| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2736 | αμυλούχος | , α/ος, ο [ἀμυλοῦχος] α-μυ-λού-χος επίθ. (επιστ.): που έχει ως συστατικό του το άμυλο: ~οι: υδατάνθρακες. ~ες: τροφές. ~α: προϊόντα/φαγητά/φυτά. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. amylacé] | |
| 2737 | αμυλώδης | , ης, ες [ἀμυλώδης] α-μυ-λώ-δης επίθ. (επιστ.): αμυλούχος. Βλ. -ώδης. | |
| 2738 | άμυνα | [ἄμυνα] ά-μυ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ύνης | -ες στη σημ. 3} 1. προστασία από κίνδυνο, βλάβη, ζημιά, επίθεση, ή οτιδήποτε δυσάρεστο, αρνητικό: αντισεισμική ~. Το πλύσιμο των χεριών: πρώτη γραμμή ~ας εναντίον/κατά των μικροβίων. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι η φυσική ~ του οργανισμού μας (πβ. αντίσταση). Βλ. αυτο~.|| ~ απέναντι στην τρομοκρατία. 2. ΣΤΡΑΤ. προστασία από επίθεση εχθρού με στρατιωτικά μέσα· σύνολο στρατιωτικών μέσων, μέτρων ή ενεργειών για την προστασία μιας χώρας από πιθανούς εχθρούς: (αντι)αεροπορική (= αερ~)/αντιπυραυλική/ένοπλη/στρατιωτική ~ (ΣΥΝ. αντίσταση· ΑΝΤ. επίθεση, προσβολή). ~ έναντι/κατά βλημάτων/εχθρικών επιδρομών. Οχυρωματικές φυσικές θέσεις ~ας.|| (στον εν., συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α:) Υπουργείο (Εθνικής) ~ας (& λόγ. ~ύνης). Οι (ενν. κρατικές) δαπάνες για την ~. Η Επιτροπή ~ας της Βουλής. Πβ. Ένοπλες Δυνάμεις. 3. ΑΘΛ. φύλαξη, επιτήρηση των αντίπαλων παικτών, για να μην πετύχουν τον στόχο τους· συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια αγώνα ή γενικότ. αγωνιστική τακτική με τον ίδιο σκοπό· παίκτες που αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο και το νοητό τείχος που σχηματίζουν· ο χώρος ή το τμήμα του γηπέδου όπου κινούνται αυτοί οι παίκτες: αντίπαλη/ευάλωτη/περιφερειακή/συμπαγής/χαλαρή ~. Οι γηπεδούχοι βελτίωσαν την ~ά τους. Οι επιτιθέμενοι δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ~ των αντιπάλων.|| (επίσ.) ~ εδάφους (στο βόλεϊ)/χώρου (= ζώνη ~ας). Σφιχτές ~ες και κατενάτσιο.|| (στο βόλεϊ:) Παίκτης που έβγαλε/έκανε τρεις ~ες (: έφερε σε πέρας τρεις αμυντικές ενέργειες).|| Πιεστική/πολυπρόσωπη/σκληρή ~. Έξυπνα/καλά/σωστά στημένη ~ μιας ομάδας.|| Κενά/πίεση στην ~. Το κέντρο/τα άκρα της ~ας. Γραμμή ~ας (= αμυντική γραμμή).|| (στο ποδόσφαιρο:) Διατηρήσαμε το μηδέν στην ~ (: δεν δεχτήκαμε γκολ). ΑΝΤ. επίθεση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας: ΝΟΜ. νόμιμη άσκηση βίας εναντίον προσώπου που απειλεί την ακεραιότητα κάποιου άλλου: Ο αστυνομικός πυροβόλησε ευρισκόμενος σε ~ ~. Παράταξη που βρέθηκε/ήταν σε ~ ~ εξαιτίας επιθέσεων. Πβ. αυτοάμυνα., μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί {σπανιότ. στον εν.} 1. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητη στρατηγική (λ.χ. απώθηση, εξιδανίκευση, ονειροπόληση, ταύτιση) που προστατεύει ένα άτομο από μη αποδεκτές ή επίπονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις, αισθήματα, όπως ντροπή, απώλεια αυτοεκτίμησης, φόβο: ψυχικοί/ψυχολογικοί ~ ~. Οι ~ ~ του Εγώ. Ενεργοποίηση των ~ών άμυνας. Αναπτύσσω/αποκτώ ~ούς ~ούς. 2. αντίδραση οργανισμού με σκοπό την προστασία του (π.χ. από παθογόνο μικροοργανισμό): ανοσιακός/φυσικός/φυσιολογικός ~ός ~.|| (κατ' επέκτ.) Ενίσχυση των ~ών ~ας της Ευρώπης έναντι των επιδημιών. [< αγγλ. defence mechanisms, 1913] , πολιτική άμυνα: ΠΟΛΙΤ. σειρά προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων και ενεργειών των πολιτικών δυνάμεων μιας χώρας με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την εξάλειψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων διαφόρων δεινών, όπως εχθροπραξίες, θεομηνίες: ~ ~ κατά των πυρκαγιών. ~ ~ και ασφάλεια/περιβαλλοντικά ατυχήματα. [< αγγλ. civil defense, 1939] , άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, ανοιχτή άμυνα βλ. ανοιχτός, κλειστή άμυνα βλ. κλειστός ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν & άμυνα γρανίτης: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για σκληρή και πετυχημένη, αποτελεσματική αμυντική λειτουργία: (Η ομάδα) δεν δέχεται γκολ με τίποτα, έχει ~ ~., άμυνα χωνί/σουρωτήρι (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) που δέχεται πολλά γκολ., η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση: η άμεση επιθετική αντίδραση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας., παίζω άμυνα (προφ.): ΑΘΛ. αμύνομαι: Παίκτες που ~ουν ~ και πρεσάρουν. [< αρχ. ἄμυνα, γαλλ. défense, αγγλ. defence] | |
| 2739 | αμύνομαι | [ἀμύνομαι] α-μύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αμύν-θηκα, αμυνόμενος} (λόγ.): αντιστέκομαι σε επίθεση, προστατεύω τον εαυτό μου ή/και άλλους από κάτι: ~ για τη ζωή μου (πβ. υπερασπίζομαι). ~ γενναία/σθεναρά. ~ ενάντια στις κατηγορίες/στον ρατσισμό. ~ εναντίον/κατά της εξουσίας. ~ με επιτυχία/κάθε μέσο. ~θηκαν με νύχια και με δόντια, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Βλ. αυτο~, υπερ~.|| Ο οργανισμός δημιουργεί αντισώματα και ~εται. ΑΝΤ. επιτίθεμαι (1) ● Μτχ.: αμυνόμενος , η, ο: που αμύνεται: Τον σκότωσε ~.|| ~ος: παίκτης. ~η: ομάδα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι επιτιθέμενοι. (στο ποδόσφαιρο) Το τείχος των ~ένων (= αμυντικών). [< μτγν. ἀμύνομαι] | |
| 2740 | αμυντικογενής | , ής, ές [ἀμυντικογενής] α-μυ-ντι-κο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει ως ρόλο ή χαρακτηριστικό του την άμυνα σε ομαδικό άθλημα: ~ής: μέσος/παίκτης. ~ής: τακτική. ~ές: παιχνίδι/ποδόσφαιρο/σύστημα/σχήμα. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. επιθετικογενής | |
| 2741 | αμυντικός | , ή, ό [ἀμυντικός] α-μυ-ντι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη στρατιωτική κυρ. άμυνα: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός/οργανισμός (βλ. ΝΑΤΟ)/πόλεμος (ΑΝΤ. επεκτατικός)/σχεδιασμός. ~ή: ασπίδα/θωράκιση/κάλυψη/οργάνωση/πολιτική/στρατηγική/συμμαχία/τακτική/χειροβομβίδα. ~ό: σύμφωνο/σχέδιο/τείχος. ~ά: όπλα. Ο οχυρός και ~ χαρακτήρας μιας περιοχής. ΑΝΤ. επιθετικός (2) 2. ΑΘΛ. που αφορά την άμυνα μιας ομάδας, συνήθ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: ~ός: μέσος (= μεσοαμυντικός)/παίκτης/χαφ. ~ή: διάταξη/θέση/κάλυψη/τριάδα. ~ό: δίδυμο/παιχνίδι/ριμπάουντ/σχήμα. ~ά: κενά/λάθη. Η ομάδα αγωνίστηκε/κατέβηκε/μπήκε/ξεκίνησε/παρατάχθηκε/παρουσιάστηκε με ~ές διαθέσεις. ΑΝΤ. επιθετικός (3) 3. που χαρακτηρίζεται από επιφυλακτικότητα, που στοχεύει στην αυτοπροστασία: ~ή: οδήγηση/συμπεριφορά. Κρατά/παίρνει ~ή στάση (απέναντι σε αγνώστους). ΑΝΤ. επιθετικός (1) 4. ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε παθογόνους μικροοργανισμούς: ~ός: παράγοντας (του δέρματος). ~ή: ικανότητα. ● Ουσ.: αμυντικός (ο): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που συνήθ. αγωνίζεται στην αμυντική γραμμή της ομάδας του. Πβ. λίμπερο, μπακ, οπισθοφύλακας. Βλ. επιθετικός, μέσος. [< αγγλ. defender, 1922] ● επίρρ.: αμυντικά ● ΣΥΜΠΛ.: αμυντικές δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. μέρος του κρατικού προϋπολογισμού που διατίθεται για τον εξοπλισμό και τις λειτουργικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων: αύξηση/μείωση των ~ών ~ών., αμυντικές μετοχές: ΟΙΚΟΝ. που διατηρούνται σταθερές σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, που δεν επηρεάζονται από τις μεταβολές της αγοράς: ~ ~ υψηλής κεφαλαιοποίησης. [< αγγλ. defensive shares/stocks] , αμυντική γραμμή & γραμμή άμυνας: ΑΘΛ. οι αμυντικοί παίκτες κυρ. μιας ποδοσφαιρικής ομάδας· ο χώρος του γηπέδου στον οποίο αυτοί αγωνίζονται. Βλ. επιθετική, μεσαία γραμμή., άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, αμυντική βιομηχανία βλ. βιομηχανία, μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί βλ. άμυνα [< αρχ. ἀμυντικός, γαλλ. défensif, αγγλ. defensive] | |
| 2742 | αμυντικότητα | [ἀμυντικότητα] α-μυ-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα, ικανότητα άμυνας ή συνηθέστ. αμυντική στάση, συμπεριφορά. Βλ. -ότητα. | |
| 2743 | αμύντορας | [ἀμύντορας] α-μύ-ντο-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.): υπερασπιστής: ~ες της δημοκρατικής νομιμότητας/ηθικής. Πβ. προστάτης, υπέρμαχος. Βλ. γλωσσ~, -τορας. [< αρχ. ἀμύντωρ] | |
| 2744 | αμυχή | [ἀμυχή] α-μυ-χή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γρατζουνιά, επιφανειακό σχίσιμο του δέρματος: μικροτραυματισμοί και ~ές. Δεν έχει/έπαθε ούτε (μία) ~. Πβ. γδάρσιμο, εκδορά. [< αρχ. ἀμυχή] | |
| 2745 | αμφεταμίνη | [ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο (σύμβ. C9H13N) που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine < a(lpha)+m(ethyl)+ph(en-)+et(hyl)+amine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945] | |
| 2746 | αμφί | [ἀμφί] αμ-φί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): αμφιφυλόφιλος. ΣΥΝ. μπάι [< αμφί(φυλόφιλος), αγγλ. bi, 1966] | |
| 2747 | αμφι- & αμφί- | (λόγ.) λεξικό πρόθημα που σημαίνει 1. από τη μία και από την άλλη μεριά και κατ' επέκτ. δύο διαφορετικές ή αντίθετες πλευρές: (κυρ. επιστ.) αμφί-κυρτος. Αμφι-κλινής.|| (μτφ.) Αμφι-ταλαντεύομαι.|| Aμφί-θυμος. 2. διπλή ιδιότητα: αμφί-χειρας (= αμφιδέξιος). Αμφί-βια.|| Αμφι-θαλής. ΑΝΤ. ετερο-.|| (μτφ.) Αμφί-σημος. Πβ. δί-. | |
| 2748 | άμφια | [ἄμφια] άμ-φι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.} ΕΚΚΛΗΣ. 1. ενδύματα ή εξαρτήματα της ενδυμασίας των ορθόδοξων κληρικών κατά την άσκηση της χριστιανικής λατρείας, αλλιώς: ιερατικά ~ (: επιγονάτιο, επιμάνικα, πετραχήλι, ζώνη, μανδύας, οράριο, σάκος, στιχάριο, φαιλόνιο, ωμοφόριο· ποιμαντορική ράβδος, εγκόλπιο, μίτρα). 2. κεντητά υφάσματα, συνήθ. καλύμματα ιερών σκευών, αλλιώς: λειτουργικά ~. Τα ~ της Αγίας Τράπεζας (: αντιμήνσιο, ειλητό)/των Τιμίων Δώρων (επιτάφιος, ο μεγάλος και οι μικροί αέρες). Βλ. λάβαρο. [< μτγν. ἄμφιον] | |
| 2749 | αμφιβάλλω | [ἀμφιβάλλω] αμ-φι-βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. αμφέβαλλα, αόρ. αμφέβαλα, αμφιβάλει}: έχω αμφιβολία, δεν είμαι βέβαιος, πεπεισμένος για κάτι: ~ για την αξιοπιστία/αποτελεσματικότητα/επιτυχία του εγχειρήματος. ~ αν ... (: αναρωτιέμαι). Δεν ~ ότι ... Δεν έχουμε λόγους να ~ουμε ως προς τις προθέσεις του. Μην ~εις γι' αυτά που σου λέω. Αν ~εις (= δυσπιστείς), μπορείς να ρωτήσεις κάποιον ειδικό. Ποτέ δεν αμφέβαλα/δεν αμφέβαλα/καθόλου ότι …/ στιγμή για την εντιμότητά του. Πβ. αμφιταλαντεύομαι.|| (προφ., για να δηλωθεί σιγουριά) -Θα του τα πεις όλα; -Γιατί, ~εις; (= ασφαλώς, βέβαια, σίγουρα). [< αρχ. ἀμφιβάλλω] | |
| 2750 | αμφίβιος | , α, ο [ἀμφίβιος] αμ-φί-βι-ος επίθ. 1. ΖΩΟΛ. για ζώα ή φυτά που ζουν και στο νερό και στην ξηρά: ~ο: ερπετό. 2. που μπορεί να κινείται ή γίνεται στην ξηρά και τη θάλασσα: ~ο: αεροπλάνο/αυτοκίνητο/(ρυμουλκό) όχημα/πυροσβεστικό/σκάφος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α (ή αποβατική) επιχείρηση (: στην οποία συμμετέχουν χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις)/ομάδα. Βλ. -βιος. ● Ουσ.: αμφίβια (τα) {-ων (λογ.) -ίων | σπανιότ. στον εν.}: ΖΩΟΛ. τάξη των σπονδυλωτών ζώων: Ο βάτραχος, ο φρύνος, ο τρίτωνας και η σαλαμάνδρα ανήκουν στα ~. Βλ. άνουρα, άποδα, ουροδελή. [< γαλλ. amphibiens, αγγλ. amphibia] [< αρχ. ἀμφίβιος, γαλλ. amphibie, αγγλ. amphibian, amphibious] | |
| 2751 | αμφιβληστροειδής | [ἀμφιβληστροειδής] αμ-φι-βλη-στρο-ει-δής επίθ./ουσ.: βλ. -ειδής. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: αμφιβληστροειδής (χιτώνας): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. φωτοευαίσθητη μεμβράνη στο πίσω μέρος του ματιού που αποτελείται από κατάλληλους φωτοδέκτες και νευρικά κύτταρα που διαβιβάζουν το οπτικό ερέθισμα στον εγκέφαλο: τεχνητός ~. Παθήσεις του ~ούς., αποκόλληση (του) αμφιβληστροειδούς βλ. αποκόλληση [< μτγν. ἀμφιβληστροειδής 'δικτυωτός'] | |
| 2752 | αμφιβληστροειδοπάθεια | [ἀμφιβληστροειδοπάθεια] αμ-φι-βλη-στρο-ει-δο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, που προκαλείται από βλάβη στα αιμοφόρα αγγεία που τον τροφοδοτούν: διαβητική/παραγωγική/υπερτασική ~. ~ της προωρότητας. Βλ. -πάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια βλ. μελαγχρωματικός [< αγγλ. retinopathy, 1932, γαλλ. rétinopathie, 1964] | |
| 2753 | αμφιβολία | [ἀμφιβολία] αμ-φι-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) {αμφιβολι-ών} 1. αβεβαιότητα, έλλειψη σιγουριάς για κάποιον ή για κάτι: Δεν έχω την παραμικρή ~ (ΣΥΝ. ενδοιασμός, επιφύλαξη. Πβ. δισταγμός, δυσπιστία). Δεν αφήνει/έμεινε/υπάρχει (καμιά) ~ για/ότι ... ~ες σχετικά με ... (ΝΟΜ.) Εύλογη ~. Αθωώθηκε/απαλλάχτηκε λόγω ~ών. Η δήλωσή του γεννά/προκαλεί ~ες (πβ. υποψίες). Έσπειραν την ~. ΑΝΤ. βεβαιότητα 2. ΦΙΛΟΣ. το να έχει μια λέξη ή φράση δύο ή περισσότερες σημασίες: λεκτική ~ (: δημιουργείται από την αμφισημία μιας λέξης ή φράσης). Δομική ~ (: οφείλεται στον τρόπο εκφοράς ή σύνταξης των λέξεων μιας φράσης). ● ΦΡ.: πέρα από κάθε αμφιβολία & (λόγ.) πέραν πάσης αμφιβολίας: αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα: Αποδεικνύεται ~ ~ ότι ... ΣΥΝ. πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση, χωρίς/δίχως αμφιβολία: με βεβαιότητα: Πρόκειται, ~ ~, για ένα σημαντικό θέμα. [< γαλλ. sans (aucun) doute] , δεν χωρά(ει)/χωρεί (καμιά/η παραμικρή) αμφιβολία βλ. χωρώ [< αρχ. ἀμφιβολία] | |
| 2754 | αμφίβολοι | [ἀμφίβολοι] αμ-φί-βο-λοι ουσ. (αρσ.) (οι): ΟΡΥΚΤ. ομάδα πυριτικών πετρογενετικών ορυκτών. Βλ. τρεμολίτης. [< αγγλ.-γαλλ. amphiboles] | |
| 2756 | αμφιγονία | [ἀμφιγονία] αμ-φι-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. τρόπος αναπαραγωγής κατά τον οποίο δημιουργείται ένας νέος οργανισμός από την ένωση δύο γεννητικών κυττάρων (διαφορετικού φύλου). Βλ. -γονία. ΣΥΝ. αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή ΑΝΤ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή, μονογονία [< αγγλ. amphigony] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ