ολισθηρότητα | [ὀλισθηρότητα] ο-λι-σθη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ολισθηρού: αυξημένη/έντονη ~. ~ του δαπέδου/εδάφους/οδοστρώματος. ~ λόγω βροχής/παγετού/χιονόπτωσης. Το αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του εξαιτίας της ~ας του δρόμου. Βλ. -ότητα. [< μεσν. ολισθηρότης] | |
| 36126 | ολίσθηση | [ὀλίσθηση] ο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γλίστρημα, μετακίνηση, μετατόπιση: (ΟΙΚΟΔ.) πέδιλο ~ης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Πλευρική ~ των τροχών (αυτοκινήτου). Γωνίες/έδρανα (βλ. κουζινέτο)/ράγες/συμπλέκτης ~ης. Διαφορικό περιορισμένης ~ης. Βλ. ντελαπάρ-, πατινάρ-, σπινιάρ-ισμα.|| (ΦΥΣ.) Τριβή ~ης (: ασκείται σε σώμα που γλιστρά στην επιφάνεια άλλου).|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ τεκτονικών πλακών. Ρήγματα οριζόντιας ~ης. ~ήσεις ασταθών πρανών. Βλ. ερπυσμός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μπάρα ~ης (= μπάρα κύλισης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπονδύλου.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ στεγάστρου/στέγης.|| (μτφ.) ~ των τιμών. Βλ. δι~, εξ~, κατ~, πλαγι~, υδρ~. [< αρχ. ὀλίσθησις, αγγλ. slip, shift] | |
| 36127 | ολισθητήρας | [ὀλισθητήρας] ο-λι-σθη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός συσκευής ο οποίος χρησιμεύει στην ολίσθηση ή ολισθαίνει: εγκάρσιος ~. ~ εκκένωσης αεροσκαφών/πλοίων (: τσουλήθρα). ~ υδροπλάνου. ~ για την απομάκρυνση μπάζων. Έλκηθρο εφοδιασµένο µε ~α για τη µεταφορά βαρύτερων φορτίων.|| ~ έντασης ήχου. Βλ. -τήρας. | |
| 36128 | ολισμός | [ὁλισμός] ο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία προτάσσει τη γνώση του όλου για την κατανόηση του μερικού: μεθοδολογικός ~. Βλ. δυϊσμός, μον-, πλουραλ-ισμός. [< αγγλ. holism, 1926, γαλλ. globalisme, 1923, holisme, 1939] | |
| 36129 | ολιστικός | , ή, ό [ὁλιστικός] ο-λι-στι-κός επίθ. 1. που εμπνέεται από τη φιλοσοφία του ολισμού: ~ός: προσανατολισμός (επιστήμης). ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: μοντέλο/σύστημα. ~ή αρχιτεκτονική και οικολογική δόμηση. ΑΝΤ. μονιστικός 2. που σχετίζεται με την ολιστική ιατρική: ~ός: γιατρός/θεραπευτής. ~ή: (ψυχο)θεραπεία/οδοντιατρική/υγεία.|| ~ή: διατροφή. ~ό: μασάζ. ● επίρρ.: ολιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: ολιστική ιατρική: εναλλακτική πρακτική που αντιμετωπίζει τον πάσχοντα ως ένα αδιάσπαστο σύνολο σώματος, πνεύματος και ψυχής και στοχεύει στην ολοκληρωμένη θεραπεία του. [< αγγλ. holistic medicine, 1960] , ολιστική προσέγγιση: σφαιρική εξέταση, μελέτη που προτάσσει το όλο έναντι του μέρους: ~ ~ του ανθρώπου/της γνώσης/της μάθησης (βλ. διαθεματική προσέγγιση). ~ ~ στη θεραπεία του καρκίνου. Διεπιστημονικές ~ές ~ίσεις. [< αγγλ. holistic approach] [< αγγλ. holistic, 1926, γαλλ. holistique, 1953] | |
| 36130 | ολκή | [ὁλκή] ολ-κή ουσ. (θηλ.) 1. {στη γεν.} για δήλωση έμφασης του ουσιαστικού που προηγείται, συνηθέστ. με αρνητική σημασία: απατεώνας (= μεγαλοαπατεώνας)/ψεύτης (μεγάλης) ~ής. Απάτη/γκάφα/σκάνδαλο/σφάλμα/φιάσκο ~ής. Πβ. πρωτοφανής.|| Επιστήμονας/πολιτικός/συγγραφέας ~ής (: μεγάλου κύρους). Σκόρερ ~ής (: δεινός). Ανακάλυψη ~ής (: μεγάλης αξίας, σπουδαιότητας). 2. ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. πλαστική παραμόρφωση (δηλ. μετατροπή σε σύρμα) υλικού (μετάλλου ή κράματος) κάτω από ορισμένες συνθήκες διεργασίας: ψυχρή επεκτατική ~ ράβδων. 3. διαμέτρημα κάννης όπλου. [< αρχ. ὁλκή ‘σύρσιμο, έλξη’, γαλλ. de poids] | |
| 36131 | όλκιμος | , η, ο [ὅλκιμος] όλ-κι-μος επίθ.: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. (για μέταλλο) που μπορεί να μετατρέπεται σε λεπτό σύρμα με τη μέθοδο της ολκής: ~ος: χάλυβας/(χυτο)σίδηρος.|| ~η: συμπεριφορά (θραύσης). Βλ. ψαθυρός. ΣΥΝ. ελατός [< πβ. αρχ. ὅλκιμος ‘που έχει λιπαρή και κολλώδη υφή’, γαλλ. ductile] | |
| 36132 | ολκιμότητα | [ὁλκιμότητα] ολ-κι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα του όλκιμου μετάλλου: χάλυβας οπλισμού σκυροδέματος με υψηλή ~. Πβ. πλαστιμότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ελατότητα [< γαλλ. ductilité] | |
| 36133 | ολκός | [ὁλκός] ολ-κός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. αυλάκωση: ~ μουσικού οργάνου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ελκυστήρας. 3. ΜΗΧΑΝ. όργανο που χρησιμεύει για τη μετατροπή μιας περιστροφικής κίνησης σε εναλλασσόμενη ή αντιστρόφως. 4. (στην αρχαιότητα) τροχοφόρο όχημα μεταφοράς πλοίων. 5. έλκυση. [< 1, 4: αρχ. ὁλκός] | |
| 36134 | ολλανδικός | , ή, ό [ὁλλανδικός] ολ-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) ολλανδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ολλανδία ή/και τους Ολλανδούς: ~ές: τουλίπες. ● Ουσ.: Ολλανδικά (τα) & (επίσ.) Ολλανδική (η) & (προφ.) Ολλανδέζικα (τα): η ολλανδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. | |
| 36135 | Ολλανδός, Ολλανδή | [Ὁλλανδός] Ολ-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Ολλανδέζος, Ολλανδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ολλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ολλανδική υπηκοότητα. | |
| 36136 | ΟΛΜΕ | (η): Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης. | |
| 36137 | όλμιο | [ὅλμιο] ὅλ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ολμίου}: ΧΗΜ. σπάνιο, μαλακό και εύπλαστο μεταλλικό στοιχείο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Ho, Ζ 67), που ανήκει στις λανθανίδες. [< αγγλ.-γαλλ. holmium < νεολατ. Holmia ‘Στοκχόλμη’] | |
| 36138 | ολμοβόλο | [ὁλμοβόλο] ολ-μο-βό-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. φορητό πυροβόλο όπλο καμπύλης τροχιάς και σχετικά μικρού βεληνεκούς. Βλ. οβιδοβόλο, όλμος. [< πβ. γαλλ. mortier] | |
| 36139 | όλμος | [ὅλμος] όλ-μος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. βλήμα που εκτοξεύεται από ολμοβόλο και συνεκδ. το ίδιο το όπλο: Έκρηξη/θραύσματα/ρίψη ~ων.|| Αυτοκινούμενος/ρυμουλκούμενος/φορητός ~. Επίθεση με ~ο. Οβίδες/πυρά ~ων. [< αρχ. ὅλμος ‘γουδί’, γαλλ. mortier] | |
| 36140 | όλο | [ὅλο] ό-λο επίρρ. 1. (χρονικό· συνήθ. + ρήμα) συνέχεια, αδιάκοπα: ~ τσακώνονται/φωνάζει. Βαρέθηκα ~ τα ίδια και τα ίδια. Έμεινε μόνη κι ~ κλαίει. ΣΥΝ. διαρκώς ΑΝΤ. ποτέ (1), σπάνια 2. (+ ουσ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι εμφανίζει ένα χαρακτηριστικό σε υπερβολικό βαθμό: μαλλιά ~ ζωντάνια. ~ γκρίνια/νεύρα είσαι σήμερα. Μας υποδέχθηκε ~ (= γεμάτος) χαρά. ● ΦΡ.: όλο και (κάποιος/κάτι) ...: σίγουρα, πάντοτε κάποιος/κάτι ...: Αν ψάξεις, ~ ~ κάτι θα βρεις. ~ ~ κάποιος θα μας βοηθήσει., όλο και ... (επιτατ.): ολοένα: Τελευταία ακούγεται ~ ~ περισσότερο η φράση ... ~ ~ πιο ισχυρό γίνεται το αίτημα για ... ~ ~ πιο κοντά στο πρωτάθλημα η ομάδα. ΣΥΝ. όσο πάω/πάει και ● βλ. όλος [< αρχ. ὅλον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ