| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36180 | ολοκληρώσιμος | , η, ο [ὁλοκληρώσιμος] ο-λο-κλη-ρώ-σι-μος επίθ.: ΜΑΘ. του οποίου το ολοκλήρωμα μπορεί να υπολογιστεί: ~η: συνάρτηση. ~ο: σύστημα. [< αγγλ. integrable] | |
| 36181 | ολοκληρωτικός | , ή, ό [ὁλοκληρωτικός] ο-λο-κλη-ρω-τι-κός επίθ. 1. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) ολοκληρωμένος, ολικός, απόλυτος: ~ός: αφανισμός/έλεγχος/χωρισμός (= τελειωτικός). ~ή: αλλαγή/απαγόρευση/απόρριψη/αποτυχία (πβ. παταγώδης)/αφοσίωση/εξαφάνιση/εξόντωση/επίθεση/επικράτηση/ήττα/καταστροφή (= ολοσχερής)/νίκη/συντριβή/υποταγή. ~ό: πάγωμα (των επενδύσεων)/χάος. Πβ. παντελής. ΣΥΝ. πλήρης (3) ΑΝΤ. μερικός, τμηματικός (2) 2. ΠΟΛΙΤ. που εμφανίζει χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού ή σχετίζεται με αυτόν: ~ή: εξουσία/ιδεολογία/νοοτροπία. ~ό: καθεστώς/κίνημα/κόμμα/κράτος/σύστημα. ~ές: δομές. Πβ. απολυταρχ-, δικτατορ-, φασιστ-ικός. 3. ΜΑΘ. που αναφέρεται στο ολοκλήρωμα ή την ολοκλήρωση: ~ός: παράγοντας/τελεστής/τύπος. ~ό: υπόλοιπο. ~ές: εξισώσεις. ~ές αναπαραστάσεις των κλασικών ορθογώνιων πολυωνύμων. ● επίρρ.: ολοκληρωτικά & (λόγ.) -ώς [ῶς]: ΣΥΝ. εξ ολοκλήρου ● ΣΥΜΠΛ.: ολοκληρωτικός λογισμός: ΜΑΘ. κλάδος των μαθηματικών που μελετά την έννοια της ολοκλήρωσης, του ολοκληρώματος καθώς και των εφαρμογών τους στις διαφορικές εξισώσεις: ~ ~ συναρτήσεων μιας μεταβλητής. Βλ. απειροστικός, διαφορικός λογισμός. [< γαλλ. calcul intégral ] , ολοκληρωτικός πόλεμος: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που γίνεται με όλες ανεξαιρέτως τις διαθέσιμες δυνάμεις και τα υπάρχοντα μέσα με στόχο την πλήρη συντριβή του εχθρού. [< αγγλ. total war, 1937] , ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο βλ. ποδόσφαιρο [< 1: γαλλ. total 2: γαλλ. totalitaire 3: γαλλ. intégral] | |
| 36182 | ολοκληρωτισμός | [ὁλοκληρωτισμός] ο-λο-κλη-ρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. μορφή διακυβέρνησης κατά την οποία η πολιτική εξουσία ασκεί απόλυτο έλεγχο σε όλους τους τομείς της ζωής και ο πολίτης υποχρεώνεται σε πλήρη υποταγή· κατ' επέκτ. καθετί που ελέγχει και περιορίζει την ατομική ελευθερία: καπιταλιστικός/κομμουνιστικός ~. ~ και καταπίεση. Ο ~ του κεφαλαίου.|| Ιδεολογικός/τηλεοπτικός ~. Βλ. αυταρχία, δεσποτ-, συγκεντρωτ-, φασ-ισμός. [< αγγλ. totalitarianism, 1926, γαλλ. totalitarisme, 1936] | |
| 36183 | ολοκόκκινος | , η, ο [ὁλοκόκκινος] ο-λο-κόκ-κι-νος επίθ. (επιτατ.): κατακόκκινος. Πβ. άλικος, βαθυκόκκινος, πορφυρός. [< μεσν. ολοκόκκινος] | |
| 36184 | ολόκορμος | , η, ο [ὁλόκορμος] ο-λό-κορ-μος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): σύγκορμος. Πβ. ολόσωμος. ● επίρρ.: ολόκορμα | |
| 36185 | ολόλαμπρος | , η, ο [ὁλόλαμπρος] ο-λό-λα-μπρος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά λαμπερός και φωτεινός: ~ος: ήλιος. ~η: εικόνα. ~ο: αστέρι/φως. Πβ. κατά-, ολό-φωτος.|| (μτφ.) ~η: γιορτή (: μεγαλόπρεπη). ~ο: χαμόγελο. ΣΥΝ. περίλαμπρος (2) [< μτγν. ὁλόλαμπρος] | |
| 36186 | ολόλευκος | , η, ο [ὁλόλευκος] ο-λό-λευ-κος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): κατάλευκος: ~η: αμμουδιά (: με λευκή άμμο). ~ο: μάρμαρο. ~α: δόντια/μαλλιά/σπίτια/φτερά. (κατ' επέκτ.) ~ο: τοπίο (: από το χιόνι).|| (ως ουσ.) Ήταν ντυμένη στα ~α.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) ~η: ψυχή (= αγνή, άσπιλη). ΣΥΝ. κάτασπρος, ολόασπρος, πάλλευκος ΑΝΤ. ολόμαυρος [< αρχ. ὁλόλευκος] | |
| 36187 | ολολυγμός | [ὀλολυγμός] ο-λο-λυγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-συχνά λογοτ.): οδυρμός, ολοφυρμός. Πβ. κοπετός, οιμωγή. [< μτγν. ὀλολυγμός] | |
| 36188 | ολολύζω | [ὀλολύζω] ο-λο-λύ-ζω ρ. (αμτβ.) {ολόλυξε} (λόγ.-συχνά λογοτ.): οδύρομαι, ολοφύρομαι. Πβ. οιμώζω. [< αρχ. ὀλολύζω] | |
| 36189 | ολόμαλλος | , η, ο [ὁλόμαλλος] ο-λό-μαλ-λος επίθ.: (για ύφασμα ή ρούχο) που η σύνθεσή του είναι αποκλειστικά από μαλλί: ~η: κουβέρτα. ~ο: πουλόβερ/χαλί. ~α: υφαντά. | |
| 36190 | ολόμαυρος | , η, ο [ὁλόμαυρος] ο-λό-μαυ-ρος επίθ. (επιτατ.): κατάμαυρος: ~ο: σκοτάδι (: πολύ πυκνό, πίσσα). ~α: μαλλιά/μάτια/ρούχα. Πβ. κατράμι.|| (ως ουσ.) Ντυμένος στα ~α. ΑΝΤ. ολόλευκος [< μεσν. ολόμαυρος] | |
| 36191 | ολομέλεια | [ὁλομέλεια] ο-λο-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {ολομελειών} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο) (επίσ.): επίσημη συνεδρίαση όλων των μελών ενός οργανωμένου συνόλου προσώπων: δημοτική/έκτακτη/περιφερειακή/τακτική ~. ~ της Ακαδημίας Αθηνών/του Αρείου Πάγου/της Βουλής/των Δικηγορικών Συλλόγων/του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας/του Ελεγκτικού Συνεδρίου/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/της Κεντρικής Επιτροπής (κόμματος). Απόφαση/γνωμοδότηση/εργασίες/ημερήσια διάταξη/σύγκληση/σύνοδος/ψήφισμα της ~ας. Εισήγηση/ομιλία/παρέμβαση/συζήτηση στην ~. Σε επίπεδο ~ας. Το σχέδιο της έκθεσης τέθηκε σε ψηφοφορία ενώπιον της ~ας. Το ζήτημα παραπέμφθηκε για οριστική κρίση στην ~ του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. απαρτία. [< πβ. μτγν. ὁλομέλεια ‘αρτιμέλεια’, γαλλ. séance plénière] | |
| 36192 | ολομελής | , ής, ές βλ. -μελής, ολο- | |
| 36193 | ολομερής | , ής, ές [ὁλομερής] ο-λο-με-ρής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που δεν έχει χωριστεί σε μέρη· άρτιος, ακέραιος: ~ής: εικόνα/έννοια. Βλ. -μερής. [< μτγν. ὁλομερής] | |
| 36194 | ολομέταξος | , η, ο [ὁλομέταξος] ο-λο-μέ-τα-ξος επίθ.: (για ύφασμα) που η σύνθεσή του είναι αποκλειστικά από μετάξι: ~η: γραβάτα. ~ο: μαντίλι/πουκάμισο/φόρεμα. [< μεσν. ολομέταξος] | |
| 36195 | ολομέτωπος | , η, ο [ὁλομέτωπος] ο-λο-μέ-τω-πος επίθ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.): που συντελείται σε όλα μέτωπα: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: αντιπαράθεση/επίθεση/ρήξη/σύγκρουση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μηχάνημα ~ης διάνοιξης σηράγγων (= μετροπόντικας). ● επίρρ.: ολομέτωπα | |
| 13286 | Ολομέτωπος | , η, ο δι-μέ-τω-πος επίθ. (μτφ.): που στρέφεται σε δύο μέτωπα, που γίνεται προς δύο κατευθύνσεις: ~ος: αγώνας. ~η: επίθεση. Βλ. ολομέτωπος. [< μτγν. διμέτωπος] | |
| 36196 | ολομόναχος | , η, ο [ὁλομόναχος] ο-λο-μό-να-χος επίθ. (επιτατ.): εντελώς μόνος. Πβ. σαν (την) καλαμιά στον κάμπο. ΣΥΝ. κατάμονος [< μεσν. ολομόναχος] | |
| 36197 | ολονέν | [ὁλονέν] ο-λο-νέν επίρρ. (λόγ.) & ολονένα: ολοένα. [< μεσν. ολονένα] | |
| 36198 | ολονυκτία | [ὁλονυκτία] ο-λο-νυ-κτί-α ουσ. (θηλ.) & ολονυχτία 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία που τελείται καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας συνήθ. πριν από μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές: κατανυκτική ~. Πβ. παννυχίδα. ΣΥΝ. αγρυπνία (2) 2. (προφ.) οτιδήποτε διαρκεί όλη τη νύχτα: Σιωπηλή ~ με κεριά στη μνήμη των θυμάτων του ...|| ~ διαβάσματος/σκληρών διαπραγματεύσεων.|| ~ με οινοποσία. Πβ. νυχτέρι, ξενύχτι. [< μεσν. ολονυκτία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ