Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36940-36960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36281ομίχλη[ὀμίχλη] ο-μί-χλη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. αιωρούμενα σταγονίδια νερού που προέρχονται από συμπύκνωση υδρατμών της ατμόσφαιρας, βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια του εδάφους και σχηματίζουν νέφωση, περιορίζοντας την ορατότητα: βαριά/ελαφριά/πρωινή/πυκνή ~. ~ ακτινοβολίας (: σχηματίζεται τη στιγμή της ελάχιστης θερμοκρασίας μετά τη δύση του ηλίου και υπό συνθήκες ασθενούς ανέμου, αίθριου ουρανού και μεγάλης υγρασίας)/μεταφοράς (: δημιουργείται από το πάγωμα του θερμού αέρα που κινείται πάνω από κρύο έδαφος). Πέπλο/στρώμα ~ης. Η ~ αραίωσε/διαλύθηκε/καθάρισε/υποχώρησε. Η ~ απλώθηκε παντού/σκέπασε τα πάντα. Πβ. αντάρα, αχλή, καταχνιά, νέφος, πούσι.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τεχνητή ~. Προειδοποιητικά σήματα ~ης. (στο αυτοκίνητο:) Προβολείς/φώτα ~ης. 2. (μτφ.) κατάσταση ασάφειας, αβεβαιότητας και σύγχυσης που προκαλείται συνήθ. από την έλλειψη διαφάνειας: θολό τοπίο στην ~ η οικονομία. Πβ. νεφέλωμα. [< 1: αρχ. ὀμίχλη]
36282ομιχλώδης, ης, ες [ὀμιχλώδης] ο-μι-χλώ-δης επίθ. {ομιχλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που καλύπτεται από ομίχλη: ~ης: καιρός/ουρανός. ~ης: ατμόσφαιρα. ~ες: πρωινό. ~η: βουνά. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ασάφεια, ανασφάλεια, σύγχυση: ~ης: κατάσταση. ~ες: παρελθόν (πβ. σκοτεινός). ~εις: διαδικασίες (: αδιαφανείς). Υπό ύποπτες και ~εις συνθήκες. ~ες τοπίο γύρω από το ζήτημα ... Πβ. ασαφής, θολός, νεφελώδης. Βλ. -ώδης. [< 1: μτγν. ὀμιχλώδης]
36283ΟΜΚΕ(η): Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδος.
36284όμμα[ὄμμα] όμ-μα ουσ. (ουδ.) {όμμ-ατος | -ατα, -άτων} (αρχαιοπρ.): μάτι. Μόνο στις ● ΦΡ.: ιδίοις όμμασι(ν): με τα ίδια μου τα μάτια: Διαπίστωσα ~ ~ ότι ... Βλ. αυτόπτης μάρτυρας., υπό τα όμματα: μπροστά στα μάτια, υπό το βλέμμα, υπό την παρακολούθηση: Η ληστεία έγινε ~ ~ πολλών μαρτύρων.|| Δρουν ανεξέλεγκτα ~ ~ και την ανοχή των υπευθύνων. [< αρχ. ὄμμα]
36285ΟΜΜΑ(ο): Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
36286ομμάτιον[ὀμμάτιον] ομ-μά-τι-ον ουσ. (ουδ.) {ομματιών} (αρχαιοπρ.): μάτι. Μόνο στις ● ΦΡ.: πήρε των ομματιών του/τα μάτια του: έφυγε μακριά απογοητευμένος: Μη μπορώντας να βρει δουλειά, ~ ~ και πήγε στο εξωτερικό. [< αρχ. ὀμμάτιον ‘μικρό μάτι’]
36287ΟΜΜΕ(τα): Ομογενειακά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
36288ΟΜΜΘ(ο): Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.
36289ομνύω[ὀμνύω] ο-μνύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): ορκίζομαι: ~ει πίστη και υπακοή/στο όνομα της φιλίας. [< αρχ. ὀμνύω]
36290ομο- & ομό- & ομ-

(λόγ.) πρόθημα κυρ. επιθέτων για δήλωση 1. κοινού χαρακτηριστικού: ομο-αίματος/~εθνής. Ομό-γλωσσος/~θρησκος. Ομ-ώνυμος. Βλ. ομοιο-.|| Ομο-ζυγωτικός (ΑΝΤ. ετερο-). Ομό-κεντρος. 2. ταυτόχρονων ενεργειών: ομο-βροντία.

36291ομοαίματος, η, ο [ὁμοαίματος] ο-μο-αί-μα-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.) 1. που έχει το ίδιο αίμα. Πβ. συγγενής/συγγένεια εξ αίματος.|| (ως ουσ., αδερφός, αδερφή:) Οι ~οι/ες. 2. (μτφ.) που έχει τις ίδιες καταβολές με άλλον: πολιτικά ~οι (= ομοϊδεάτες). Πβ. ομογάλακτος.
36292ομοαξονικός, ή, ό [ὁμοαξονικός] ο-μο-α-ξο-νι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει κοινό άξονα με κάτι άλλο: ~ός: αγωγός/συνδετήρας. ~ή: διάταξη/σύνδεση. ~ό: βύσμα (: σύνδεσης ενός ~ού καλωδίου και μιας ηλεκτρικής συσκευής)/καλώδιο (: μετάδοσης οπτικού σήματος που αποτελείται από δύο αγωγούς τους οποίους διαχωρίζει μονωτικό υλικό)/μεγάφωνο. ~οί: κύλινδροι. ~ά: ηχεία. Ψηφιακή ~ή είσοδος/έξοδος ήχου. Βλ. -αξονικός. [< αγγλ. coaxial, γαλλ. ~, 1911]
36293ομοβροντία[ὁμοβροντία] ο-μο-βρο-ντί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) συνεχείς, έντονες και συνήθ. ομαδικές ενέργειες που στρέφονται κυρ. προς κοινό στόχο: ~ ανακοινώσεων/αντιδράσεων/αυξήσεων/δηλώσεων/δημοσιευμάτων/επιθέσεων/επικρίσεων/ερωτήσεων/μέτρων. Εξαπέλυσαν ~ κατηγοριών εναντίον του ... Πβ. βροχή, καταιγισμός, χείμαρρος. 2. ταυτόχρονοι και συνεχόμενοι πυροβολισμοί από πλήθος όπλων προς συγκεκριμένο στόχο: ~ κανονιών/τουφεκιών.|| ~ες βεγγαλικών.
36294ομογάλακτος, η, ο [ὁμογάλακτος] ο-μο-γά-λα-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.) 1. (μτφ.) που μοιράζεται κοινά στοιχεία, που συνδέεται με στενούς δεσμούς (π.χ. προέλευσης, ιδεολογικών πεποιθήσεων) με κάποιον ή κάτι: ~ες: κυβερνήσεις/οργανώσεις. ~α: κόμματα. Πολιτικά ~οι υπουργοί (βλ. ομοϊδεάτης). Πβ. ομοαίματος. 2. που έχει θηλάσει από την ίδια γυναίκα με κάποιον άλλο, χωρίς αυτή να είναι απαραίτητα μητέρα και των δύο: ~α: αδέλφια. Βλ. ομο-μήτριος, -πάτριος. [< μτγν. ὁμογάλακτος]
36295ομογάστριος, α, ο [ὁμογάστριος] ο-μο-γά-στρι-ος επίθ. (λόγ.): ομομήτριος. [< αρχ. ὁμογάστριος]
36296ομογένεια[ὁμογένεια] ο-μο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) το σύνολο των ομογενών: Η ελληνική ~ της Αυστραλίας/των ΗΠΑ. Βλ. διασπορά, παροικία. 2. ομοιογένεια: (ΦΥΣ.) ~ του χώρου (βλ. συμμετρία). ΣΥΝ. ομοιομορφία [< 1: μτγν. ὁμογένεια ‘κοινότητα καταγωγής’]
36297ομογενειακός, ή, ό [ὁμογενειακός] ο-μο-γε-νει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ομογενείς Έλληνες: ~ός: ελληνισμός/σύλλογος/Τύπος. ~ή: εφημερίδα/κοινότητα/οργάνωση/παιδεία. ~οί: παράγοντες/φορείς. ~ές: ειδήσεις/εκδηλώσεις/επιχειρήσεις. ~ά: Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ακρ. ΟΜΜΕ).
36298ομογενής, ής, ές [ὁμογενής] ο-μο-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που ανήκει στο ίδιο γένος, που έχει κοινή καταγωγή με κάποιον άλλο: ~είς: πολίτες/πρόσφυγες. ΣΥΝ. ομοεθνής, ομόφυλος (2) ΑΝΤ. αλλογενής (1), αλλοεθνής 2. (επιστ.) που παρουσιάζει κοινά στοιχεία με κάποιον άλλο ή χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία σύστασης, δομής και κατανομής στοιχείων: ~είς: επιφάνειες.|| (ΜΑΘ.) ~ές: (γραμμικό) σύστημα (: όταν οι σταθεροί όροι είναι ίσοι με το 0). ~είς: (διαφορικές) εξισώσεις/συντεταγμένες. (ΧΗΜ., όταν όλα τα συστατικά βρίσκονται στην ίδια φάση) ~ής: κατάλυση. ~ές: διάλυμα/μείγμα (ΑΝΤ. ετερογενές). (ΦΥΣ.) ~ής: κύλινδρος. ~ής: ράβδος/σφαίρα. ~ές: πεδίο (βαρύτητας). Βλ. -γενής. ● Ουσ.: ομογενής (ο/η): Έλληνας/Ελληνίδα που έχει γεννηθεί ή διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό: ~είς της Αμερικής/της Αυστραλίας/του Καναδά (= η ομογένεια). Δωρεά ~ούς. ~είς αλλοδαπής υπηκοότητας. Βλ. απόδημος ελληνισμός.|| Παλιννοστούντες ~είς. [< 1: αρχ. ὁμογενής 2: γαλλ. homogène]
36299ομογενοποιημένος, η, ο [ὁμογενοποιημένος] ο-μο-γε-νο-ποι-η-μέ-νος επίθ. & ομοιογενοποιημένος: που έχει ομογενοποιηθεί: ~ο: δείγμα (εργαστηρίου)/μείγμα/υλικό.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ο: γάλα (: το λίπος του οποίου έχει περιοριστεί σε μικρά σωματίδια, ώστε να κατανέμεται ομοιόμορφα). ~α: παρασκευάσματα (διατροφής).|| (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ., που δεν παρουσιάζει διαφοροποιητικά στοιχεία:) ~η: αγορά/κοινωνία/κουλτούρα/σκέψη. ~ο: περιβάλλον (εργασίας)/σύνολο. Βλ. μαζοποιημένος. ● βλ. ομογενοποιώ [< γαλλ. homogénéisé, αγγλ. homogenized]
36301ομογενοποιητής[ὁμογενοποιητής] ο-μο-γε-νο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή, μηχάνημα ομογενοποίησης: ~ γάλακτος/ιστών/τροφίμων. Αναδευτήρες-~ές.ομογενοποιητές (οι): ΧΗΜ. ουσίες που προστίθενται σε τρόφιμα, κυρ. στα γαλακτοκομικά, για βελτίωση και διατήρηση της υφής τους. Βλ. λεκιθίνη, πρόσθετα (τροφίμων). [< γαλλ. homogénéisateur, 1907, αγγλ. homogenizer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.