| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36219 | ολούθε | [ὁλοῦθε] ο-λού-θε επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.) & (σπάν.) ολούθεν: (από) παντού: Σκορπίστηκε ~ φως. Ακούστηκαν ~ φωνές. [< μεσν. ολούθεν] | |
| 36220 | ολοφάνερος | , η, ο [ὁλοφάνερος] ο-λο-φά-νε-ρος επίθ. (επιτατ.): που είναι εντελώς φανερός, που γίνεται εύκολα αντιληπτός ή κατανοητός, πασιφανής: ~ος: στόχος. ~η: αδικία (= κατάφωρη)/αδυναμία/αλήθεια/αποτυχία/διαφορά/πρόθεση να .../προσπάθεια/σχέση. ~ο: γεγονός/λάθος/πρόβλημα. ~ες: επιρροές. ~α: συμπτώματα. Είναι ~ ο λόγος της επίσκεψής του/ο ρόλος του στην υπόθεση. Το πράγμα είναι ~ο (= ξεκάθαρο). Πβ. ολοκάθαρος, σαφής. ΣΥΝ. έκδηλος, κατάδηλος, καταφανής, πασίδηλος, περίτρανος, προφανής, τρανός (3) ● επίρρ.: ολοφάνερα | |
| 36221 | ολόφρεσκος | , η, ο [ὁλόφρεσκος] ο-λό-φρε-σκος επίθ. (επιτατ.): πολύ φρέσκος: ~η: σαλάτα. ~ο: γάλα/ψωμί. ~α: γλυκά/θαλασσινά/λαχανικά/λουλούδια/υλικά/φρούτα/ψάρια.|| (μτφ., ολοκαίνουργιος ή πρωτότυπος) ~ες: ιδέες/προτάσεις. ~α: τραγούδια.|| (για πρόσ.) Το ~ο (= νέο) μέλος του φόρουμ. | |
| 36222 | ολοφυρμός | [ὀλοφυρμός] ο-λο-φυρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ολοφύρομαι. Πβ. γόος, οιμωγή. ΣΥΝ. οδυρμός, ολολυγμός [< αρχ. ὀλοφυρμός] | |
| 36223 | ολοφύρομαι | [ὀλοφύρομαι] ο-λο-φύ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): οδύρομαι: ~εται για την απώλειά του. ΣΥΝ. οιμώζω, ολολύζω [< αρχ. ὀλοφύρομαι] | |
| 36224 | ολόφωτος | , η, ο [ὁλόφωτος] ο-λό-φω-τος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): γεμάτος φως, πολύ φωτεινός: ~η: αίθουσα/εκκλησία/πόλη (πβ. κατάφωτη). ~ο: αστέρι/φεγγάρι. Πβ. ολόλαμπρος.|| (μτφ., που ακτινοβολεί, λαμπερός:) ~ο: πρόσωπο/χαμόγελο. Βλ. -φωτος. ΑΝΤ. θεοσκότεινος, κατασκότεινος, ολοσκότεινος, τρισκότεινος [< μεσν. ὁλόφωτος] | |
| 36226 | ολοχρονίς | [ὁλοχρονίς] ο-λο-χρο-νίς επίρρ. (λαϊκό-συχνά λογοτ.): όλο τον χρόνο ή συνεχώς: Δουλεύει ~. Βλ. -ίς. | |
| 36227 | ολόχρυσος | , η, ο [ὁλόχρυσος] ο-λό-χρυ-σος επίθ. (επιτατ.) 1. που αποτελείται ή είναι φτιαγμένος αποκλειστικά από χρυσό: ~ος: σταυρός. ~ο: άγαλμα/αγγείο/δαχτυλίδι/κύπελλο/νόμισμα/ρολόι/σερβίτσιο. 2. (μτφ.-συχνά λογοτ.) που έχει έντονα το χρώμα ή/και τη λάμψη του χρυσού: ~ος: ήλιος. ~η: αμμουδιά. ~α: μαλλιά. [< 1: αρχ. ὁλόχρυσος] | |
| 36228 | ολόψυχος | , η, ο [ὁλόψυχος] ο-λό-ψυ-χος επίθ. (επιτατ.): που γίνεται ή προσφέρεται με όλη τη δύναμη της ψυχής: ~η: αγάπη/αφοσίωση/επιθυμία/προσπάθεια/(υπο)στήριξη/συμμετοχή/συμπαράσταση. ~ο: δόσιμο/ευχαριστώ. ~ες: ευχές. Πβ. ολό-θερμος, -καρδος. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. ολόθυμος ● επίρρ.: ολόψυχα & (λόγ.) ολοψύχως: ΣΥΝ. εκθύμως [< μτγν. ὁλόψυχος] | |
| 36229 | ΟΛΠ | (ο): Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς. | |
| 36230 | ΟΛΤΕΕ | (η): Ομοσπονδία Λειτουργών Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. | |
| 36231 | Ολύμπια | βλ. ολύμπιος | |
| 36232 | Ολυμπιάδα | [Ὀλυμπιάδα] Ο-λυ-μπι-ά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. το χρονικό διάστημα της τετραετίας που μεσολαβούσε μεταξύ δύο Ολυμπιακών Αγώνων που τελούνταν διαδοχικά και χρησίμευε ως χρονολογική μονάδα. 2. ΑΘΛ. (συνεκδ.) οι Ολυμπιακοί Αγώνες: Η ~ του 2004 έγινε στην Αθήνα. Βλ. μεσ(ο)~, παρα~. 3. (κατ' επέκτ.) επίσημη διοργάνωση διαγωνιστικού συνήθ. χαρακτήρα: μαθητική/φοιτητική ~. Εθνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~. Μαθηματική/σκακιστική ~ νέων. ~ πληροφορικής/φυσικής/χημείας. Βλ. βαλκανι-, γυμνασι-άδα. ● ΣΥΜΠΛ.: Πολιτιστική Ολυμπιάδα: σύνολο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων στα πλαίσια της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων για την προβολή της πολιτιστικής τους διάστασης. [< αρχ. Ὀλυμπιάς, γαλλ. olympiade, αγγλ. Olympiad] | |
| 36233 | ολυμπιακός | , ή, ό [ὀλυμπιακός] ο-λυ-μπι-α-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) που σχετίζεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες: ~ός: βωμός/εθελοντισμός/ύμνος/χάρτης (: που ορίζει τις αρχές που διέπουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την τήρησή τους από την εκάστοτε διοργανώτρια πόλη). ~ή: αποστολή/ιδέα (= ολυμπισμός)/νίκη/χορηγία. ~ό: ιδεώδες/κέντρο (π.χ. κωπηλασίας, ξιφασκίας)/μετάλλιο/πάρκο/πνεύμα/ρεκόρ/στάδιο/συγκρότημα/τουρνουά. ~ές: αξίες/διακρίσεις/εγκαταστάσεις/υποδομές. ~ά: αγωνίσματα. Διεθνής ~ή Ακαδημία (ακρ. ΔΟΑ)/Επιτροπή (ακρ. ΔΟΕ). Σχεδιασμός ~ής ασφάλειας. Βλ. μετα~, παρα~, προ~.|| ~ές: σπουδές. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε συμφωνεί ή γίνεται με τις προδιαγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων: γήπεδο/πισίνα ~ών διαστάσεων (= πενηντάρα). ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες & Σπέσιαλ Ολύμπικς: ΑΘΛ. αθλητική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια και στην οποία συμμετέχουν παιδιά και ενήλικοι με νοητική υστέρηση. Βλ. Παραολυμπιακοί Αγώνες. [< αγγλ. Special Olympics, 1968] , ολυμπιακή εκεχειρία: η ιδέα και το κίνημα για την επαναφορά του θεσμού κατάπαυσης των εχθροπραξιών στην υφήλιο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακή Οικογένεια: τα πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν τις αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες (π.χ. αθλητές, προπονητές, συνοδοί)., ολυμπιακή παιδεία: παιδαγωγικό πρόγραμμα που έχει ως στόχο τον καθορισμό ή/και την τροποποίηση προτύπων συμπεριφοράς των νέων, σύμφωνα με τις διαχρονικές αξίες του ολυμπισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού., ολυμπιακή σημαία: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· αποτελείται από πέντε κύκλους (μπλε, μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο) που συμπλέκονται σε άσπρο φόντο και αντιστοιχούν σε καθεμία από τις πέντε ηπείρους., ολυμπιακή φλόγα: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· η τελετή αφής της γίνεται αρκετούς μήνες πριν από την έναρξή τους στο βωμό της Αρχαίας Ολυμπίας και παραμένει αναμμένη μέχρι την τελετή λήξης τους: η άφιξη/η παράδοση/το ταξίδι/η υποδοχή της ~ής ~ας., ολυμπιακό χωριό: οικισμός στον οποίο φιλοξενούνται κυρ. οι αθλητές κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Ολυμπιακοί & (επίσ.) Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1. ΑΡΧ. οι σημαντικότεροι αθλητικοί αγώνες που τελούνταν πανελληνίως προς τιμήν του Δία κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία: Οι ~ ~ έγιναν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. ΣΥΝ. Ολύμπια (τα) 2. η μεγαλύτερη παγκόσμια αθλητική διοργάνωση που φιλοξενείται από διαφορετική διοργανώτρια πόλη κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από όλο τον κόσμο: Οι πρώτοι σύγχρονοι ~ ~ έγιναν στην Αθήνα το 1896. Οι πρώτοι ~ ~ Νέων διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 2010 στη Σιγκαπούρη (: για νέους ηλικίας 14-18 χρονών). Τελετή έναρξης/λήξης των ~ών ~ων. Η μασκότ των ~ών ~ων. Βλ. παραολυμπιάδα. ΣΥΝ. Ολυμπιάδα (2), ολυμπιακός όρκος: όρκος που απαγγέλλει αθλητής ή αθλήτρια της διοργανώτριας χώρας και ένας κριτής για λογαριασμό όλων των αθλητών και των κριτών αντίστοιχα που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά την εναρκτήρια τελετή τους., Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες: ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες για χειμερινά αθλήματα και αγωνίσματα στον πάγο., ολυμπιακή δάδα βλ. δάδα, ολυμπιακή λαμπαδηδρομία βλ. λαμπαδηδρομία [< αρχ. Ὀλυμπιακός, γαλλ. olympique, αγγλ. olympic] | |
| 36234 | ολυμπιονίκης | [ὀλυμπιονίκης] ο-λυ-μπι-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-η (θηλ. -ου) | -ών}: ΑΘΛ. νικητής/νικήτρια Ολυμπιακών Αγώνων: χρυσός (: πρώτος)/αργυρός ή ασημένιος (: δεύτερος)/χάλκινος (: τρίτος) ~. Αναδείχθηκε/στέφθηκε τρεις φορές ~. Βάθρο/μετάλλια/υποδοχή των ~ών. (κατ' επέκτ.) Έκτος ~ στην ενόργανη. Βλ. παρα~, βαλκανιο-, μεσογειο-, πανελληνιο-νίκης.|| (ως επίθ.) ~ αθλητής/δρομέας.|| (ΑΡΧ.) Στεφάνια από κλαδί ελιάς για τους ~ες. Βλ. -νίκης. [< αρχ. ὀλυμπιονίκης] | |
| 36235 | ολύμπιος | , α, ο [ὀλύμπιος] ο-λύ-μπι-ος επίθ. 1. ΜΥΘ. που σχετίζεται με τον Όλυμπο ή/και τους θεούς του: ~ος: Δίας. ~ο: δωδεκάθεο.|| (ως ουσ.) Η λατρεία των ~ων (ενν. θεών). 2. (μτφ.-λόγ.) που ξεφεύγει από το συνηθισμένο, που ταιριάζει σε θεό, μεγαλοπρεπής, επιβλητικός: ~α: αταραξία/γαλήνη/ηρεμία/υπομονή/ψυχραιμία. ● Ουσ.: Ολύμπια (τα): ΑΡΧ. οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. [< 1: αρχ. Ὀλύμπιος 2: γαλλ. olympien] | |
| 36236 | ολυμπισμός | [ὀλυμπισμός] ο-λυ-μπι-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): το ολυμπιακό ιδεώδες και ιδ. η αξία του ευ αγωνίζεσθαι και το πνεύμα της ευγενούς άμιλλας: Η κοιτίδα/το λίκνο του ~ού (: η Αρχαία Ολυμπία). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. olympisme, 1894, αμερικ. Olympism, 1967] | |
| 36237 | όλως | [ὅλως] ό-λως επίρρ. (λόγ.): εντελώς: ~ αιφνιδίως/παραδόξως. Σας ευχαριστώ θερμώς και ~ ιδιαιτέρως. ● ΦΡ.: όλως περιέργως: ~ ~ δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν, παρά τη φασαρία., όλως τυχαίως (συχνά ειρων.): Θέλει να μας πείσει ότι συναντήθηκαν ~ ~. [< αρχ. ὅλως] | |
| 36238 | ολωσδιόλου | [ὁλωσδιόλου] ο-λωσ-δι-ό-λου επίρρ. & όλως διόλου: εντελώς, τελείως: Η συμπεριφορά του είναι ~ δικαιολογημένη. Μία ~ απαράδεκτη κατάσταση. Βρέθηκε εκεί ~ ξαφνικά. ΣΥΝ. ολότελα, παντελώς [< μεσν. όλως διόλου] | |
| 36250 | ΟΜ.Α.Ε. | (η): Ομάδα Άμεσης Επέμβασης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ