| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36302 | ομογενοποιητικός | , ή, ό [ὁμογενοποιητικός] ο-μο-γε-νο-ποι-η-τι-κός επίθ. & (σπάν.) ομοιογενοποιητικός: που επιφέρει ομογενοποίηση ή στοχεύει σε αυτή: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: δύναμη/επίδραση. Βλ. ενοποιητικός, -ποιητικός. | |
| 36303 | ομογενοποιώ | [ὁμογενοποιῶ] ο-μο-γε-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ομογενοποιείς ... | ομογενοποί-ησε -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καθιστώ κάτι ομογενές, ομοιόμορφο, προσδίδω σε κάτι ομοιογένεια: Τα δείγματα κρέατος αλέστηκαν και ~ήθηκαν. Ανακατεύουμε τη ζύμη/σάλτσα μέχρι να ~ηθεί.|| (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Κοινωνικές δυνάμεις που ~ούν τους πολιτισμούς. Βλ. ενιαιο-, μαζικο-ποιώ. ● βλ. ομογενοποιημένος [< γαλλ. homogénéiser, homogénéifer, αγγλ. homogenize] | |
| 36305 | ομόγλωσσος | , η, ο [ὁμόγλωσσος] ο-μό-γλωσ-σος επίθ. (επίσ.): που μιλά την ίδια γλώσσα με κάποιον άλλο: ~οι: πληθυσμοί. ~ες: κοινότητες/ομάδες/χώρες. Βλ. -γλωσσος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: περιβάλλον.|| (ως ουσ.) Το ~ο και το ομόθρησκο. ΑΝΤ. αλλόγλωσσος, ξενόγλωσσος, ξενόφωνος [< αρχ. ὁμόγλωσσος] | |
| 36306 | ομογνωμία | [ὁμογνωμία] ο-μο-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ομογνωμοσύνη: ταύτιση απόψεων. Πβ. ομο-θυμία, -φωνία. ΣΥΝ. ομοφροσύνη ΑΝΤ. διάσταση (4), διχογνωμία [< μεσν. ομογνωμία· αρχ. ὁμογνωμοσύνη] | |
| 36307 | ομόγνωμος | , η, ο [ὁμόγνωμος] ο-μό-γνω-μος επίθ. (επίσ.): που έχει την ίδια γνώμη, που συμφωνεί με κάποιον άλλον: ~η: ομάδα. Οι δύο πλευρές είναι ~ες σ' αυτό το θέμα. Πβ. ομό-θυμος, -φωνος. ΣΥΝ. ομόφρων, σύμφωνος (1) ΑΝΤ. αντίθετος (2) ● επίρρ.: ομόγνωμα [< μτγν. ὁμόγνωμος] | |
| 36308 | ομογνωμώ | [ὁμογνωμῶ] ο-μο-γνω-μώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (σπάν.-επίσ.): έχω την ίδια γνώμη με κάποιον άλλο, συμφωνώ: Όλα τα κόμματα ~ούν ως προς τη λήψη άμεσων μέτρων. Πβ. ομονοώ. ΣΥΝ. ομοφρονώ ΑΝΤ. διαφωνώ, διχογνωμώ [< μτγν. ὁμογνωμῶ] | |
| 36309 | ομογραφία | [ὁμογραφία] ο-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. σχέση δύο γεωμετρικών σχημάτων στα οποία το κάθε σημείο του ενός αντιστοιχεί σε ένα και μόνο σημείο του άλλου. 2. ΓΡΑΜΜ. ομοιότητα λέξεων ως προς τη γραπτή τους μορφή. Βλ. -γραφία. 3. ΓΛΩΣΣ. αντιστοιχία κάθε φθόγγου με ένα και μόνο σύμβολο. [< γαλλ. homographie, αγγλ. homography] | |
| 36310 | ομόγραφος | , η, ο [ὁμόγραφος] ο-μό-γρα-φος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που γράφεται το ίδιο με άλλη, αλλά έχει διαφορετική σημασία: Οι λέξεις "ρόκα" (: υφαντικό εργαλείο) και "ρόκα" (: ποώδες φυτό) είναι ~ες. Βλ. ομόηχος, ομώνυμος.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~α ονόματα χώρου (: που μοιάζουν οπτικά με κάποιο όνομα χώρου, επειδή προκύπτουν από ~ους χαρακτήρες του ελληνικού και λατινικού αλφαβήτου, π.χ. eett.gr και εεττ.gr).|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -γραφος. [< μτγν. ὁμόγραφος, γαλλ. homographe, αγγλ. homograph] | |
| 36311 | ομοδικία | [ὁμοδικία] ο-μο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός διαδίκων: αναγκαστική (: σε περιπτώσεις που ορίζονται ρητά από τον νόμο)/απλή/δυνητική/ενεργητική (: περισσότεροι ενάγοντες, ένας εναγόμενος)/παθητική (: ένας ενάγων, περισσότεροι εναγόμενοι) ~. | |
| 36312 | ομόδικος | , η, ο [ὁμόδικος] ο-μό-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την ομοδικία: ~η: αγωγή. ● Ουσ.: ομόδικος {ομοδίκ-ου} (ο/η): πρόσωπο που συμμετέχει σε ομοδικία: αναγκαίοι ~οι. | |
| 36313 | ομοδοξία | [ὁμοδοξία] ο-μο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ιδιότητα του ομόδοξου: θρησκευτική ~. ΑΝΤ. ετεροδοξία [< αρχ. ὁμοδοξία] | |
| 36314 | ομόδοξος | , η, ο [ὁμόδοξος] ο-μό-δο-ξος επίθ. (λόγ.) 1. που ασπάζεται το ίδιο θρησκευτικό δόγμα με κάποιον άλλο: ~ες: εκκλησίες/χώρες. ~α: κράτη.|| (κατ' επέκτ.) ~η: πίστη.|| (ως ουσ.) Το ~ο των δύο γειτονικών λαών. ΣΥΝ. ομόθρησκος ΑΝΤ. αλλόδοξος, ετερόδοξος 2. (κατ' επέκτ.) που μοιράζεται τις ίδιες απόψεις με κάποιον: ~ος: (πολιτικός) χώρος. [< 1: μτγν. ὁμόδοξος] | |
| 36315 | ομοεθνής | , ής, ές [ὁμοεθνής] ο-μο-ε-θνής επίθ.: ομογενής: ~είς: πληθυσμοί/πρόσφυγες.|| (ως ουσ.) Κοινότητα ~ών. Βλ. -εθνής. ΣΥΝ. ομόφυλος (2) ΑΝΤ. αλλοεθνής [< αρχ. ὁμοεθνής] | |
| 36304 | ομοεθνια | [ὁμογλωσσία] ο-μο-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσών που ανήκουν στην ίδια γλωσσική οικογένεια, δηλ. προέρχονται από μία, κοινή μητέρα γλώσσα: ινδοευρωπαϊκή ~. Βλ. ομοεθνία. 2. κατάσταση κατά την οποία μιλιέται μια γλώσσα από περισσότερα του ενός άτομα. Βλ. -γλωσσία. | |
| 36316 | ομοεθνία | [ὁμοεθνία] ο-μο-ε-θνί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο γλωσσών που ανήκουν στην ίδια γλωσσική οικογένεια ή ατόμων που ανήκουν στο ίδιο έθνος: ινδοευρωπαϊκή ~.|| Σλαβική ~. [< αρχ. ὁμοεθνία] | |
| 36317 | ομοειδής | , ής, ές [ὁμοειδής] ο-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που υπάγεται στο ίδιο είδος ή έχει κοινά χαρακτηριστικά με κάποιον ή κάτι άλλο: ~είς: κλάδοι/φορείς. ~είς: δραστηριότητες/επιχειρήσεις/κατηγορίες/περιπτώσεις/σχολές/υπηρεσίες. ~ή: επαγγέλματα/ιδρύματα/καταστήματα/προγράμματα (σπουδών)/προϊόντα/(ασφαλιστικά) ταμεία. Έγγραφα με ~ές περιεχόμενο. Οργανισμοί με παρεμφερείς ή ~είς σκοπούς. Πβ. παρόμοιος. Βλ. -ειδής. ΑΝΤ. ετεροειδής ● επίρρ.: ομοειδώς [-ῶς] [< αρχ. ὁμοειδής] | |
| 36318 | ομοεπίπεδος | , η, ο [ὁμοεπίπεδος] ο-μο-ε-πί-πε-δος επίθ. (σπάν.-επιστ.): που είναι στο ίδιο επιπέδο με κάποιον ή κάτι άλλο: (ΜΗΧΑΝ.) ~ος: (μεταλλικός) σκελετός. ~ες: (ΦΥΣ.) δυνάμεις/(ΑΣΤΡΟΝ.) τροχιές. | |
| 36319 | ομόζυγος | , η, ο [ὁμόζυγος] ο-μό-ζυ-γος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει τα ίδια αλληλόμορφα γονίδια σε αντίστοιχες θέσεις ζεύγους ομόλογων χρωμοσωμάτων: ~η: (δρεπανοκυτταρική/μεσογειακή) αναιμία/έλλειψη (γονιδίου).|| ~οι: ασθενείς. ~α: άτομα. ΑΝΤ. ετερόζυγος [< αρχ. ὁμόζυγος ‘σύντροφος’, αγγλ. homozygous, 1902] | |
| 36320 | ομοζυγώτης | [ὁμοζυγώτης] ο-μο-ζυ-γώ-της ουσ. (αρσ.) {ομοζυγωτών}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ομόζυγος οργανισμός: ~ μεσογειακής αναιμίας.|| (ως επίθ.) ~ες: δίδυμοι (: που έχουν την ίδια γενετική σύνθεση). ΑΝΤ. ετεροζυγώτης [< αγγλ. homozygote, 1902, γαλλ. ~, 1903] | |
| 36321 | ομοζυγωτικός | , ή, ό [ὁμοζυγωτικός] ο-μο-ζυ-γω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ομοζυγώτη· (κυρ. για δίδυμα) που προέρχονται από τη γονιμοποίηση ενός μοναδικού ωαρίου από ένα σπερματοζωάριο: ~ός: εκφυλισµός.|| ~ά: τρίδυμα (: με πανομοιότυπο γενετικό υλικό). Βλ. διζυγωτικός. ΣΥΝ. μονοζυγωτικός ΑΝΤ. ετεροζυγωτικός [< αγγλ. homozygotic, 1927, γαλλ. homozygote, 1903] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ