| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2745 | αμφεταμίνη | [ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο (σύμβ. C9H13N) που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine < a(lpha)+m(ethyl)+ph(en-)+et(hyl)+amine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945] | |
| 2746 | αμφί | [ἀμφί] αμ-φί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): αμφιφυλόφιλος. ΣΥΝ. μπάι [< αμφί(φυλόφιλος), αγγλ. bi, 1966] | |
| 2747 | αμφι- & αμφί- | (λόγ.) λεξικό πρόθημα που σημαίνει 1. από τη μία και από την άλλη μεριά και κατ' επέκτ. δύο διαφορετικές ή αντίθετες πλευρές: (κυρ. επιστ.) αμφί-κυρτος. Αμφι-κλινής.|| (μτφ.) Αμφι-ταλαντεύομαι.|| Aμφί-θυμος. 2. διπλή ιδιότητα: αμφί-χειρας (= αμφιδέξιος). Αμφί-βια.|| Αμφι-θαλής. ΑΝΤ. ετερο-.|| (μτφ.) Αμφί-σημος. Πβ. δί-. | |
| 2748 | άμφια | [ἄμφια] άμ-φι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.} ΕΚΚΛΗΣ. 1. ενδύματα ή εξαρτήματα της ενδυμασίας των ορθόδοξων κληρικών κατά την άσκηση της χριστιανικής λατρείας, αλλιώς: ιερατικά ~ (: επιγονάτιο, επιμάνικα, πετραχήλι, ζώνη, μανδύας, οράριο, σάκος, στιχάριο, φαιλόνιο, ωμοφόριο· ποιμαντορική ράβδος, εγκόλπιο, μίτρα). 2. κεντητά υφάσματα, συνήθ. καλύμματα ιερών σκευών, αλλιώς: λειτουργικά ~. Τα ~ της Αγίας Τράπεζας (: αντιμήνσιο, ειλητό)/των Τιμίων Δώρων (επιτάφιος, ο μεγάλος και οι μικροί αέρες). Βλ. λάβαρο. [< μτγν. ἄμφιον] | |
| 2749 | αμφιβάλλω | [ἀμφιβάλλω] αμ-φι-βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. αμφέβαλλα, αόρ. αμφέβαλα, αμφιβάλει}: έχω αμφιβολία, δεν είμαι βέβαιος, πεπεισμένος για κάτι: ~ για την αξιοπιστία/αποτελεσματικότητα/επιτυχία του εγχειρήματος. ~ αν ... (: αναρωτιέμαι). Δεν ~ ότι ... Δεν έχουμε λόγους να ~ουμε ως προς τις προθέσεις του. Μην ~εις γι' αυτά που σου λέω. Αν ~εις (= δυσπιστείς), μπορείς να ρωτήσεις κάποιον ειδικό. Ποτέ δεν αμφέβαλα/δεν αμφέβαλα/καθόλου ότι …/ στιγμή για την εντιμότητά του. Πβ. αμφιταλαντεύομαι.|| (προφ., για να δηλωθεί σιγουριά) -Θα του τα πεις όλα; -Γιατί, ~εις; (= ασφαλώς, βέβαια, σίγουρα). [< αρχ. ἀμφιβάλλω] | |
| 2750 | αμφίβιος | , α, ο [ἀμφίβιος] αμ-φί-βι-ος επίθ. 1. ΖΩΟΛ. για ζώα ή φυτά που ζουν και στο νερό και στην ξηρά: ~ο: ερπετό. 2. που μπορεί να κινείται ή γίνεται στην ξηρά και τη θάλασσα: ~ο: αεροπλάνο/αυτοκίνητο/(ρυμουλκό) όχημα/πυροσβεστικό/σκάφος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α (ή αποβατική) επιχείρηση (: στην οποία συμμετέχουν χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις)/ομάδα. Βλ. -βιος. ● Ουσ.: αμφίβια (τα) {-ων (λογ.) -ίων | σπανιότ. στον εν.}: ΖΩΟΛ. τάξη των σπονδυλωτών ζώων: Ο βάτραχος, ο φρύνος, ο τρίτωνας και η σαλαμάνδρα ανήκουν στα ~. Βλ. άνουρα, άποδα, ουροδελή. [< γαλλ. amphibiens, αγγλ. amphibia] [< αρχ. ἀμφίβιος, γαλλ. amphibie, αγγλ. amphibian, amphibious] | |
| 2751 | αμφιβληστροειδής | [ἀμφιβληστροειδής] αμ-φι-βλη-στρο-ει-δής επίθ./ουσ.: βλ. -ειδής. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: αμφιβληστροειδής (χιτώνας): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. φωτοευαίσθητη μεμβράνη στο πίσω μέρος του ματιού που αποτελείται από κατάλληλους φωτοδέκτες και νευρικά κύτταρα που διαβιβάζουν το οπτικό ερέθισμα στον εγκέφαλο: τεχνητός ~. Παθήσεις του ~ούς., αποκόλληση (του) αμφιβληστροειδούς βλ. αποκόλληση [< μτγν. ἀμφιβληστροειδής 'δικτυωτός'] | |
| 2752 | αμφιβληστροειδοπάθεια | [ἀμφιβληστροειδοπάθεια] αμ-φι-βλη-στρο-ει-δο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, που προκαλείται από βλάβη στα αιμοφόρα αγγεία που τον τροφοδοτούν: διαβητική/παραγωγική/υπερτασική ~. ~ της προωρότητας. Βλ. -πάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια βλ. μελαγχρωματικός [< αγγλ. retinopathy, 1932, γαλλ. rétinopathie, 1964] | |
| 2753 | αμφιβολία | [ἀμφιβολία] αμ-φι-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) {αμφιβολι-ών} 1. αβεβαιότητα, έλλειψη σιγουριάς για κάποιον ή για κάτι: Δεν έχω την παραμικρή ~ (ΣΥΝ. ενδοιασμός, επιφύλαξη. Πβ. δισταγμός, δυσπιστία). Δεν αφήνει/έμεινε/υπάρχει (καμιά) ~ για/ότι ... ~ες σχετικά με ... (ΝΟΜ.) Εύλογη ~. Αθωώθηκε/απαλλάχτηκε λόγω ~ών. Η δήλωσή του γεννά/προκαλεί ~ες (πβ. υποψίες). Έσπειραν την ~. ΑΝΤ. βεβαιότητα 2. ΦΙΛΟΣ. το να έχει μια λέξη ή φράση δύο ή περισσότερες σημασίες: λεκτική ~ (: δημιουργείται από την αμφισημία μιας λέξης ή φράσης). Δομική ~ (: οφείλεται στον τρόπο εκφοράς ή σύνταξης των λέξεων μιας φράσης). ● ΦΡ.: πέρα από κάθε αμφιβολία & (λόγ.) πέραν πάσης αμφιβολίας: αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα: Αποδεικνύεται ~ ~ ότι ... ΣΥΝ. πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση, χωρίς/δίχως αμφιβολία: με βεβαιότητα: Πρόκειται, ~ ~, για ένα σημαντικό θέμα. [< γαλλ. sans (aucun) doute] , δεν χωρά(ει)/χωρεί (καμιά/η παραμικρή) αμφιβολία βλ. χωρώ [< αρχ. ἀμφιβολία] | |
| 2754 | αμφίβολοι | [ἀμφίβολοι] αμ-φί-βο-λοι ουσ. (αρσ.) (οι): ΟΡΥΚΤ. ομάδα πυριτικών πετρογενετικών ορυκτών. Βλ. τρεμολίτης. [< αγγλ.-γαλλ. amphiboles] | |
| 2756 | αμφιγονία | [ἀμφιγονία] αμ-φι-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. τρόπος αναπαραγωγής κατά τον οποίο δημιουργείται ένας νέος οργανισμός από την ένωση δύο γεννητικών κυττάρων (διαφορετικού φύλου). Βλ. -γονία. ΣΥΝ. αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή ΑΝΤ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή, μονογονία [< αγγλ. amphigony] | |
| 2757 | αμφιγονικός | , ή, ό [ἀμφιγονικός] αμ-φι-γο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την αμφιγονία. ΑΝΤ. μονογονικός ● επίρρ.: αμφιγονικά ● ΣΥΜΠΛ.: αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή [< αγγλ. amphigonic] | |
| 2758 | αμφιδέξιος | , α, ο [ἀμφιδέξιος] αμ-φι-δέ-ξι-ος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που μπορεί να χρησιμοποιεί με την ίδια επιδεξιότητα και τα δύο χέρια, αμφίχειρας· (για κάτι) που έχει φτιαχτεί, ώστε να χρησιμοποιείται και από τα δύο χέρια: ~ος: παίκτης. Πβ. ζερβόδεξος. Βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας.|| ~α: γάντια (φούρνου). Λαβή για ~α χρήση. [< αρχ. ἀμφιδέξιος ‘πολύ ικανός, με τα δύο χέρια, διφορούμενος’] | |
| 2759 | αμφιδρόμηση | [ἀμφιδρόμηση] αμ-φι-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή μονόδρομου σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης: ~ της οδού. Βλ. πεζοδρόμηση. | |
| 2760 | αμφίδρομος | , η, ο [ἀμφίδρομος] αμ-φί-δρο-μος επίθ. 1. που κινείται προς μία κατεύθυνση και επιστρέφει· κυρ. που γίνεται, λειτουργεί ή επιδρά ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικές ή αντίθετες κατευθύνσεις: ~η: κίνηση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: δίαυλος/εκτυπωτής/έλεγχος. ~η: γραμμή/μετάδοση/ροή/σύνδεση. ~ο: δορυφορικό ίντερνετ/κανάλι/κύκλωμα/μικρόφωνο.|| (μτφ.) ~η: ανταλλαγή (απόψεων)/διαδικασία (μάθησης)/σχέση (πβ. αμοιβαίος, διαδραστικός). ΑΝΤ. μονόδρομος 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδραστικός: ~α: (πολυ)μέσα/συστήματα. ● επίρρ.: αμφίδρομα ● ΣΥΜΠΛ.: αμφίδρομη αντίδραση: ΧΗΜ. που εξελίσσεται συγχρόνως και προς τις δύο κατευθύνσεις αντιδρώντων και προϊόντων και καταλήγει, αργά ή γρήγορα, σε ισορροπία. Βλ. μονόδρομη αντίδραση., αμφίδρομη επικοινωνία: ΤΗΛΕΠ. μεταφορά δεδομένων και προς τις δύο κατευθύνσεις μέσω υπολογιστικού συστήματος και κατ’ επέκτ. ανταλλαγή πληροφοριών: ~ ~ με δορυφόρο/εικόνα και ήχο (βλ. πολυμέσα)/μόντεμ. Διασύνδεση εκπαιδευτικών χώρων με ~ ~ (βλ. τηλεδιάσκεψη, τηλεκπαίδευση). Βλ. μονόδρομη επικοινωνία.|| ~ ~ διδασκόντων-διδασκομένων. ~ ~ του περιοδικού με τους αναγνώστες (: ανοιχτή επικοινωνία). Βλ. διάδραση., αμφίδρομη λειτουργία: ΤΕΧΝΟΛ. που γίνεται ταυτόχρονα και προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Πβ. ντούμπλεξ. [< αγγλ. duplex operation] , διαδραστική τηλεόραση βλ. διαδραστικός [< 1: μτγν. ἀμφίδρομος, αγγλ. duplex, bidirectional, 1941 2: αγγλ. interactive, 1967] | |
| 2761 | αμφίεση | [ἀμφίεση] αμ-φί-ε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των εξωτερικών ρούχων που φορά κάποιος, το ντύσιμό του: αποκριάτικη/ατημέλητη/βραδινή/επίσημη/καλοκαιρινή/παραδοσιακή/προκλητική/σπορ ~. Αξεσουάρ ~ης. Οι ~έσεις των ηθοποιών. Πβ. ενδυμασία, περιβολή. [< μτγν. ἀμφίεσις ‘ρουχισμός’] | |
| 2762 | αμφιθαλής | , ής, ές [ἀμφιθαλής] αμ-φι-θα-λής επίθ. {αμφιθαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): για αδέλφια που γεννήθηκαν από τους ίδιους γονείς. Βλ. ομο-μήτριος, -πάτριος. ΣΥΝ. αυτάδελφος ΑΝΤ. ετεροθαλής [< μεσν. αμφιθαλής] | |
| 2763 | αμφιθεατρικός | , ή, ό [ἀμφιθεατρικός] αμ-φι-θε-α-τρι-κός επίθ. 1. που έχει διάταξη αμφιθεάτρου, κλιμακωτός και συνήθ. ημικυκλικός: ~ός: χώρος. ~ή: αίθουσα.|| ~ά: καθίσματα (= ειδικά, κατάλληλα για αμφιθέατρο). 2. πανοραμικός: ~ή: θέα/θέση/τοποθεσία. ● επίρρ.: αμφιθεατρικά [< γαλλ. amphithéâtrale, αγγλ. amphitheatric(al), πβ. μτγν. ἀμφιθέατρος] | |
| 2764 | αμφιθέατρο | [ἀμφιθέατρο] αμ-φι-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.) 1. αίθουσα διαλέξεων, παραστάσεων, συναυλιών, όπου τα καθίσματα είναι τοποθετημένα κλιμακωτά και συνήθ. ημικυκλικά απέναντι από την έδρα, τη σκηνή ή την εξέδρα· συνεκδ. οι θεατές ή ακροατές που βρίσκονται σε αυτή: ανοιχτό/δημοτικό/υπαίθριο ~. Το ~ του μουσείου/σχολείου. Έδρανα/φουαγιέ ~άτρου. Η εκδήλωση/ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στο ~ του Πανεπιστημίου/Πολυτεχνείου. Βλ. άουλα.|| Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε στο ~ ο ομιλητής. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ρωμαϊκό κτίσμα, στρογγυλό ή ελλειψοειδές, με κλιμακωτά καθίσματα και αρένα στη μέση: Το ~ των Φλαβίων στη Ρώμη, γνωστό ως Κολοσσαίο. [< 1: γαλλ. amphithéâtre, αγγλ. amphitheater 2: μτγν. ἀμφιθέατρον] | |
| 2765 | αμφιθυμία | [ἀμφιθυμία] αμ-φι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. ψυχική κατάσταση κατά την οποία το άτομο διακατέχεται ταυτόχρονα από αντικρουόμενα συναισθήματα: έντονη ~ απέναντι σε κάποιον/κάτι. Η ~ των εφήβων. Αντιφάσεις/εσωτερική σύγκρουση και ~. [< γαλλ. ambivalence, 1911] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ