Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [36920-36940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36239ομάδα[ὁμάδα] ο-μά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} 1. σύνολο προσώπων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή/και ενδιαφέροντα και ειδικότ. που δραστηριοποιούνται από κοινού σε κάποιο τομέα, ακολουθώντας συνήθ. αρχές και κανόνες για την επίτευξη ενός στόχου: ανοικτή/βασική/εξειδικευμένη/ευέλικτη/κλειστή/μεγάλη/μικρή/ολιγομελής/πολυμελής ~. Ανεξάρτητη/εθελοντική/επαγγελματική/ερασιτεχνική/ηγετική/μη κερδοσκοπική ~. Διασωστική/ερευνητική/θεατρική/θρησκευτική/ιατρική/καλλιτεχνική/νομική/οικολογική/περιβαλλοντική/πολιτι(στι)κή/συγγραφική/συμβουλευτική/τεχνική ~. ~ ατόμων/επιστημόνων/(συν)εργατών. ~ ακτιβιστών/διαδηλωτών. ~ τουριστών/χρηστών. ~ ανάγνωσης (βλ. λέσχη)/ανάπτυξης/αξιολόγησης/διαχείρισης/επικοινωνίας/κρούσης (του κόμματος)/μελέτης/προώθησης/(υπο)στήριξης/σύνταξης/συντονισμού/υλοποίησης. Πυρήνας/συγκρότηση ~ας. ~ διοίκησης έργου. Φοιτητική ~ εθελοντικής αιμοδοσίας. Πειραματική ~ χορού. Ταξινόμηση πληθυσμού κατά ηλικιακές ~ες. Επιμέρους ~ες (= υποομάδες). Πβ. όμιλος. Βλ. ένωση, οργάνωση.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ μάχης (: μικρή μονάδα του Πεζικού).|| ~ κακοποιών (πβ. σπείρα, συμμορία).|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) Οδηγός της εργοστασιακής ~ας. Πβ. τιμ. ΣΥΝ. γκρουπ 2. ΑΘΛ. συγκεκριμένος αριθμός αθλητών που ανήκουν σε αθλητικό σύλλογο, συμμετέχουν σε ομαδικό άθλημα και φέρουν διακριτικά ή φορούν την ίδια στολή: αγωνιστική/αθλητική/αντίπαλη/εθνική/ελληνική/ξένη/ποδοσφαιρική/σχολική/τοπική/φορμαρισμένη ~. ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. Μικτή ~ παίδων. ~ βόλεϊ/μπάσκετ. Οπαδός/παίκτης/παράγοντας/προπονητής/φίλαθλος της ~ας. Κατάταξη ~ων. Η ~ θα συμμετάσχει στους παγκόσμιους αγώνες ... Ο ύμνος της ~ας.|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Τι ~ είσαι; Βλ. -άδα. 3. ομοειδή πράγματα ή στοιχεία που νοούνται ως ενιαία οντότητα: ~ γλωσσών (βλ. ομογλωσσία)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ επιχειρήσεων (= όμιλος)/εφαρμογών/υπηρεσιών. Πβ. κατηγορία, οικογένεια.|| (ΜΑΘ.) Θεωρία ~ων.|| (ΑΝΑΤ.) Οι μυϊκές ~ες του κορμού/των ποδιών. 4. ΧΗΜ. χημικά στοιχεία που εμφανίζουν ομοιότητες στις φυσικές ή/και χημικές ιδιότητές τους και κατατάσσονται σε κοινή στήλη στον περιοδικό πίνακα. ● Υποκ.: ομαδίτσα (η), ομαδούλα (η) ● Μεγεθ.: ομαδάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη ομάδα: που συγκροτείται χωρίς κάποιον κανόνα ή τύπο, στο πλαίσιο της ανάπτυξης δραστηριοτήτων των μελών μιας κοινωνίας: ~ ~ νέων., κοινωνική ομάδα: που χαρακτηρίζεται από αλληλεξάρτηση, κοινά χαρακτηριστικά και συλλογική δράση των μελών της: ευαίσθητες/ευάλωτες/ευπαθείς/κλειστές ~ές ~ες. Ένταξη σε ~ ~., ομάδα αναφοράς ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.: στην οποία ανήκει ή θα ήθελε να ανήκει ένα πρόσωπο και τη χρησιμοποιεί ως πρότυπο για τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και των σχέσεών του. [< αγγλ. reference group, 1942] , ομάδα ΔΙ.ΑΣ.: Ομάδα Δίκυκλης Αστυνόμευσης της ΕΛ.ΑΣ., ομάδα δράσης: κάθε ομάδα προσώπων που συστήνεται, για να επιτελέσει συγκεκριμένο σκοπό σε δεδομένο χρονικό διάστημα: εθελοντική ~ ~. ~ ~ για την παροχή τεχνικής βοήθειας. [< αμερικ. task force, 1941] , ομάδα ελέγχου: ομάδα υποκειμένων πειράματος που δεν δοκιμάζονται κατά τη διάρκειά του, αλλά αποτελούν μέτρο σύγκρισης για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του. [< αγγλ. audit team, control group] , ομάδα εργασίας: ομάδα προσώπων που συνεργάζονται πάνω στο ίδιο αντικείμενο για την επίτευξη ενός στόχου: εθνική/επιστημονική/ευρωπαϊκή ~ ~. ~ες ~ μαθητών. [< αγγλ. working group, task force, 1941] , ομάδα συζήτησης: ΔΙΑΔΙΚΤ. φόρουμ. [< αγγλ. discussion group, 1921] , Ομάδα των Επτά/Οκτώ: ομάδα των επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών του κόσμου (Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ., Ιαπωνία, Ιταλία, Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο), που συγκροτήθηκε για την άσκηση κυρ. διεθνούς οικονομικής πολιτικής και με την προσθήκη της Ρωσίας έγινε η Ομάδα των Οκτώ. [< αγγλ. Group of Seven (G7), 1977/ Group of Eight (G8), 1994] , ομάδες υψηλού κινδύνου: κατηγορίες προσώπων σε μια κοινότητα που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τον υπόλοιπο πληθυσμό να προσβληθούν από ασθένεια: ~ ~ για επιπλοκές γρίπης. [< αγγλ. high-risk groups] , χαρακτηριστική ομάδα: ΧΗΜ. υποκαταστάτης ατόμων υδρογόνου σε οργανική ένωση που προσδιορίζει τις ιδιότητες και τη χημική συμπεριφορά της. Βλ. καρβοξύλιο. [< αγγλ. functional group, 1906] , αμινική ομάδα βλ. αμινικός, δυναμική της ομάδας βλ. δυναμική, Εθνική (Ομάδα) βλ. εθνικός, ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες βλ. ευαίσθητος, ομάδα αίματος βλ. αίμα, ομάδα Ζήτα βλ. ζήτα, ομάδα του ευρώ βλ. ευρώ, ομάδα-στόχος βλ. στόχος, οργανωμένα συμφέροντα βλ. οργανωμένος, τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα βλ. τρομοκρατικός ● ΦΡ.: ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει: δεν υπάρχει λόγος αλλαγής, όταν ένα σύνολο ανθρώπων πετυχαίνει τον στόχο του: (ΑΘΛ., για ομάδα με συνεχή καλά αποτελέσματα) Ο προπονητής πιστεύει ότι ~ ~ .|| Αλλαγή γραφείων και όχι προσώπων, αφού ~ ~., πετάει η ομάδα (προφ.-μτφ.): τα μέλη της είναι σε φόρμα και σημειώνουν υψηλές επιδόσεις. [< μεσν. ομάδα < μτγν. ὁμάς, γαλλ. groupe, équipe, αγγλ. group, team]
36240ομαδάρχης, ομαδάρχισσα[ὁμαδάρχης] ο-μα-δάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αρχηγός ομάδας ατόμων: υπεύθυνος ~. ~ εθελοντών/κατασκήνωσης/προσκόπων.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ διμοιρίας/λόχου. (σπάν.-ως επίθ.) ~ λοχίας. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef d΄équipe]
36241ομάδι[ὁμάδι] ο-μά-δι επίρρ. (ιδιωμ.-λογοτ.): μαζί. [< μεσν. ομάδι(ν)]
36242ομαδικός, ή, ό [ὁμαδικός] ο-μα-δι-κός επίθ. 1. που εκτελείται από, απευθύνεται ή ανήκει σε ομάδα ή ομάδες ανθρώπων, μαζικός: ~ός: χορός. ~ή: αγωγή/ασφάλιση (εργαζομένων)/διαμαρτυρία/έκθεση καλλιτεχνών/επίθεση/εργασία (πβ. πρότζεκτ)/μετακίνηση/παραγγελία/παραίτηση/προσευχή/προσπάθεια/φυγή/φωτογραφία. ~ό: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~ές: απολύσεις/εγγραφές/κρατήσεις. ~ά: μαθήματα/ταξίδια. Ατομική και ~ή συμβουλευτική. ~ή έξοδος των εκδρομέων (= αθρόα). (μτφ.) ~ά πυρά από την αντιπολίτευση. (ΑΘΛ.) ~ό: αγώνισμα/(πρωτ)άθλημα.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή: αλληλογραφία (βλ. σπαμ)/ανάρτηση (σε μπλογκ).|| (ως ουσ.) Τελικός ~ού Γυναικών στην τοξοβολία. 2. που σχετίζεται με ομάδα ανθρώπων ή την χαρακτηρίζει: ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα/πνεύμα/συμφέρον.|| (για πρόσ., κυριολ. και μτφ.) Του αρέσει να συνεργάζεται με τους άλλους, είναι ~ παίκτης. Βλ. δι~, ενδο~, προσωπικός. ΣΥΝ. συλλογικός ΑΝΤ. ατομικός (1) ● επίρρ.: ομαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ομαδική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κοινωνική ψυχολογία., ομαδικός τάφος: στον οποίο έχουν ενταφιαστεί πολλοί νεκροί, συνήθ. θύματα πολέμου, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους., μαζική υστερία βλ. υστερία, ομαδική ψυχοθεραπεία/ομαδική θεραπεία βλ. ψυχοθεραπεία [< μεσν. ομαδικός, γαλλ. collectif]
36243ομαδικότητα[ὁμαδικότητα] ο-μα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πνεύμα ενότητας, συνεργασίας και σύμπνοιας μελών ομάδας. Πβ. συλλογικότητα. Βλ. -ότητα.
36244ομαδοκεντρικός, ή, ό [ὁμαδοκεντρικός] ο-μα-δο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο την ομάδα, συνήθ. μαθητών, που γίνεται κατά ομάδες: ~ή: διδασκαλία. ~ές: δραστηριότητες. ~ές και ομαδοσυνεργατικές δράσεις. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ομαδοκεντρικά [< αγγλ. team centered]
36245ομαδόν[ὁμαδόν] ο-μα-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): ομαδικά, κατά ομάδες: Εγκατέλειψαν ~ το κτίριο. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρ/πυρά ομαδόν 1. (μτφ.) λεκτική επίθεση, εξαπόλυση κατηγοριών: ~ ~ εναντίον/κατά του δημάρχου/του προϋπολογισμού. Το νομοσχέδιο δέχτηκε ~ ~ από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης. 2. ΣΤΡΑΤ. πυρά από ομάδα στρατιωτών που πυροβολούν ταυτόχρονα. [< μεσν. ομαδόν, γαλλ. d΄ensemble, γερμ. Massenfeuer]
36246ομαδοποιημένος, η, ο [ὁμαδοποιημένος] ο-μα-δο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει ομαδοποιηθεί: ~η: ειδικότητα (εκπαιδευτικού)/(ΣΤΑΤΙΣΤ.) κατανομή. ~ες: κατηγορίες/λειτουργίες. ~α: αποτελέσματα/δεδομένα/(ΠΛΗΡΟΦ.) παράθυρα/προϊόντα. Αγγελίες ~ες ανά είδος. Μαθήματα ~α κατά πεδίο εξέτασης. (ΟΙΚΟΝ.) ~ ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος ... εταιρειών. ● βλ. ομαδοποιώ [< αγγλ. grouped, clustered]
36247ομαδοποίηση[ὁμαδοποίηση] ο-μα-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάταξη, ταξινόμηση σε ομάδες: γεωγραφική/θεματική ~. ~ των απαντήσεων/αποτελεσμάτων/επιχειρήσεων/ερωτήσεων/πληροφοριών/προϊόντων/στοιχείων. Πβ. γκρουπάρισμα, κατηγοριοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δυαδικών ψηφίων/εγγραφών/εντολών/εργασιών/λέξεων/μηνυμάτων. Αλγόριθμος/κατάργηση ~ης. Αυτόματη ~ ειδών.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Γρήγορη/ιεραρχική ~ δεδομένων.|| (ΜΑΘ.) ~ παρατηρήσεων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. groupement, αγγλ. grouping, clustering]
36248ομαδοποιώ[ὁμαδοποιῶ] ο-μα-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ομαδοποιείς ... | ομαδοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: τοποθετώ, κατατάσσω σε ομάδες: Η επιτροπή ~εί, αξιολογεί και ιεραρχεί τις αιτήσεις. Η τράπεζα ~εί ομοειδείς εντολές των πελατών της. Τα άρθρα/οι ερωτήσεις/οι υποψηφιότητες θα ~ηθούν σε ... κατηγορίες. Οι συμμετέχοντες ~ήθηκαν ανά περιοχή προέλευσης. Πβ. γκρουπάρω, κατηγοριοποιώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εφαρμογή που ~εί τις συντομεύσεις στην επιφάνεια εργασίας. Βλ. -ποιώ. ● βλ. ομαδοποιημένος [< γαλλ. grouper]
36249ομαδοσυνεργατικός, ή, ό [ὁμαδοσυνεργατικός] ο-μα-δο-συ-νερ-γα-τι-κός επίθ.: που γίνεται ή σχετίζεται με τη συνεργασία ομάδων, συνήθ. μαθητών: ~ή: δράση/(διαθεματική) εργασία/μάθηση/μέθοδος. ~ό: μοντέλο/πνεύμα. ~ές: δραστηριότητες. Διαμόρφωση ~ού κλίματος στη σχολική τάξη. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ομαδοσυνεργατικά ● ΣΥΜΠΛ.: ομαδοσυνεργατική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος η οποία στοχεύει στην ενεργοποίηση της μαθητικής συμμετοχής για τη βελτίωση της σχολικής μάθησης και της κοινωνικής συμπεριφοράς, εκμεταλλευόμενη τις δυνατότητες της συλλογικής δράσης μέσα από τη συγκρότηση ομάδων για την εκπόνηση εργασιών. Βλ. βιωματική μάθηση. [< αγγλ. teamwork]
36251όμαιμος, η, ο [ὃμαιμος] ό-μαι-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει κοινή καταγωγή ή συγγένεια αίματος με κάποιον. Πβ. ομοαίματος. Βλ. ομό-γλωσσος, -θρησκος. [< αρχ. ὅμαιμος]
36252ομαλοποίηση[ὁμαλοποίηση] ο-μα-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επαναφορά σε κανονικό, φυσιολογικό επίπεδο: ~ της αρτηριακής πίεσης/της (κοινωνικής/πολιτικής) ζωής/της κατάστασης/της λειτουργίας (της εταιρείας)/των τιμών. Σημάδια ~ης. Η αγορά βαίνει/οδεύει προς ~. Πβ. εξομάλυνση, κανονικοποίηση.|| ~ της επιφάνειας (πβ. λείανση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. normalisation, αγγλ. normalization]
36253ομαλοποιώ[ὁμαλοποιῶ] ο-μα-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ομαλοποιείς ... | ομαλοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: κάνω κάτι ομαλό, αποκαθιστώ την ισορροπία: Οι ανώμαλες επιφάνειες σκυροδέματος θα ~ηθούν πλήρως (πβ. λειαίνω).|| (μτφ.) Η κατάσταση στην αγορά αναμένεται να ~ηθεί τους επόμενους μήνες. ~ήθηκαν τα πράγματα/οι σχέσεις των δύο χωρών. ~ημένες: τιμές. Πβ. εξομαλύνω, κανονικοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. normaliser, 1923, αγγλ. normalize]
36254ομαλός, ή, ό [ὁμαλός] ο-μα-λός επίθ. ΑΝΤ. ανώμαλος 1. που δεν εμφανίζει εξογκώματα, πτυχώσεις ή οποιαδήποτε άλλη ανομοιογένεια, που είναι επίπεδος, λείος: ~ός: δρόμος (= στρωτός)/(ΙΑΤΡ.) λειχήνας. ~ή: επιφάνεια/πλαγιά. ~ό: έδαφος/περίγραμμα. ~ές: ακτές. Ράμπα με ~ή κλίση. Πβ. ομοιόμορφος. 2. (μτφ.) κανονικός, φυσιολογικός, εύρυθμος: ~ός: εφοδιασμός (της αγοράς)/(πολιτικός) βίος. ~ή: ανάπτυξη/αποπληρωμή (δανείου)/διέλευση (οχημάτων)/διεξαγωγή (αγώνα)/έκβαση/ένταξη/εξέλιξη/κυκλοφορία/λειτουργία/πορεία (πβ. απαρέγκλιτος)/πρόσβαση/ροή (χρηματοδότησης)/συνεργασία. ~ές: αλλαγές/σχέσεις (ΑΝΤ. ταραγμένες). Υπό ~ές συνθήκες. Σε ~ούς ρυθμούς. ~ή μετάβαση μαθητών από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο (πβ. απρόσκοπτος).|| (ΦΥΣ.) Ευθύγραμμη ~ή κίνηση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~οί: εκκινητές (κινητήρων και μηχανών). ΑΝΤ. έκρυθμος 3. ΓΛΩΣΣ. που συμφωνεί με τους γλωσσικούς κανόνες, χωρίς εξαιρέσεις: ~ή: κλίση. ~ά: ρήματα. ● επίρρ.: ομαλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ομαλή προσγείωση βλ. προσγείωση [< 1,2: αρχ. ὁμαλός, 3: γαλλ. régulier]
36255ομαλότητα[ὁμαλότητα] ο-μα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κανονικότητα, ευρυθμία, σταθερότητα: δημοκρατική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/συνταγματική ~. ~ των εργασιακών σχέσεων/της λειτουργίας/των τιμών. Αποκατάσταση/διασφάλιση/διατήρηση/επαναφορά της ~ας. Προϋποθέσεις για ειρήνη και ~ στην περιοχή. Οι εκλογές διεξήχθησαν με απόλυτη ~.|| (κυριολ.) ~ επιφάνειας (: που δεν παρουσιάζει εξογκώματα, είναι λεία). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανωμαλία (3) [< αρχ. ὁμαλότης, γαλλ. normalité]
36256ομαλύνω[ὁμαλύνω] ο-μα-λύ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): εξομαλύνω, ομαλοποιώ. [< αρχ. ὁμαλύνω]
36258ΟΜΑΣΕ(η): Ομοσπονδία Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Ελλάδος.
36259όμβριος, α, ο [ὄμβριος] όμ-βρι-ος επίθ. (επίσ.) : βρόχινος: ~α: καμπύλη (: βροχόπτωσης). ~ες: απορροές. ● ΣΥΜΠΛ.: όμβρια ύδατα & (προφ.) όμβρια (τα): τα νερά της βροχής: αγωγός/αποχέτευση/διαχείριση/δίκτυο/συλλογή/φρεάτιο ~ίων υδάτων. Βλ. ομβροδεξαμενή. [< αρχ. ὄμβριος]
36260ομβροδεξαμενή[ὀμβροδεξαμενή] ομ-βρο-δε-ξα-με-νή ουσ. (θηλ.): δεξαμενή συγκέντρωσης ομβρίων υδάτων. Πβ. λιμνοδεξαμενή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.