Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36800-36820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36141ολο- & ολό-& ολ- α' συνθετικό λέξεων 1. με αναφορά στο σύνολο του αντικειμένου ή της έννοιας που δηλώνει το β' συνθετικό: ολο-σέλιδος.|| Oλο-ήμερος.|| Ολο-κεραμικός. 2. (επιτατ.) με τη σημασία του εντελώς, πάρα πολύ: ολο-κάθαρος (πβ. πεντα-). Ολο-φάνερος (πβ. πασι-φανής). Ολό-γυμνος (πβ. θεό-)/~ιδιος/~ξανθος (πβ. κατά-)/~φρεσκος. Ολ-άνθιστος. Βλ. παν-.
36142ολόασπρος, η, ο [ὁλόασπρος] ο-λό-α-σπρος επίθ. & ολάσπρος (συνήθ. λογοτ.-επιτατ.): κάτασπρος: ~η: στολή. ~ο: φόρεμα. ~α: δόντια/μαλλιά.|| (ως ουσ.-σπάν.) Ντυμένη στα ~α. ΣΥΝ. κατάλευκος, ολόλευκος, πάλλευκος ΑΝΤ. ολόμαυρος [< μεσν. ολόασπρος]
36143ολογάλανος, η, ο [ὁλογάλανος] ο-λο-γά-λα-νος επίθ. (συνήθ. λογοτ.-επιτατ.): καταγάλανος: ~ος: ουρανός. ~η: θάλασσα. ~α: μάτια.
36144ολόγερος, η, ο [ὁλόγερος] ο-λό-γε-ρος επίθ. (σπάν.-επιτατ.): απολύτως υγιής ή ακέραιος, άρτιος: ~ο: μωρό.|| ~η: οδοντοστοιχία (: που δεν έχει υποστεί καμία φθορά). [< μεσν. ολόγερος]
36145ολόγιομος, η, ο [ὁλόγιομος] ο-λό-γιο-μος επίθ. & (λαϊκό) ολόγεμος (λογοτ.): εντελώς γεμάτος: ~η: Σελήνη/~ο: φεγγάρι (= πανσέληνος). [< μεσν. ολόγεμος]
36146ολόγλυκος, α, ο [ὁλόγλυκος] ο-λό-γλυ-κος επίθ. (επιτατ.): πολύ γλυκός: ~ο: κρασί.|| (μτφ.) ~ο: φιλί/χαμόγελο. [< μεσν. ολόγλυκος]
36147ολόγλυφος, η, ο [ὁλόγλυφος] ο-λό-γλυ-φος επίθ.: (στη γλυπτική) που είναι δουλεμένος, κατεργασμένος σε όλες του τις πλευρές και διαστάσεις σε αντιδιαστολή προς τον ανάγλυφο: ~η: διακόσμηση/μορφή/παράσταση/πλαστική. ~ο: άγαλμα/τέμπλο. || (μτφ.) σφαιρικός, ολόπλευρος.
36148ολόγραμμα[ὁλόγραμμα] ο-λό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) {ολογράμμ-ατα}: ΦΥΣ. -ΦΩΤΟΓΡ. τρισδιάστατη φωτογραφική απεικόνιση αντικειμένου που λαμβάνεται με τη μέθοδο της ολογραφίας: διαπερατό ~. ~ ανάκλασης (: που δημιουργείται όταν δύο δέσμες ακτίνων λέιζερ προσβάλλουν ένα παχύ φιλμ, η μία δέσμη από την μπροστινή πλευρά και η άλλη από την πίσω)/μεταβίβασης (: που δημιουργείται από δύο δέσμες ακτίνων λέιζερ οι οποίες προσβάλλουν την ολογραφική πλάκα). ~ ασφαλείας προϊόντος (: για αποφυγή κλοπής και πλαστογράφησης). Τα νέα διαβατήρια έχουν ψηφιακά ~ατα. [< μτγν. ὁλόγραμμα 'πλήρης τίτλος', αγγλ. hologram, 1949, γαλλ. hologramme, 1970]
36149ολογραφία[ὁλογραφία] ο-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΦΩΤΟΓΡ. μέθοδος τρισδιάστατης φωτογραφικής απεικόνισης μέσω της χρήσης δύο δεσμών λέιζερ, η μία από τις οποίες προέρχεται από ειδικό προβολέα, ενώ η άλλη ανακλάται από το αντικείμενο που πρόκειται να φωτογραφηθεί· ολόγραμμα: ακουστική/οπτική ~. Ψηφιακές ~ες. Βλ. -γραφία. [< πβ. μτγν. ὁλογραφία ‘λεπτομερειακή γραφή’, γαλλ. holographie, 1947, αγγλ. holography, 1964]
36150ολογραφικός, ή, ό [ὁλογραφικός] ο-λο-γρα-φι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με την ολογραφία: ~ός: φακός (λέιζερ). ~ή: αποθήκευση (δεδομένων)/μνήμη/οθόνη/τεχνολογία/τηλεόραση/τηλεπαρουσίαση. ~οί: (οπτικοί) δίσκοι. ~ές: απεικονίσεις/προβολές. ~ά: συστήματα. ● επίρρ.: ολογραφικά [< αγγλ. holographic, γαλλ. holographique]
36151ολόγραφος, η, ο [ὁλόγραφος] ο-λό-γρα-φος επίθ. 1. που έχει γραφεί με όλα τα γράμματα, που δεν περιέχει συντμήσεις, συντομογραφίες ή αριθμούς: ~η: αναγραφή (τιμής)/υπογραφή. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. συντετμημένος 2. που είναι ζωγραφισμένος σε όλη του την επιφάνεια: ναός ~ από/με τοιχογραφίες. [< μτγν. ὁλόγραφος]
36152ολογράφως[ὁλογράφως] ο-λο-γρά-φως επίρρ.: με όλα τα γράμματα, χωρίς συντμήσεις, συντομογραφίες ή αριθμούς: Συμπληρώστε τον αριθμό/το ποσό ~ και αριθμητικώς. Υπογράψτε και γράψτε το όνομά σας ~. Η τιμή αναγράφεται ~. ΑΝΤ. συντομογραφικά [< μτγν. ὁλογράφως]
36153ολόγυμνος, η, ο [ὁλόγυμνος] ο-λό-γυ-μνος επίθ. (επιτατ.): εντελώς γυμνός: ~ο: κορμί. Κολυμπούσε ~. Πβ. θεόγυμνος, τσίτσιδος, με αδαμιαία περιβολή, όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της.|| (κατ' επέκτ.) ~η: φωτογραφία.|| (μτφ., χωρίς βλάστηση:) ~α: βουνά/κλαδιά. Βλ. ημίγυμνος. [< μτγν. ὁλόγυμνος]
36154ολόγυρα[ὁλόγυρα] ο-λό-γυ-ρα επίρρ. (οικ.-λογοτ.): γύρω-γύρω: Κοίταξε ~. ~ απλώνονταν βουνά. Πβ. τριγύρω. [< μεσν. ολόγυρα]
36155ολοδικός, ή/ιά, ό [ὁλοδικός] ο-λο-δι-κός κτητ. αντων. {+ μου, σου, του/της, μας, σας, τους} & ολόδικος (επιτατ.): απόλυτα δικός μου, καταδικός: Ήθελε ένα αυτοκίνητο ~ό του.|| Αποκτήστε ένα σπίτι ολόδικό σας.
36156ολόδροσος, η, ο [ὁλόδροσος] ο-λό-δρο-σος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): γεμάτος δροσιά: ~ος: κήπος. ~η: πηγή. ~ο: νερό.|| ~η: σαλάτα.|| (μτφ., γεμάτος φρεσκάδα και νεανικότητα) ~ο: πρόσωπο/χαμόγελο. [< μεσν. ολόδροσος]
36157ολοένα[ὁλοένα] ο-λο-έ-να επίρρ. {συνήθ. + και}: για να δηλωθεί ότι κάτι ακολουθεί διαρκώς αυξανόμενη πορεία ή εντείνεται: Το τρένο κινείται ~ και πιο γρήγορα. Το συγκρότημα γίνεται ~ και δημοφιλέστερο. Τα αποτελέσματα θα φαίνονται ~ (: διαρκώς, συνεχώς) και περισσότερο τις επόμενες ημέρες. ~ και λιγότεροι άνθρωποι. ~ και πληθαίνουν οι φήμες για ... Η κατάσταση ~ (: όσο πάει και) βελτιώνεται. ΣΥΝ. όλο (1), ολονέν [< μεσν. ολοένα]
36158ολοένζυμο[ὁλοένζυμο] ο-λο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που αποτελείται από το συνένζυμο και το αποένζυμο. Βλ. ισο-, προ-ένζυμο. [< αγγλ. holoenzyme, 1943]
36159ολοζωής[ὁλοζωῆς] ο-λο-ζω-ής επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): για όλη τη διάρκεια της ζωής: Έμειναν ~ φίλοι. Πβ. διά βίου.
36160ολοζώντανος, η, ο [ὁλοζώντανος] ο-λο-ζώ-ντα-νος επίθ. (επιτατ.) 1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, ενθουσιασμό, ενεργητικότητα: (για πρόσ.) Ακμαία και ~η.|| ~η: αφήγηση/εικόνα/περιγραφή/πόλη/φωτογραφία. ~ο: χρώμα. ~οι: διάλογοι (θεατρικού έργου). 2. τόσο έντονος και παραστατικός που δίνει την εντύπωση του πραγματικού, χωρίς να είναι: ~η: κούκλα. ~ο: όνειρο. ~οι: χαρακτήρες (βιβλίου). 3. που έχει ή παραμένει στη ζωή, ζωντανός: Βγήκε ~ και αρτιμελής από το αμάξι παρά το τρακάρισμα.|| (μτφ., διαχρονικός:) ~ες: παραδόσεις. Η ανάμνησή του διατηρείται ~η (πβ. ανεξίτηλη) ανά τους αιώνες. 4. (για ψάρια ή θαλασσινά) πολύ φρέσκος, ολόφρεσκος: ~ες: γαρίδες. Πβ. σπαρταριστός. ● επίρρ.: ολοζώντανα [< μεσν. ολοζώντανος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.