| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36199 | ολονύκτιος | , α, ο [ὁλονύκτιος] ο-λο-νύ-κτι-ος επίθ. (λόγ.) & ολονύχτιος: που διαρκεί ολόκληρη τη νύχτα: ~ος: μαραθώνιος (προβολών). ~α: διαμαρτυρία/διασκέδαση/επιχείρηση (της Αστυνομίας)/συνεδρίαση. ~ο: γλέντι/(διπλωματικό) θρίλερ/πάρτι. ~οι: πανηγυρισμοί. ~ες: διαβουλεύσεις/διαπραγματεύσεις/έρευνες/προσπάθειες/συγκρούσεις/συζητήσεις.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~α: αγρυπνία/ακολουθία/δέηση. ΑΝΤ. ολοήμερος [< μτγν. ὁλονύκτιος] | |
| 36200 | ολονυχτίς | [ὁλονυχτίς] ο-λο-νυ-χτίς επίρρ. & ολονυκτίς (λαϊκό-λογοτ.): όλη τη νύχτα: Χόρευε ~. Βλ. -ίς. ΑΝΤ. ολημερίς [< μεσν. ολονυχτίς] | |
| 36201 | ολόξανθος | , η, ο [ὁλόξανθος] ο-λό-ξαν-θος επίθ. (επιτατ.-κυρ. λογοτ.): κατάξανθος: ~α: μαλλιά.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: αχτίδες. [< μεσν. ολόξανθος] | |
| 36202 | ολόπαχος | , η, ο [ὁλόπαχος] ο-λό-πα-χος επίθ.: (κυρ. σε γαλακτοκομικά προϊόντα) που έχει πλήρη περιεκτικότητα σε λιπαρά: ~η: κρέμα γάλακτος. ~ο: γάλα/γιαούρτι/τυρί. Πβ. παχύς. Βλ. (ημι)άπαχος. | |
| 36203 | ολόπλευρος | , η, ο [ὁλόπλευρος] ο-λό-πλευ-ρος επίθ.: που καλύπτει ή καλύπτεται από όλες τις πλευρές ενός θέματος, αντικειμένου ή κατάστασης· σφαιρικός: ~ος: διάλογος. ~η: ανάπτυξη (της προσωπικότητας/του παιδιού)/γνώση/εκπαίδευση/ενημέρωση/ενίσχυση/επίθεση (πβ. ολομέτωπος)/μόρφωση/στήριξη. ΑΝΤ. μονόπλευρος ● επίρρ.: ολόπλευρα | |
| 36204 | ολοπρόθυμος | , η, ο [ὁλοπρόθυμος] ο-λο-πρό-θυ-μος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος προθυμία: (για πρόσ.) Ήταν ~ να βοηθήσει.|| ~η: ανταπόκριση/συμβολή/συμμετοχή. ΑΝΤ. απρόθυμος ● επίρρ.: ολοπρόθυμα [< μεσν. ολοπρόθυμος] | |
| 36205 | ολόρθος | , η, ο [ὁλόρθος] ο-λόρ-θος επίθ. (επιτατ.-συνήθ. λογοτ.): όρθιος: ~ο: κορμί (= ευθυτενές, στητό). ~α: κυπαρίσσια.|| (μτφ.-για πρόσ.) Στέκει ~ (= αγέρωχος, αγονάτιστος, αλύγιστος) μπροστά στην καταστροφή.|| (συνήθ. για κτίριο που δεν έχει καταρρεύσει παρά τις αντίξοες συνθήκες:) Το σπίτι υψωνόταν ~ο. [< μεσν. ολόρθος] | |
| 36206 | όλος | , η, ο [ὅλος] ό-λος επίθ. & (λαϊκό) ούλος 1. που κανένα από τα μέρη ή τα στοιχεία του δεν παραλείπεται: Πες ~η την αλήθεια (βλ. μισή). Δεν έκλεισα μάτι ~η (τη) νύχτα. Η μουσική είναι ~η μου η ζωή (: το παν). Η ευθύνη είναι ~η δική τους. Έχεις ~ο τον καιρό/χρόνο (μπροστά σου) να προετοιμαστείς. Έχει ταξιδέψει σε ~ο τον κόσμο (: παντού). Αυξημένη είναι η κίνηση σε ~ο το μήκος της εθνικής οδού. Γκρινιάζει ~η την ώρα (: ασταμάτητα, συνέχεια). Άστατος θα 'ναι ο καιρός σε ~η τη χώρα.|| (συχνά προηγείται άρθρο) Το ~ο έργο θα κοστίσει ... ευρώ. Η ~η διαδικασία. Πβ. (συν)ολικός. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) 2. {στον πληθ.} για να δηλωθεί ότι κανένας ή τίποτα δεν εξαιρείται από το σύνολο για το οποίο γίνεται λόγος: ~οι οι άλλοι .../οι άνθρωποι .../οι φίλοι μας .../οι υπόλοιποι ... Πού πάνε ~οι αυτοί; Έχει δίκιο απ' ~ες τις πλευρές. Είστε ~οι καλά; Συγγνώμη για ~ες τις φορές που σε πλήγωσα (: για κάθε φορά).|| (ως ουσ.) Ήρθαν ~οι; ~οι θα ήθελαν να είναι στη θέση της (: πάρα πολλοί, οι περισσότεροι). Αυτό το ξέρουν ~οι (: άπαντες, πάντες). Εξακολουθεί να επικρατεί στο κόμμα το "~οι εναντίον ~ων".|| (με προσωπική αντων.) Καλές γιορτές σ' ~ους (σας)! Η απεργία είναι δικαίωμα ~ων μας. Βλ. κανείς, μερικοί. 3. {+ άναρθρη αιτ.} (επιτατ.) γεμάτος από κάτι: Ήρθε ~ χαρά. ΣΥΝ. έμπλεος ● Ουσ.: όλα (τα): τα πάντα, το καθετί: Μην ανησυχείτε, ~ θα πάνε καλά. ~ έχουν ένα τέλος. ~ την ενοχλούν. Νομίζει ότι τα ξέρει ~ (: είναι ξερόλας). Τα θέλει ~ δικά του (: είναι πλεονέκτης). Μέχρι εδώ ~ ωραία και καλά. Ο χρόνος ~ τ' αλλάζει. ~ είναι πιθανά. Ναι/όχι σε ~.|| (ειδικότ.) Τα πούλησε/'φαγε ~ (: για περιουσία).|| (προφ., για να δηλωθεί ισοπαλία στο σκορ ομαδικών αθλητικών παιχνιδιών, ιδ. στο μπάσκετ ή το βόλεϊ) Το σκορ είναι 50 ~ (δηλ. 50-50)., όλο (το) & (λόγ.) όλον: σύνολο: Φύση και άνθρωπος αποτελούν ένα αδιαίρετο ~. Βλ. μέρος. ΣΥΝ. ολότητα ● ΦΡ.: αυτό είν' όλο (προφ.): για να τονιστεί η απλότητα, η ευκολία ενός πράγματος: ~ ~; Εγώ αλλιώς το περίμενα. ΣΥΝ. είναι πολύ/τόσο απλό, εν όλω [ἐν ὃλῳ] (λόγ.): στο σύνολό του, συνολικά: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας απαγορεύεται, ~ ~ ή εν μέρει, να πωληθεί ή να αντιγραφεί. Πβ. εξ ολοκλήρου, καθ' ολοκληρίαν. ΑΝΤ. μερικώς, όλα ή τίποτα: για να δηλωθεί απόλυτη στάση ζωής: Τα θέλω ~ ~. Είμαι της φιλοσοφίας ή ~ ~., όλα κι όλα! (προφ.): ως ένδειξη εξάντλησης της ανοχής και της υποχωρητικότητας: Α, ~ ~! Δεν θα μας πεις και τι θα κάνουμε. Πβ. ως εδώ (και μη παρέκει)., όλα σε ένα: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για συσκευή) που έχει πολλαπλές λειτουργίες: εκτυπωτής/κινητό (τηλέφωνο)/πολυμηχάνημα/υπολογιστής ~ ~. Βλ. πολυσυσκευή. [< αγγλ. all-in-one] , όλοι μαζί: όλοι ενωμένοι, ως ομάδα: ~ ~ στον αγώνα (πβ. μια γροθιά). Δεν μιλάμε ~ ~ (: συγχρόνως, ταυτόχρονα)., όλος κι όλος (προφ.-επιτατ.): τόσο λίγος, μικρός: Διακόσιοι είναι ~οι κι ~οι οι κάτοικοι του χωριού. Τους είδα πέντε φορές ~ες κι ~ες., όλους όσους & όλους όσοι/όλες όσες/όλα όσα: όλους αυτούς οι οποίοι: Το βιβλίο απευθύνεται σε ~ ~ διδάσκουν μουσική. Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το αδυνάτισμα., παρ' όλο(ν), -η, -ο & παρόλο(ν), -η, -ο (επιτατ.): για να δηλωθεί αντίθεση, εναντίωση: Έχασαν παρ' όλες τις προσπάθειές τους. Βγήκα, παρόλο (= παρά) το κρύο., τα δίνω όλα (για όλα) (προφ.-επιτατ.): προσφέρω τον καλύτερό μου εαυτό, τα πάντα: Τα δίνει ~ σε μια σχέση., τα παίζω όλα (για όλα) (προφ.-εμφατ.): ρισκάρω τα πάντα, για να πετύχω κάτι: Η ομάδα θα τα παίξει ~ για τη νίκη., (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα βλ. μέσα, (είναι) όλα τα λεφτά βλ. λεφτά, ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) βλ. μεγαλείο, για όλα φταίει (κάποιος/κάτι) βλ. φταίω, είμαι όλος αυτιά βλ. αυτί, έκανε (και) η μύγα κώλο και έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, ικανός για όλα βλ. ικανός, καλά όλ' αυτά, αλλά ... βλ. καλός, με όλες μου/του τις δυνάμεις βλ. δύναμη, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, με τα όλα (του/της) βλ. με1, μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι βλ. κώλος, όλα (είναι) εντάξει βλ. εντάξει, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, όλα έτοιμα (στο πιάτο) βλ. έτοιμος, όλα καλά βλ. καλά, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, όλων των εποχών βλ. εποχή, πάει με όλα βλ. πηγαίνω & πάω, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα βλ. πρώτα, τα βλέπει (όλα) ρόδινα βλ. βλέπω, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τα είδα όλα! βλ. βλέπω, τα έχω δει όλα βλ. βλέπω, τέλος καλό, όλα καλά βλ. καλός ● βλ. όλο [< αρχ. ὅλος] | |
| 36207 | ολοσέλιδος | , η, ο βλ. ολο, -σέλιδος | |
| 36208 | ολοσκότεινος | , η, ο [ὁλοσκότεινος] ο-λο-σκό-τει-νος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): εντελώς σκοτεινός, θεοσκότεινος: ~ος: δρόμος. ~η: νύχτα. ~ο: δωμάτιο. Πβ. κατράμι, πίσσα. ΣΥΝ. κατασκότεινος ΑΝΤ. ολόφωτος ● επίρρ.: ολοσκότεινα | |
| 36209 | ολοστόλιστος | , η, ο [ὁλοστόλιστος] ο-λο-στό-λι-στος επίθ. (σπάν.-επιτατ.): υπερβολικά στολισμένος: ~η: αίθουσα. ~ο: χριστουγεννιάτικο δέντρο. ΣΥΝ. καταστόλιστος [< μεσν. ολοστόλιστος] | |
| 36210 | ολοστρόγγυλος | , η, ο [ὁλοστρόγγυλος] ο-λο-στρόγ-γυ-λος επίθ. (επιτατ.) 1. εντελώς στρογγυλός: ~ος: ήλιος. ~η: κοιλιά/τρύπα. ~ο: κεφάλι/πρόσωπο/φεγγάρι. ~α: βότσαλα/γράμματα/μάτια.|| Πήρε ένα ~ο μηδεν(ικό) στο διαγώνισμα. 2. (σπανιότ.) για ακέραιο αριθμό: ~ο: νούμερο. [< μτγν. ὁλοστρόγγυλος] | |
| 36211 | ολοσχερής | , ής, ές [ὁλοσχερής] ο-λο-σχε-ρής επίθ. {ολοσχερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ής: απαγόρευση/διάλυση/εξόφληση/κατάργηση/κατάρρευση/καταστροφή. ~ής καταβολή οφειλόμενων ποσών. Πβ. απόλυτος. ΣΥΝ. παντελής ● επίρρ.: ολοσχερώς [-ῶς] [< αρχ. ὁλοσχερής] | |
| 36212 | ολοσωματικός | , ή, ό [ὁλοσωματικός] ο-λο-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε ολόκληρο το σώμα: ~ή: ακτινοβολία/ακτινοθεραπεία/υπερθερμία. | |
| 36213 | ολόσωμος | , η, ο [ὁλόσωμος] ο-λό-σω-μος επίθ.: που αφορά, περιλαμβάνει, καλύπτει ή αναπαριστά ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα ή το μεγαλύτερο μέρος του: ~ος: καθρέφτης. ~η: πανοπλία/ποδιά/στολή/φόρμα/φωτογραφία. ~ο: αδιάβροχο/κορμάκι/μασάζ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ο: σκήνωμα. (σε αγιογραφίες) ~οι: άγγελοι. Ο Άγιος (απ)εικονίζεται ~ και σε μετωπική στάση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: σπινθηρογράφημα.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~οι: φορείς (όπως δοκοί, υποστυλώματα, που είναι συνεχείς, ενιαίοι). ~ες: γέφυρες. (σε μοτοσικλέτα:) ~η: εξάτμιση (τιτανίου). ● Ουσ.: ολόσωμο (το): μαγιό που καλύπτει ολόκληρο τον κορμό: Βλ. μπικίνι. [< μτγν. ὁλόσωμος] | |
| 36214 | ολόσωστος | , η, ο [ὁλόσωστος] ο-λό-σω-στος επίθ. (επιτατ.): εντελώς, απόλυτα σωστός: ~η: απάντηση. Πβ. αλάνθαστος. | |
| 36215 | ολοταχώς | [ὁλοταχῶς] ο-λο-τα-χώς επίρρ.: με πολύ μεγάλη ταχύτητα, όσο πιο γρήγορα γίνεται: ~ προς το μέλλον. Η ομάδα βαδίζει/οδεύει/προχωρά ~ (πβ. πάω φουλ) για την τρίτη νίκη της.|| (μτφ-ειρων., για εσπευσμένη οπισθοδρόμηση ή υποχώρηση) Όπισθεν/πίσω ~! ● ΦΡ.: πρόσω ολοταχώς! βλ. πρόσω [< γαλλ. à toute vitesse] | |
| 36216 | ολότελα | [ὁλότελα] ο-λό-τε-λα επίρρ. (λαϊκό): πλήρως, εντελώς, παντελώς: Τα έχει ~ χαμένα (πβ. τελείως). Πέθανε ~ ξεχασμένος. Η πόλη καταστράφηκε ~ (: ολοκληρωτικά, ολοσχερώς) από τη φωτιά. ΣΥΝ. απόλυτα & απολύτως ● ΦΡ.: απ' το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα (παροιμ.): εφόσον δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις κάποιον υψηλό και ίσως ανέφικτο στόχο, αρκέσου σε ό,τι είναι εφικτό. [< μεσν. ολότελα] | |
| 36217 | ολότητα | [ὁλότητα] ο-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το όλον: αδιαίρετη/αδιάσπαστη ~. Η ~ του Σύμπαντος/της φύσης. Η κοινωνία ως συνεκτική ~. Η αντίληψη του ατόμου ως ~ (: σώμα, ψυχή και πνεύμα). Το ζήτημα θα εξεταστεί στην ~ά (= στο σύνολο) του και όχι ανά μέρη. Πβ. συνολικότητα. Βλ. -ότητα, παν. [< αρχ. ὁλότης, γαλλ. totalité, globalité, 1936] | |
| 36218 | ολοτρόγυρα | [ὁλοτρόγυρα] ο-λο-τρό-γυ-ρα επίρρ. (συνήθ. λογοτ.): ολόγυρα. [< μεσν. ολοτρόγυρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ