| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36260 | ομβροδεξαμενή | [ὀμβροδεξαμενή] ομ-βρο-δε-ξα-με-νή ουσ. (θηλ.): δεξαμενή συγκέντρωσης ομβρίων υδάτων. Πβ. λιμνοδεξαμενή. | |
| 36261 | όμβρος | [ὄμβρος] όμ-βρος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΕΩΡ. ξαφνική βροχή μικρής διάρκειας, συνήθ. έντονη: σποραδικοί/τοπικοί ~οι. [< αρχ. ὄμβρος] | |
| 36263 | ομελέτα | [ὀμελέτα] ο-με-λέ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά τα οποία τηγανίζονται και ανακατεύονται με άλλα υλικά: απλή/ατομική/ισπανική (πβ. τορτίγια)/σπέσιαλ/χωριάτικη ~. ~ με ζαμπόν/λαχανικά/μανιτάρια/πατάτες/τυρί. Eτοιμάζω/κάνω/φτιάχνω ~. Πβ. καγιανάς, πιπεράδα, στραπατσάδα, σφουγγάτο. Βλ. -έτα. ● ΦΡ.: δε(ν) γίνεται ομελέτα αν δε(ν) σπάσεις αβγά/χωρίς να σπάσουν αβγά: τίποτε δεν επιτυγχάνεται χωρίς κάποιο κόστος. [< γαλλ. on ne fait pas d'omelette sans casser des oeufs] [< γαλλ. omelette] | |
| 36265 | ομερτά | [ὀμερτά] ο-μερ-τά ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: νόμος, κώδικας της σιωπής: η ~ της μαφίας/της συνενοχής. Έσπασε η ~ της συμμορίας. Πβ. άγραφος νόμος. [< ιταλ. omertà, γαλλ. omerta, 1952] | |
| 54862 | ομήγυρη | , ων, ον φι-λο-θε-ά-μων επίθ./ουσ. {φιλοθεάμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)· κ. λογιότ. ουδ. φιλοθέαμον} (λόγ., συχνά ειρων.): που δείχνει αγάπη για τα θεάματα: ~ων: κόσμος. ~ονες: τηλεθεατές. Δίπλα στους ρεπόρτερ συνωστίζονται ~ες περαστικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλοθεάμον/φιλοθέαμον κοινό (περιληπτ.): όσοι παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον θεάματα: Το φιλοθεάμον ~ της πόλης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Προς τέρψη του ~ονος ~ού. [< αρχ. φιλοθεάμων] | |
| 36266 | ομήγυρη | [ὁμήγυρη] ο-μή-γυ-ρη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ύρεως} (επίσ.): συγκέντρωση λίγων συνήθ. προσώπων: Όλη η ~ ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Έθεσε το θέμα προς συζήτηση στην ~.|| (προφ.) Χαιρετώ την εκλεκτή/σεβαστή ~. Πβ. παρέα, συντροφιά. [< αρχ. ὁμήγυρις] | |
| 36267 | ομήλικος | , η, ο [ὁμήλικος] ο-μή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου} (επίσ.): συνομήλικος. [< μτγν. ὁμήλικος] | |
| 36268 | ομηρία | [ὁμηρία] ο-μη-ρί-α ουσ. (θηλ.) & ομηρεία: η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο όμηρος: Ληστεία με ~.|| (μτφ.) Εργασιακή/κομματική/πολιτική ~. Εργαζόμενοι υπό καθεστώς/σε συνθήκες ~ας. [< μτγν. ὁμηρ(ε)ία] | |
| 36269 | ομηρικός | , ή, ό [ὁμηρικός] ο-μη-ρι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Όμηρο και το έργο του: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/έρευνα/ποίηση. ~ό: ζήτημα (: τα προβλήματα που αφορούν τον τρόπο σύνθεσης των ομηρικών επών Οδύσσειας και Ιλιάδας, τη χρονολόγησή τους και την απόδειξη ταυτότητας του δημιουργού τους). ~οί: στίχοι (βλ. δακτυλικό εξάμετρο)/Ύμνοι (: συλλογή ποιημάτων προς τιμή των θεών της ελληνικής μυθολογίας). ~ές: σκηνές/σπουδές. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, σφοδρότητα: ~ές: διαφωνίες/μάχες/συγκρούσεις. ~α: γέλια (= δυνατά, τρανταχτά). ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες: πολύ έντονοι: Έχουμε κάνει ~ούς ~ για το ... [< αρχ. ὁμηρικός, αγγλ. homeric, γαλλ. homerique] | |
| 36270 | ομηριστής | [ὁμηριστής] ο-μη-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ομηρίστρια}: ΦΙΛΟΛ. φιλόλογος που ειδικεύεται στη μελέτη των ομηρικών επών. [< μτγν. ὁμηριστής, αγγλ. homerist] | |
| 36271 | όμηρος | [ὅμηρος] ό-μη-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ομήρ-ου | -ων, -ους} 1. πρόσωπο το οποίο κρατείται παρά τη θέλησή του από άτομο ή ομάδα ατόμων μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά του(ς): ανταλλαγή/απελευθέρωση ~ων. Επιχείρηση διάσωσης ~ων. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή ομάδα προσώπων των οποίων η ελευθερία δράσης περιορίζεται ή ελέγχεται από εξωτερικούς παράγοντες: πολιτικός ~. ~οι της γραφειοκρατίας/του παρελθόντος/συμφερόντων/υποσχέσεων.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~οι-συμβασιούχοι. [< αρχ. ὅμηρος] | |
| 36272 | όμικρον | [ὂμικρον] ό-μι-κρον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ο). ~ μικρό (ο). Βλ. ο. [< μτγν. ὄ μικρόν] | |
| 36273 | ομιλητής, ομιλήτρια | [ὁμιλητής] ο-μι-λη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ομιλητών | ομιλητριών} πρόσωπο που 1. απευθύνεται σε συγκεκριμένο ακροατήριο: δεινός/χαρισματικός ~. Διεθνής/επίτιμος/τακτικός ~ σε συνέδρια. ~ και ακροατές. Διοργανώθηκε εκδήλωση με (βασικό/επίσημο/κεντρικό/κύριο/προσκεκλημένο/πρώτο) ~ή τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό ... Ο ~ της βραδιάς/της διάλεξης/της ημερίδας/του σεμιναρίου/της συγκέντρωσης. Η εισήγηση/η παρουσίαση/οι σημειώσεις του ~ή. Βήμα/πάνελ ~ών. Πβ. αγορητής, ρήτορας. 2. μιλά ή συζητά: ευχάριστος ~. Βλ. συν~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Σύστημα ~ών i-pod. Αναγνώριση ~ή από τον υπολογιστή. 3. μιλά μια γλώσσα ή διάλεκτο: ~ διαφόρων ξένων γλωσσών. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικός/μητρικός ομιλητής βλ. φυσικός [< αρχ. ὁμιλητής ‘μαθητής, ακροατής’, γαλλ. orateur, γερμ. Redner] | |
| 36274 | ομιλητικός | , ή, ό [ὁμιλητικός] ο-μι-λη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει την τάση να μιλά αρκετά και συνήθ. είναι ευχάριστος στους συνομιλητές του: Δεν είναι ιδιαίτερα/πολύ ~ τύπος. Κοινωνικός και ~. Πβ. επικοινωνιακός. Βλ. λιγομίλητος, πολυλογάς, συζητητικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ές: ικανότητες. ΑΝΤ. αμίλητος 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την Ομιλητική: ~ή: παράδοση. ~ά: κείμενα. ● Ουσ.: ομιλητική (η) (κ. με κεφαλ. Ο): ΘΕΟΛ. η τέχνη της εκφώνησης κηρυγμάτων, εκκλησιαστική ρητορική. Βλ. κατηχητική. [< γαλλ. homilétique, αγγλ. homiletics] ● επίρρ.: ομιλητικά [< αρχ. ὁμιλητικός 'προσηνής'] | |
| 36275 | ομιλητικότητα | [ὁμιλητικότητα] ο-μι-λη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ομιλητικού: υπερβολική ~ (πβ. πολυλογία). Βλ. -ότητα. | |
| 36276 | ομιλία | [ὁμιλία] ο-μι-λί-α ουσ. (θηλ.) {ομιλιών} 1. ΓΛΩΣΣ. η ανθρώπινη ικανότητα άρθρωσης λόγου και ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος χρήσης της γλώσσας από κάθε ομιλητή με σκοπό την έκφραση και την επικοινωνία· φωνή, λαλιά: καθημερινή/προφορική/φυσική ~. Ανάπτυξη/διαταραχές (βλ. λογοθεραπεία)/προβλήματα της ~ας.|| Ακούγονται ~ες από το διπλανό διαμέρισμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αναγνώριση ~ας (από υπολογιστή). Ψηφιακή επεξεργασία ~ας. Σύστημα μετατροπής κειμένου σε συνθετική ~. ΣΥΝ. μιλιά (1) 2. (επίσ.) ανάπτυξη ορισμένου θέματος ενώπιον ακροατηρίου: αναλυτική/ανοιχτή/δημόσια/εισαγωγική/εναρκτήρια/ενημερωτική/επετειακή/επιστημονική/ιστορική/κεντρική/κομματική/κρίσιμη/μνημειώδης/πολιτική/προεκλογική/σύντομη/τηλεοπτική ~. Εντυπωσιακή/εξαιρετική/επιτυχημένη/σημαντική ~. ~-διάλεξη/μάθημα. Απόσπασμα/σημεία ~ας. ~ δημάρχου/διευθυντή/καθηγητή/προέδρου/υπουργού. ~ στη Βουλή (πβ. αγόρευση)/σε εγκαίνια/σε συνέδριο. Πρόσκληση σε ~. ~-παρουσίαση. Στο επίκεντρο της ~ας της βρέθηκε η κλιματική αλλαγή. Αυτά τόνισε στην ~ του ο πρωθυπουργός. Διοργάνωση/κύκλος/σειρά ~ών. Πβ. διάλεξη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ορθόδοξη ~. ~ περί μετανοίας/νηστείας. Βλ. κήρυγμα. 3. συζήτηση, συνομιλία, συνδιάλεξη: (ΤΗΛΕΠ.) Προγράμματα ~ας σε κινητά τηλέφωνα. Κάρτα ανανέωσης/οικονομικό πακέτο χρόνου ~ας. 4. προφορά: Από την ~ του κατάλαβα ότι ήταν Γάλλος. Βλ. διάλεκτος, ιδίωμα. 5. ΘΕΑΤΡ. {στον πληθ.} υπαίθριες λαϊκές παραστάσεις που δίνονται κυρ. στη Ζάκυνθο κατά τη διάρκεια της Αποκριάς. ● ΣΥΜΠΛ.: καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας βλ. καθυστέρηση ● ΦΡ.: η επί του Όρους Ομιλία: ΕΚΚΛΗΣ. ο ευαγγελικός λόγος του Χριστού που περιλαμβάνει τους μακαρισμούς και την Κυριακή Προσευχή και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της χριστιανικής διδασκαλίας. [< μτγν. ὁμιλία, αγγλ. speech 1: πβ. γαλλ. parole] | |
| 36277 | όμιλος | [ὅμιλος] ό-μι-λος ουσ. (αρσ.) {ομίλ-ου | -ων, -ους} (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) 1. ομάδα προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα, δραστηριότητες και στόχους, σύλλογος· συνεκδ. το κτίριο στέγασης και συγκέντρωσής τους: αθλητικός/εξωραϊστικός/θεατρικός/ιππικός/ιστιοπλοϊκός/λαογραφικός/μοτοσικλετιστικός/μουσικός/ναυτικός/ορειβατικός/πεζοπορικός/πολιτιστικός/σκακιστικός/σκοπευτικός/φιλοζωικός/φιλοτεχνικός/φυσιολατρικός/χορευτικός ~. Πβ. κλαμπ, λέσχη, σύνδεσμος. Βλ. ένωση, ομοσπονδία, οργάνωση.|| Η εκδήλωση/η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας θα γίνει στον ~ο την Κυριακή. ΣΥΝ. σωματείο 2. ΟΙΚΟΝ. σύνολο επιχειρήσεων υπό κοινή διαχείριση που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε έναν ή περισσότερους κλάδους: διεθνής/πολυεθνικός ~. Ασφαλιστικός/βιομηχανικός/εκδοτικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/κατασκευαστικός/ξενοδοχειακός/τραπεζικός/χρηματοοικονομικός ~. Δομή/εκπρόσωποι/επενδύσεις/καταστατικό/κέρδη/υπηρεσίες του ~ου. Ο κύκλος εργασιών του ~ου ανήλθε σε ... εκατ. ευρώ. Ο ~ συμμετέχει με ποσοστό ... στην κοινοπραξία. Μεταβιβάζονται οι θυγατρικές του ~ου ... Πβ. τραστ. 3. ΑΘΛ. σύνολο ομάδων που καταρτίζεται μετά από κλήρωση, για να αγωνιστούν μεταξύ τους σε αθλητική διοργάνωση: προκριματικός ~. ~οι κυπέλλου/πρωταθλήματος. Επικεφαλής του ~ου είναι η ... Στην κορυφή του ~ου οι έφηβοι. Αποτελέσματα/βαθμολογίες ~ων. Βλ. γκρουπ. [< αρχ. ὅμιλος ‘πλήθος, όχλος’, γαλλ. groupe] | |
| 36278 | ομιλούμενος | , η, ο [ὁμιλουμένος] ο-μι-λού-με-νος επίθ. (λόγ.): που μιλιέται: ~ο: ιδίωμα. Λιγότερο/περισσότερο ~ες γλώσσες. ● Ουσ.: ομιλουμένη (η): καθομιλουμένη. [< αρχ. ὁμιλούμενος] | |
| 36279 | ομιλώ | βλ. μιλώ | |
| 36280 | ομιλών | , ούσα, ούν [ὁμιλῶν] ο-μι-λών επίθ. {ομιλ-ούντος | -ούντες (ουδ. -ούντα)} (λόγ.): που μιλά: ~ούσα: κούκλα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ών: υπολογιστής. ~ούσες: κάμερες. ~ούντα: βιβλία (= ηχογραφημένα). ● Ουσ.: ομιλών (ο): ομιλητής: Ο ~ (= αυτός που σας μιλά) χαίρεται που βρίσκεται στην πόλη σας. Οι ~ούντες Γαλλικά. ● ΣΥΜΠΛ.: ομιλών κινηματογράφος & ομιλούσες ταινίες: ΚΙΝΗΜ. το σύνολο των φιλμ (ιδ. μετά το 1930) στα οποία η εικόνα συνοδεύεται από ήχο και ομιλία. Βλ. βουβός/βωβός κινηματογράφος. [< γαλλ. cinéma parlant, 1931] , ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο ● ΦΡ.: γενικώς ομιλούντες: για να μιλήσουμε γενικά: ~ ~, κάθε φορά που ... [< αρχ. ὁμιλῶν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ