| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36161 | ολοήμερος | , η, ο [ὁλοήμερος] ο-λο-ή-με-ρος επίθ.: που διαρκεί ολόκληρη την ημέρα: ~ος: γύρος (πόλης). ~η: γιορτή/διαδήλωση/εκδήλωση/εκδρομή/επίσκεψη/κρουαζιέρα/ξενάγηση. ~ο: αφιέρωμα/γλέντι/σεμινάριο/συνέδριο/φεστιβάλ. ~ες: διαβουλεύσεις.|| ~ο: νηπιαγωγείο/σχολείο. Βλ. -ήμερος. ΑΝΤ. ολονύκτιος ● ΣΥΜΠΛ.: Ολοήμερο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό [< μτγν. ὁλοήμερος] | |
| 36162 | ολόθερμος | , η, ο [ὁλόθερμος] ο-λό-θερ-μος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος θέρμη, διαχυτικότητα: ~η: αγάπη/αγκαλιά/συμπαράσταση/υποδοχή/(υπο)στήριξη. ~ο: χειροκρότημα. ~ες: ευχαριστίες/ευχές. ~α: συγχαρητήρια.|| (για πρόσ.) ~ος: υποστηρικτής (πβ. ένθερμος). Πβ. εγκάρδιος, ολόψυχος. ΣΥΝ. ολόκαρδος ● επίρρ.: ολόθερμα [< μεσν. ολόθερμος] | |
| 36163 | ολοθούριο | [ὁλοθούριο] ο-λο-θού-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος εχινόδερμων (τάξη Holothuroidea) με μακρύ σώμα και γυαλιστερό δέρμα. ΣΥΝ. αγγούρι της θάλασσας [< αρχ. ὁλοθούριον, γαλλ. holothurie, αγγλ. holothurian] | |
| 36164 | ολόθυμος | , η, ο [ὁλόθυμος] ο-λό-θυ-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): ολόψυχος, ολόκαρδος. ● επίρρ.: ολοθύμως & ολόθυμα | |
| 36165 | ολόιδιος | , ια, ιο [ὁλόιδιος] ο-λό-ι-διος επίθ. (προφ.-επιτατ.) 1. που είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο: ~ια: αδέρφια (βλ. δίδυμοι). Είναι ~ια (σε εμφάνιση) με τη μητέρα της/είναι ~ια η μητέρα της (: ίδια και απαράλλαχτη, φτυστή).|| Ημέρα ~ια με την προηγούμενη. Κείμενα ~ια μεταξύ τους. Έχει μια τσάντα ~ια με τη δικιά μου. Πβ. πανομοιότυπος. 2. αναλλοίωτος, ανέπαφος: Πέρασαν τόσα χρόνια και είναι ~ όπως ήταν στα νιάτα του.|| Το σπίτι παραμένει ~ιο με τότε/όπως το είχε αφήσει. ● επίρρ.: ολόιδια | |
| 36166 | ολόισιος | , ια, ιο [ὁλόισιος] ο-λό-ι-σιος επίθ. & (λαϊκό) ολόισος (επιτατ.): εντελώς ίσιος: ~ιος: δρόμος. ~ια: γραμμή/μύτη/χωρίστρα. ~ια: δόντια/μαλλιά.|| Στεκόταν με την πλάτη ~ια. ΑΝΤ. θεόστραβος (2) ● επίρρ.: ολόισια & (λαϊκό) ολόισα: σε απόλυτα ευθεία γραμμή, κατεύθυνση· κατευθείαν: Τον κοίταξε ~ στα μάτια.|| Βάδιζε/τράβηξε ~ μπροστά/για το σπίτι. | |
| 36167 | ολοκάθαρος | , η, ο [ὁλοκάθαρος] ο-λο-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.) 1. που είναι απολύτως καθαρός, πεντακάθαρος: ~η: θάλασσα/παραλία. ~ο: νερό/σπίτι. ~α: ρούχα.|| (μτφ.) ~η: εικόνα (: ευκρινής)/ματιά. ~ες: διαδικασίες (: διαφανείς). (για πρόσ.) Είναι ~ (: αγνός) στην ψυχή. ΣΥΝ. κατακάθαρος 2. που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, σαφής, ξεκάθαρος: ~η: απόδειξη/νίκη. ~ο: νόημα/πέναλτι. Είναι ~ο (: ολοφάνερο) τι σχεδιάζει. ● επίρρ.: ολοκάθαρα [< μεσν. ολοκάθαρος] | |
| 36168 | Ολόκαινο | [Ὁλόκαινο] Ο-λό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου}: ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. η πρώτη μεταπαγετώδης περίοδος του Τεταρτογενούς που ακολουθεί το Πλειστόκαινο, ξεκινά περ. 10.000 -12.000 χρόνια πριν, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και χαρακτηρίζεται από θερμές κλιματολογικές συνθήκες: ανώτερο/μέσο/πρώιμο ~. [< αγγλ. holocene, γαλλ. holocène] | |
| 36169 | ολοκαίνουργιος | , α, ο [ὁλοκαίνουργιος] ο-λο-καί-νουρ-γιος επίθ. & ολοκαίνουριος & (λαϊκό) ολοκαίνουργος (επιτατ.): εντελώς καινούργιος: ~α: εμπειρία. ~ο: αυτοκίνητο/διαμέρισμα/τραγούδι. Πβ. αμεταχείριστος, αχρησιμοποίητος, κολλαριστός, του κουτιού, φρέσκος. ΣΥΝ. κατακαίνουργιος | |
| 36170 | ολόκαρδος | , η, ο [ὁλόκαρδος] ο-λό-καρ-δος επίθ. & ολοκάρδιος, α, ο (επιτατ.): ολόψυχος. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. ολόθερμος, ολόθυμος ● επίρρ.: ολόκαρδα [< μεσν. ολόκαρδος, μτγν. ὁλοκάρδιος] | |
| 36171 | ολοκαύτωμα | [ὁλοκαύτωμα] ο-λο-καύ-τω-μα ουσ. (ουδ.) {ολοκαυτώμ-ατος} 1. κάθε ολική καταστροφή που προκαλείται κυρ. από φωτιά και έχει συνήθ. ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών ζωών· ειδικότ. μαζική θανάτωση, γενοκτονία: πυρηνικό ~. Η πόλη έγινε ~ (: κάηκε ολοσχερώς).|| (ΙΣΤ.) Το ~ των Εβραίων/των Καλαβρύτων. Οι επιζήσαντες/τα θύματα του ~ατος. Βλ. αφανισμός, όλεθρος, σφαγή.|| (επιτατ.) Το αυτοκίνητο έγινε ~ (: παρανάλωμα του πυρός, στάχτη).|| (μτφ.) Οικολογικό/οικονομικό ~. 2. αυτοθυσία για την υπεράσπιση ιδανικού: (ΙΣΤ.) το ~ της Ιεράς Μονής Αρκαδίου/του Σουλίου. Βλ. αυτοπυρπόληση. [< μτγν. ὁλοκαύτωμα ‘θυσιαστική προσφορά με πλήρη καύση’, γαλλ. holocauste, αγγλ. holocaust] | |
| 36172 | ολοκεραμικός | , ή, ό [ὁλοκεραμικός] ο-λο-κε-ρα-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (στην επανορθωτική οδοντιατρική) που ο σκελετός του έχει κατασκευαστεί από κεραμικό υλικό (πορσελάνη) χωρίς προσθήκη μετάλλου και χρησιμοποιείται στην ορθοδοντική αποκατάσταση: ~ές: γέφυρες/όψεις/στεφάνες. ~ά: ένθετα/συστήματα. ~ές αποκαταστάσεις ζιρκονίου.|| (ως ουσ.) Εργαστήριο οδοντοπροσθετικής με ειδίκευση στα ~ά και στα εμφυτεύματα. Βλ. μεταλλοκεραμικός. [< αγγλ. all-ceramic] | |
| 36173 | ολόκλειστος | , η, ο [ὁλόκλειστος] ο-λό-κλει-στος επίθ. (επιτατ.-λογοτ.): ερμητικά κλειστός: ~ες: πόρτες. ~α: μάτια/παράθυρα. Πβ. θεό-, κατά-κλειστος. ΑΝΤ. ορθάνοιχτος [< μεσν. ολόκλειστος] | |
| 36174 | ολοκληρία | [ὁλοκληρία] ο-λο-κλη-ρί-α ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: καθ' ολοκληρία(ν) (λόγ.): εντελώς, στο σύνολό του: εποχή ~ ~ αντιηρωική. Τα σεμινάρια θα γίνουν ~ ~ στην αγγλική γλώσσα. ΣΥΝ. εξ ολοκλήρου [< γαλλ. en entier] [< μτγν. ὁλοκληρία ‘πληρότητα’] | |
| 36175 | ολόκληρος | , η, ο [ὁλόκληρος] ο-λό-κλη-ρος επίθ. ΣΥΝ. ολάκερος 1. {συνήθ. + έναρθρο ουσ.} που αναφέρεται στο σύνολο μιας έννοιας· για να τονιστεί κάτι με υπερβολή ή/και έμφαση ή για να γίνει σύγκριση: Συνεχίζεται η κακοκαιρία σε ~η τη χώρα. Πονάει ~ο το σώμα του.|| ~ ο πλανήτης αγωνιά για ... ~ (: σύσσωμος) ο πολιτικός κόσμος καταδικάζει ... Λάμπει ~ από χαρά. Το μυθιστόρημά της είναι ένας ~ κόσμος. Μοιάζει σαν να πέρασε ~ αιώνας και όχι δέκα χρόνια. Είναι φίλοι μια ~η ζωή. ~η η αλήθεια για ... Μίλαγε ασταμάτητα επί μία ~η ώρα. Ο τρόπος γραφής του επηρέασε ~ες γενιές. Πβ. άπας, πας.|| (προφ.) Σαν μωρό κάνεις ~ (= κοτζάμ, σωστός) μαντράχαλος! Πού να στα λέω τώρα, είναι ~η ιστορία. Έκανε ~η φασαρία για το τίποτα. ΑΝΤ. μερικός 2. που δεν του λείπει κανένα μέρος, άρτιος, πλήρης, ακέραιος: Σημείωσα ~ο το όνομα στην αίτηση. Παρακολουθήστε ~η τη συνέντευξη του ... (: χωρίς περικοπές). Κατέβασε ~ο το αρχείο στον υπολογιστή του. Έβαλε το κοτόπουλο ~ο στην κατσαρόλα. Μαρμελάδα με ~α κομμάτια φρούτων. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι σκελετοί σώζονται ~οι. Πβ. ατόφιος. Βλ. ανέπαφος.|| Πληρώνω ~ο εισιτήριο (ΑΝΤ. μειωμένο). ΣΥΝ. όλος (1) ΑΝΤ. μισερός (1), μισός (1) 3. (επιτατ.) που είναι μεγάλος σε διάρκεια, ποσότητα, έκταση, μέγεθος ή πολύ σημαντικός: Πάλευαν έναν ~ο χρόνο να πετύχουν τον στόχο τους. Του κόστισε (έναν) ~ο μισθό η επισκευή του αυτοκινήτου. ● Ουσ.: ολόκληρο (το): ΜΟΥΣ. που ισοδυναμεί με τέσσερα τέταρτα (4/4) ή δύο ημίσεα (2/2). ● ΦΡ.: εξ ολοκλήρου (λόγ.) & εξολοκλήρου: στο σύνολό του, εντελώς: Αναλαμβάνει/φέρει ~ ~ (= ακέραια, στο ακέραιο) την ευθύνη. Το πρόβλημα είναι ~ ~ δικό σου. Βλ. εξ ημισείας. ΣΥΝ. καθ' ολοκληρία(ν), ολοκληρωτικά, πλήρως, τελείως [< μεσν. εξολοκλήρου] , και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα, μια (ολόκληρη) περιουσία βλ. περιουσία [< αρχ. ὁλόκληρος] | |
| 36176 | ολοκλήρωμα | [ὁλοκλήρωμα] ο-λο-κλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {ολοκληρώμ-ατος}: ΜΑΘ. το αποτέλεσμα μιας μαθηματικής ολοκλήρωσης: αόριστο/γενικευμένο/γραμμικό/ελλειπτικό/επιφανειακό/μιγαδικό/ορισμένο ~. Διπλά/πολλαπλά/τριπλά ~ατα. Εφαρμογές ~άτων. ~ατα και διαφορικές εξισώσεις. Βλ. απειροστικός λογισμός, παράγωγος, συνάρτηση. [< γαλλ. intégral] | |
| 36177 | ολοκληρωμένος | , η, ο [ὁλοκληρωμένος] ο-λο-κλη-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που καλύπτει όλες τις πλευρές, που έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται σε τελική μορφή, άρτιος, πλήρης: ~ος: έλεγχος/κύκλος σπουδών/(τουριστικός) οδηγός/ορισμός/σχεδιασμός/τίτλος (: χωρίς συντομεύσεις). ~η: απάντηση/άποψη/εικόνα (= σφαιρική)/θεραπεία/λίστα/λύση/μελέτη/πολιτική/πρόταση/σειρά (περιποίησης προσώπου)/στρατηγική/φροντίδα. ~ο: δίκτυο/έργο/πρόγραμμα/σχέδιο. ~ες: δράσεις/παρεμβάσεις/σχέσεις (ενν. σεξουαλικές)/υπηρεσίες. ~η πολιτική προϊόντος (: ασχολείται με όλο τον κύκλο ζωής του). ~η προσέγγιση στο ζήτημα ... Βλ. ολιστικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο Πληροφοριακό Σύστημα (ακρ. ΟΠΣ). ~ο περιβάλλον ανάπτυξης (: σύστημα υποστήριξης λογισμικού). ~η προστασία από ιούς. ΣΥΝ. ακέραιος (1), τελειωμένος (1) ΑΝΤ. ακατάρτιστος (2), ανολοκλήρωτος, ελλιπής, ημιτελής, μισερός (1) 2. (μτφ.) (για πρόσ.) συγκροτημένος, εξαιρετικά ώριμος ή/και καλλιεργημένος: ~ος: επιστήμονας/καλλιτέχνης/παίκτης. ~η: προσωπικότητα. ~οι: επαγγελματίες/πολίτες. ● επίρρ.: ολοκληρωμένα ● ΣΥΜΠΛ.: ολοκληρωμένη διαχείριση: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. τρόπος διαχείρισης που χρησιμοποιεί μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή απόδοση και ποιότητα, χωρίς να επιβαρύνεται το περιβάλλον, το κόστος και η υγεία του ανθρώπου: ~ ~ απορριμμάτων/καλλιεργειών (= ~η καλλιέργεια)/παράκτιων ζωνών/υδάτινων πόρων., ολοκληρωμένο κύκλωμα βλ. κύκλωμα [< αγγλ. integrated, complete] | |
| 26822 | ολοκληρωμενου | κρυ-σταλ-λο-λυ-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τρανζίστορ. Βλ. δίοδος, ολοκληρωμένο κύκλωμα. | |
| 36178 | ολοκληρώνω | [ὁλοκληρώνω] ο-λο-κλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ολοκλήρω-σε, ολοκληρώ-θηκε, -μένος, ολοκληρών-οντας} 1. τελειώνω, φτάνω στο τελικό στάδιο, φέρνω σε πέρας: ~σε την καριέρα του ως αθλητής. Το έργο θα ~θεί (= αποπερατωθεί) εντός του τρέχοντος έτους. ~θηκε (= διεκπεραιώθηκε) η διαδικασία υποβολής των ενστάσεων. ~θηκε ο κύκλος των επαφών ... ~οντας τη σκέψη/φράση μου ... (σε κινητό τηλέφωνο ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:) Η αποστολή (του μηνύματος) ~θηκε. 2. συμπληρώνω, καθιστώ κάτι πλήρες, ώστε να μην παρουσιάζει ελλείψεις: ~σε (με επιτυχία) την έρευνα/τις σπουδές/τη συγγραφή του βιβλίου του. Η παιδεία ~ει τον άνθρωπο. Ένα παιδί θα ~σει την ευτυχία του ζευγαριού (πβ. επιστεγάζω, επισφραγίζω). Η δραστηριότητα ~εται με έκθεση έργων των μαθητών. Πβ. κλείνω.|| (πλεοναστ.) Οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών δεν έχουν ~θεί πλήρως.|| ~σαν τη σχέση τους (= έκαναν έρωτα). 3. (επίσ.) φτάνω σε οργασμό. ● ΦΡ.: ολοκληρώνομαι ως γυναίκα βλ. γυναίκα [< 1, 2: μεσν. ολοκληρώ] | |
| 36179 | ολοκλήρωση | [ὁλοκλήρωση] ο-λο-κλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να φτάνει κάτι στο τέλος του, τελειοποίηση, τελείωση: ~ διαπραγματεύσεων/δοκιμών/ελέγχου/εξαγοράς/εργασιών (: αποπεράτωση, διεκπεραίωση)/μαθημάτων/μελέτης/προγράμματος/πώλησης/σπουδών/συγχώνευσης/συναλλαγής. Διαδικασία/πορεία/προθεσμία ~ης. ~ κατασκευής έργου. Προς ~ η συμφωνία ... Πβ. λήξη, ξεπέταγμα, συμπλήρωση, τελείωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συστήματος (: συνδυασμός διαφορετικών λογισμικών και εφαρμογών).|| (ΤΗΛΕΠ., υπηρεσία τηλεφώνου:) ~ κλήσης.|| Ευρωπαϊκή (: ένταξη των ευρωπαϊκών κρατών σε ενιαίο οικονομικό και πολιτικό σύνολο)/περιφερειακή (: στενότεροι οικονομικοί δεσμοί χωρών που βρίσκονται κοντά γεωγραφικά) ~.|| Πνευματική/σεξουαλική/ψυχοσωματική ~ (πβ. ενηλικίωση, ωρίμανση). Η ~ της προσωπικότητας του ατόμου. Πβ. αυτο-εκπλήρωση, -πραγμάτωση. 2. ΜΑΘ. σύνολο μαθηματικών πράξεων που εκτελούνται για την εύρεση του ολοκληρώματος: αριθμητική/διπλή/παραγοντική/πολλαπλή ~. ~ συναρτήσεων. ~ με αντικατάσταση. Θεωρία μέτρου και ~ης. Βλ. παραγώγιση. ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητηριακή ολοκλήρωση: (στην εργοθεραπεία) η ικανότητα του εγκεφάλου να δέχεται, να ερμηνεύει και να οργανώνει τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αισθήσεις. [< αγγλ. sensory integration] , εθνική ολοκλήρωση: η σύμπτωση των ορίων έθνους και κράτους με την ενσωμάτωση όλων των ομοεθνών πληθυσμών στα σύνορα του κράτους., κάθετη ολοκλήρωση & κάθετη συγκέντρωση: ΟΙΚΟΝ. συγχώνευση εταιρειών διαφορετικού επιπέδου παραγωγής, με σκοπό τον συνδυασμό των δραστηριοτήτων τους και την εκμετάλλευση των κερδών από το στάδιο της παραγωγής μέχρι εκείνο της κατανάλωσης αγαθών, προϊόντων ή υπηρεσιών. Πβ. καθετοποίηση. [< αγγλ. vertical integration] , οριζόντια ολοκλήρωση & οριζόντια συγκέντρωση: ΟΙΚΟΝ. συγχώνευση εταιρειών ιδίων δραστηριοτήτων από μία άλλη εταιρεία, έτσι ώστε να μοιράζονται από κοινού τα οικονομικά οφέλη ή επέκταση του πεδίου δραστηριότητας επιχείρησης σε ένα στάδιο παραγωγής. [< αγγλ. horizontal integration] [< 1: μτγν. ὁλοκλήρωσις 2: γαλλ. intégrale] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ