Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36900-36920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36262ΟΜ.Ε.(η): Ομοσπονδία Εργαζομένων. ~-ΕΛ.ΤΑ. ~-ΕΥΔΑΠ. ~-ΟΤΕ.
36239ομάδαhttps://annayekb.free-blogz.com/87390711/2 Jovani Plus dimension mom of the bride clothes suits any physique type.
36240ομαδάρχης, ομαδάρχισσα[ὁμαδάρχης] ο-μα-δάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αρχηγός ομάδας ατόμων: υπεύθυνος ~. ~ εθελοντών/κατασκήνωσης/προσκόπων.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ διμοιρίας/λόχου. (σπάν.-ως επίθ.) ~ λοχίας. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef d΄équipe]
36241ομάδι[ὁμάδι] ο-μά-δι επίρρ. (ιδιωμ.-λογοτ.): μαζί. [< μεσν. ομάδι(ν)]
36242ομαδικός, ή, ό [ὁμαδικός] ο-μα-δι-κός επίθ. 1. που εκτελείται από, απευθύνεται ή ανήκει σε ομάδα ή ομάδες ανθρώπων, μαζικός: ~ός: χορός. ~ή: αγωγή/ασφάλιση (εργαζομένων)/διαμαρτυρία/έκθεση καλλιτεχνών/επίθεση/εργασία (πβ. πρότζεκτ)/μετακίνηση/παραγγελία/παραίτηση/προσευχή/προσπάθεια/φυγή/φωτογραφία. ~ό: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~ές: απολύσεις/εγγραφές/κρατήσεις. ~ά: μαθήματα/ταξίδια. Ατομική και ~ή συμβουλευτική. ~ή έξοδος των εκδρομέων (= αθρόα). (μτφ.) ~ά πυρά από την αντιπολίτευση. (ΑΘΛ.) ~ό: αγώνισμα/(πρωτ)άθλημα.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή: αλληλογραφία (βλ. σπαμ)/ανάρτηση (σε μπλογκ).|| (ως ουσ.) Τελικός ~ού Γυναικών στην τοξοβολία. 2. που σχετίζεται με ομάδα ανθρώπων ή την χαρακτηρίζει: ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα/πνεύμα/συμφέρον.|| (για πρόσ., κυριολ. και μτφ.) Του αρέσει να συνεργάζεται με τους άλλους, είναι ~ παίκτης. Βλ. δι~, ενδο~, προσωπικός. ΣΥΝ. συλλογικός ΑΝΤ. ατομικός (1) ● επίρρ.: ομαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ομαδική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κοινωνική ψυχολογία., ομαδικός τάφος: στον οποίο έχουν ενταφιαστεί πολλοί νεκροί, συνήθ. θύματα πολέμου, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους., μαζική υστερία βλ. υστερία, ομαδική ψυχοθεραπεία/ομαδική θεραπεία βλ. ψυχοθεραπεία [< μεσν. ομαδικός, γαλλ. collectif]
36243ομαδικότητα[ὁμαδικότητα] ο-μα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πνεύμα ενότητας, συνεργασίας και σύμπνοιας μελών ομάδας. Πβ. συλλογικότητα. Βλ. -ότητα.
36244ομαδοκεντρικός, ή, ό [ὁμαδοκεντρικός] ο-μα-δο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο την ομάδα, συνήθ. μαθητών, που γίνεται κατά ομάδες: ~ή: διδασκαλία. ~ές: δραστηριότητες. ~ές και ομαδοσυνεργατικές δράσεις. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ομαδοκεντρικά [< αγγλ. team centered]
36245ομαδόν[ὁμαδόν] ο-μα-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): ομαδικά, κατά ομάδες: Εγκατέλειψαν ~ το κτίριο. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρ/πυρά ομαδόν 1. (μτφ.) λεκτική επίθεση, εξαπόλυση κατηγοριών: ~ ~ εναντίον/κατά του δημάρχου/του προϋπολογισμού. Το νομοσχέδιο δέχτηκε ~ ~ από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης. 2. ΣΤΡΑΤ. πυρά από ομάδα στρατιωτών που πυροβολούν ταυτόχρονα. [< μεσν. ομαδόν, γαλλ. d΄ensemble, γερμ. Massenfeuer]
36246ομαδοποιημένος, η, ο [ὁμαδοποιημένος] ο-μα-δο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει ομαδοποιηθεί: ~η: ειδικότητα (εκπαιδευτικού)/(ΣΤΑΤΙΣΤ.) κατανομή. ~ες: κατηγορίες/λειτουργίες. ~α: αποτελέσματα/δεδομένα/(ΠΛΗΡΟΦ.) παράθυρα/προϊόντα. Αγγελίες ~ες ανά είδος. Μαθήματα ~α κατά πεδίο εξέτασης. (ΟΙΚΟΝ.) ~ ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος ... εταιρειών. ● βλ. ομαδοποιώ [< αγγλ. grouped, clustered]
36247ομαδοποίηση[ὁμαδοποίηση] ο-μα-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάταξη, ταξινόμηση σε ομάδες: γεωγραφική/θεματική ~. ~ των απαντήσεων/αποτελεσμάτων/επιχειρήσεων/ερωτήσεων/πληροφοριών/προϊόντων/στοιχείων. Πβ. γκρουπάρισμα, κατηγοριοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δυαδικών ψηφίων/εγγραφών/εντολών/εργασιών/λέξεων/μηνυμάτων. Αλγόριθμος/κατάργηση ~ης. Αυτόματη ~ ειδών.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Γρήγορη/ιεραρχική ~ δεδομένων.|| (ΜΑΘ.) ~ παρατηρήσεων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. groupement, αγγλ. grouping, clustering]
36248ομαδοποιώ[ὁμαδοποιῶ] ο-μα-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ομαδοποιείς ... | ομαδοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: τοποθετώ, κατατάσσω σε ομάδες: Η επιτροπή ~εί, αξιολογεί και ιεραρχεί τις αιτήσεις. Η τράπεζα ~εί ομοειδείς εντολές των πελατών της. Τα άρθρα/οι ερωτήσεις/οι υποψηφιότητες θα ~ηθούν σε ... κατηγορίες. Οι συμμετέχοντες ~ήθηκαν ανά περιοχή προέλευσης. Πβ. γκρουπάρω, κατηγοριοποιώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εφαρμογή που ~εί τις συντομεύσεις στην επιφάνεια εργασίας. Βλ. -ποιώ. ● βλ. ομαδοποιημένος [< γαλλ. grouper]
36249ομαδοσυνεργατικός, ή, ό [ὁμαδοσυνεργατικός] ο-μα-δο-συ-νερ-γα-τι-κός επίθ.: που γίνεται ή σχετίζεται με τη συνεργασία ομάδων, συνήθ. μαθητών: ~ή: δράση/(διαθεματική) εργασία/μάθηση/μέθοδος. ~ό: μοντέλο/πνεύμα. ~ές: δραστηριότητες. Διαμόρφωση ~ού κλίματος στη σχολική τάξη. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ομαδοσυνεργατικά ● ΣΥΜΠΛ.: ομαδοσυνεργατική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος η οποία στοχεύει στην ενεργοποίηση της μαθητικής συμμετοχής για τη βελτίωση της σχολικής μάθησης και της κοινωνικής συμπεριφοράς, εκμεταλλευόμενη τις δυνατότητες της συλλογικής δράσης μέσα από τη συγκρότηση ομάδων για την εκπόνηση εργασιών. Βλ. βιωματική μάθηση. [< αγγλ. teamwork]
36251όμαιμος, η, ο [ὃμαιμος] ό-μαι-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει κοινή καταγωγή ή συγγένεια αίματος με κάποιον. Πβ. ομοαίματος. Βλ. ομό-γλωσσος, -θρησκος. [< αρχ. ὅμαιμος]
36252ομαλοποίηση[ὁμαλοποίηση] ο-μα-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επαναφορά σε κανονικό, φυσιολογικό επίπεδο: ~ της αρτηριακής πίεσης/της (κοινωνικής/πολιτικής) ζωής/της κατάστασης/της λειτουργίας (της εταιρείας)/των τιμών. Σημάδια ~ης. Η αγορά βαίνει/οδεύει προς ~. Πβ. εξομάλυνση, κανονικοποίηση.|| ~ της επιφάνειας (πβ. λείανση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. normalisation, αγγλ. normalization]
36253ομαλοποιώ[ὁμαλοποιῶ] ο-μα-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ομαλοποιείς ... | ομαλοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: κάνω κάτι ομαλό, αποκαθιστώ την ισορροπία: Οι ανώμαλες επιφάνειες σκυροδέματος θα ~ηθούν πλήρως (πβ. λειαίνω).|| (μτφ.) Η κατάσταση στην αγορά αναμένεται να ~ηθεί τους επόμενους μήνες. ~ήθηκαν τα πράγματα/οι σχέσεις των δύο χωρών. ~ημένες: τιμές. Πβ. εξομαλύνω, κανονικοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. normaliser, 1923, αγγλ. normalize]
36254ομαλός, ή, ό [ὁμαλός] ο-μα-λός επίθ. ΑΝΤ. ανώμαλος 1. που δεν εμφανίζει εξογκώματα, πτυχώσεις ή οποιαδήποτε άλλη ανομοιογένεια, που είναι επίπεδος, λείος: ~ός: δρόμος (= στρωτός)/(ΙΑΤΡ.) λειχήνας. ~ή: επιφάνεια/πλαγιά. ~ό: έδαφος/περίγραμμα. ~ές: ακτές. Ράμπα με ~ή κλίση. Πβ. ομοιόμορφος. 2. (μτφ.) κανονικός, φυσιολογικός, εύρυθμος: ~ός: εφοδιασμός (της αγοράς)/(πολιτικός) βίος. ~ή: ανάπτυξη/αποπληρωμή (δανείου)/διέλευση (οχημάτων)/διεξαγωγή (αγώνα)/έκβαση/ένταξη/εξέλιξη/κυκλοφορία/λειτουργία/πορεία (πβ. απαρέγκλιτος)/πρόσβαση/ροή (χρηματοδότησης)/συνεργασία. ~ές: αλλαγές/σχέσεις (ΑΝΤ. ταραγμένες). Υπό ~ές συνθήκες. Σε ~ούς ρυθμούς. ~ή μετάβαση μαθητών από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο (πβ. απρόσκοπτος).|| (ΦΥΣ.) Ευθύγραμμη ~ή κίνηση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~οί: εκκινητές (κινητήρων και μηχανών). ΑΝΤ. έκρυθμος 3. ΓΛΩΣΣ. που συμφωνεί με τους γλωσσικούς κανόνες, χωρίς εξαιρέσεις: ~ή: κλίση. ~ά: ρήματα. ● επίρρ.: ομαλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ομαλή προσγείωση βλ. προσγείωση [< 1,2: αρχ. ὁμαλός, 3: γαλλ. régulier]
36255ομαλότητα[ὁμαλότητα] ο-μα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κανονικότητα, ευρυθμία, σταθερότητα: δημοκρατική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/συνταγματική ~. ~ των εργασιακών σχέσεων/της λειτουργίας/των τιμών. Αποκατάσταση/διασφάλιση/διατήρηση/επαναφορά της ~ας. Προϋποθέσεις για ειρήνη και ~ στην περιοχή. Οι εκλογές διεξήχθησαν με απόλυτη ~.|| (κυριολ.) ~ επιφάνειας (: που δεν παρουσιάζει εξογκώματα, είναι λεία). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανωμαλία (3) [< αρχ. ὁμαλότης, γαλλ. normalité]
36256ομαλύνω[ὁμαλύνω] ο-μα-λύ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): εξομαλύνω, ομαλοποιώ. [< αρχ. ὁμαλύνω]
36258ΟΜΑΣΕ(η): Ομοσπονδία Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Ελλάδος.
36259όμβριος, α, ο [ὄμβριος] όμ-βρι-ος επίθ. (επίσ.) : βρόχινος: ~α: καμπύλη (: βροχόπτωσης). ~ες: απορροές. ● ΣΥΜΠΛ.: όμβρια ύδατα & (προφ.) όμβρια (τα): τα νερά της βροχής: αγωγός/αποχέτευση/διαχείριση/δίκτυο/συλλογή/φρεάτιο ~ίων υδάτων. Βλ. ομβροδεξαμενή. [< αρχ. ὄμβριος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.