Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [36980-37000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36322ομοηχία[ὁμοηχία] ο-μο-η-χί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η ιδιότητα του ομόηχου: ~ δύο λέξεων. [< γαλλ. homophonie]
36323ομόηχος, η, ο [ὁμόηχος] ο-μό-η-χος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που προφέρεται το ίδιο με άλλη, αλλά έχει διαφορετική ορθογραφία και σημασία: Οι λέξεις "νίκη" και "νοίκι" είναι ~ες. Βλ. ομόγραφος, ομώνυμος.|| ~οι: τύποι. ~ες: καταλήξεις/συλλαβές. ~α: φωνήεντα.|| (ως ουσ.) Τα ~α. [< μτγν. ὁμόηχος 'που έχει τον ίδιο ήχο', γαλλ. homophone]
36324ομόθεμος, η, ο [ὁμόθεμος] ο-μό-θε-μος επίθ. (επίσ.): που έχει το ίδιο θέμα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~α: έργα/κείμενα/ποιήματα.
36325ομόθρησκος, η, ο [ὁμόθρησκος] ο-μό-θρη-σκος επίθ.: που έχει το ίδιο θρήσκευμα με κάποιον άλλο, ομόδοξος: ~οι: λαοί.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: χώρες.|| (ως ουσ.) Το ~ο μιας κοινότητας. ΑΝΤ. αλλόθρησκος, ετερόθρησκος [< μτγν. ὁμόθρησκος]
36326ομοθυμαδόν[ὁμοθυμαδόν] ο-μο-θυ-μα-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): με σύμπνοια, ομόθυμα: Υποστηρίζουν ~ την κατάργηση του νόμου. Πβ. ομό-φωνα, -ψυχα. [< αρχ. ὁμοθυμαδόν]
36327ομοθυμία[ὁμοθυμία] ο-μο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ομόθυμου: εθνική/κοινωνική ~. ~ μεταξύ πολιτικών δυνάμεων και πολιτών. Κλίμα/πνεύμα ~ας και συναίνεσης. Πβ. ομοφωνία, σύμπνοια. ΣΥΝ. ομοψυχία [< μεσν. ομοθυμία]
36328ομόθυμος, η, ο [ὁμόθυμος] ο-μό-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών ενός συνόλου: ~η: αντίδραση/αντίθεση/απαίτηση/αποδοχή/απόφαση/βούληση/επιθυμία/θέση/καταδίκη/στάση/στήριξη/συμπαράσταση. ~ο: αίτημα. Πβ. ομόφωνος.|| (για πρόσ.) Εμφανίστηκαν συσπειρωμένοι και ~οι. ΣΥΝ. ομόψυχος ● επίρρ.: ομόθυμα & ομοθύμως [< μτγν. ὁμόθυμος]
36329ομοιάζω[ὁμοιάζω] ο-μοι-ά-ζω ρ. (λόγ.): μοιάζω. Πβ. προσ~. [< μτγν. ὁμοιάζω]
36330ομοϊδεάτης[ὁμοϊδεάτης] ο-μο-ϊ-δε-ά-της ουσ. (αρσ.) {ομοϊδεατών | θηλ. ομοϊδεάτισσα}: πρόσωπο που ταυτίζεται με κάποιον άλλο κυρ. ως προς τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις: Οι ~ες του συμμερίζονται τις πολιτικές του απόψεις. Ομάδα ~ών. Πβ. ομογάλακτος, ομόφρων, συνοδοιπόρος.|| (σπάν.-ως επίθ.) ~ες: καλλιτέχνες/οπαδοί.
36331ομοιο- & ομοιό-: α' συνθετικό λέξεων για δήλωση ομοιότητας ή ταύτισης: Ομοιό-βαθμος (= ισό-). Ομοιο-γένεια/~μέρεια.|| Ομοιό-σταση. Ομοιο-πολικός (δεσμός). Βλ. ομο-.
36332ομοιόβαθμος, η, ο [ὁμοιόβαθμος] ο-μοι-ό-βαθ-μος επίθ.: ισόβαθμος. Βλ. -βαθμος. [< γαλλ. du même grade]
36333ομοιογένεια[ὁμοιογένεια] ο-μοι-ο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ομοιογενούς: γενετική/γλωσσική/εθνική/εθνολογική/ηχητική/θρησκευτική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτισμική/φυλετική ~. ~ των δεδομένων/του πληθυσμού/των προϊόντων/του υλικού/του χρώματος. ~ μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Βαθμός/εξασφάλιση ~ας. Πβ. ομογένεια, ομοιομορφία. ΑΝΤ. ανομοιογένεια, ετερογένεια [< μτγν. ὁμοιογένεια, γαλλ. homogénéité, αγγλ. homogeneity]
36334ομοιογενής, ής, ές [ὁμοιογενής] ο-μοι-ο-γε-νής επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία στοιχείων, που παρουσιάζει ενιαία δομή, σύσταση: ~ής: πληθυσμός/χώρος. ~ής: (παγκόσμια) αγορά/εφαρμογή/κατανομή/κοινωνία/μάζα/ομάδα. ~ές: μείγμα/περιβάλλον/σύνολο/υλικό. ~είς: κατηγορίες. ~ή: τμήματα (μαθητών)/χαρακτηριστικά. Πολιτιστικά ~είς χώρες.|| ~ής: πολτός. ~ής: ζύμη/σάλτσα. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. ανομοιογενής, ετερογενής ● επίρρ.: ομοιογενώς (λόγ.) [-ῶς] [< αρχ. ὁμοιογενής, γαλλ. homogène]
36335ομοιογενοποίησηβλ. ομογενοποίηση
36336ομοιοεπαγγελματικός, ή, ό [ὁμοιοεπαγγελματικός] ο-μοι-ο-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τους εργαζομένους του ίδιου επαγγέλματος: ~ή: σύμβαση εργασίας. ~ό: σωματείο.
36337ομοιόθερμος, η, ο [ὁμοιόθερμος] ο-μοι-ό-θερ-μος επίθ.: ΒΙΟΛ. που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του σώματός του ανεξάρτητα από τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος: ~ος: οργανισμός. ~α: ζώα. ΣΥΝ. ενδόθερμος (2), θερμόαιμος (2) ΑΝΤ. εξώθερμος (2), ποικιλόθερμος, ψυχρόαιμος [< μεσν. ομοιόθερμος, γαλλ. homéotherme]
36338ομοιοκαταληκτεί[ὁμοιοκαταληκτεῖ] ο-μοι-ο-κα-τα-λη-κτεί ρ. (αμτβ.): ΜΕΤΡ. (για λέξη ή στίχο) έχει ομοιοκαταληξία. [< μτγν. ὁμοιοκαταληκτῶ]
36339ομοιοκατάληκτος, η, ο [ὁμοιοκατάληκτος] ο-μοι-ο-κα-τά-λη-κτος επίθ.: ΜΕΤΡ. (για λέξη, στίχο, στροφή ή ποίημα) που έχει ομοιοκαταληξία: ~ος: δεκαπεντασύλλαβος. Βλ. έμμετρος, ρίμα. ΣΥΝ. ομοιοτέλευτος ΑΝΤ. ανομοιοκατάληκτος [< μτγν. ὁμοιοκατάληκτος]
36340ομοιοκαταληξία[ὁμοιοκαταληξία] ο-μοι-ο-κα-τα-λη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡ. η ηχητικά όμοια κατάληξη λέξεων στο τέλος δύο ή περισσότερων στίχων ποιήματος: δίστιχο με/χωρίς ~. (Δεν) κάνει ~ με ...|| (ανάλογα με τη θέση του τόνου στις λέξεις που ομοιοκαταληκτούν:) Οξύτονη/(προ)παροξύτονη ~. ΣΥΝ. ρίμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ζευγαροπλεχτή ομοιοκαταληξία βλ. ζευγαροπλεχτός, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία βλ. ζευγαρωτός, πλεκτή ομοιοκαταληξία βλ. πλεκτός, σταυρωτή ομοιοκαταληξία βλ. σταυρωτός [< μεσν. ομοιοκαταληξία]
36341ομοιομέρεια[ὁμοιομέρεια] ο-μοι-ο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ομοιομερούς. Βλ. ομοιο-γένεια, -μορφία. [< μτγν. ὁμοιομέρεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.