| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36342 | ομοιομερής | , ής, ές [ὁμοιομερής] ο-μοι-ο-με-ρής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που αποτελείται από όμοια μέρη: ~ής: κατανομή. ~ή: στοιχεία. Βλ. -μερής. ● επίρρ.: ομοιομερώς [-ῶς]: ΑΝΤ. ανομοιομερώς [< αρχ. ὁμοιομερής] | |
| 36343 | ομοιομορφία | [ὁμοιομορφία] ο-μοι-ο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): ομοιότητα της μορφής· κατ' επέκτ. συμμετρία, ισορροπία, συνέπεια: γενετική/γλωσσική/κοινωνική/πολιτιστική ~. ~ των δεδομένων/της διδασκαλίας/των τιμών/της φωτεινότητας (οθόνης)/των χρωμάτων. Τυποποίηση και ~ του προϊόντος. (ΜΗΧΑΝ.) Συντελεστής ~ας του υλικού.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ισοπεδωτική ~. Πβ. ομο(ιο)γένεια. Βλ. -μορφία. ΑΝΤ. ανομοιομορφία, ποικιλομορφία, πολυμορφία [< γαλλ. uniformité] | |
| 36344 | ομοιομορφισμός | [ὁμοιομορφισμός] ο-μοι-ο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. {χωρ. πληθ.} σχέση ισότητας και αντιστοιχίας ανάμεσα στα σημεία δύο γεωμετρικών σχημάτων ή τοπολογικών χώρων η οποία είναι συνεχής και προς τις δύο κατευθύνσεις. 2. ΓΕΩΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη του φλοιού της Γης συνεχίζεται αδιάλειπτα και ομοιόμορφα καθ' όλη τη διάρκεια της γεωλογικής ιστορίας της. Βλ. καταστροφισμός. 3. η διαδικασία επίτευξης ομοιομορφίας: ~ στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τομέα. 4. ΧΗΜ. το φαινόμενο της παρουσίας ίδιας κρυσταλλικής δομής σε διαφορετικές χημικές ενώσεις. Πβ. ισομορφισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. homéomorphisme, 1926, 2: αγγλ. uniformitarianism] | |
| 36345 | ομοιομορφοποίηση | [ὁμοιομορφοποίηση] ο-μοι-ο-μορ-φο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δημιουργία ομοιομορφίας, εξάλειψη της ποικιλομορφίας: ~ ανθρώπων/κομμάτων/πολιτισμών. Βλ. μαζ(ικ)ο-, ομογενο-, τυπο-ποίηση | |
| 36346 | ομοιόμορφος | , η, ο [ὁμοιόμορφος] ο-μοι-ό-μορ-φος επίθ. 1. που είναι όμοιος με κάποιον ή κάτι άλλο ως προς τη μορφή, που αποτελείται από όμοια μέρη ή γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλο του το εύρος· κατ' επέκτ. συμμετρικός, ενιαίος: ~ος: φωτισμός/ψεκασμός. ~η: ανάπτυξη/αντιμετώπιση (προβλήματος)/εφαρμογή (διατάξεων νόμου)/θερμοκρασία/κατανομή (θερμότητας). ~ο: μαύρισμα/πάχος/χρώμα/ψήσιμο (φαγητού). ~ες: διαδικασίες/στολές. Χορευτές με ~η ενδυμασία (= ίδια). Ο κλάδος παρουσιάζει ~η εικόνα. Μέικ απ για ~η κάλυψη ατελειών. Πβ. ομο(ιο)γενής. Βλ. ομοειδής.|| (ΦΥΣ.) ~η: κίνηση/πίεση/πυκνότητα/ροή. (ΜΑΘ.) ~η σύγκλιση ακολουθίας συναρτήσεων. (ΝΟΜ.) ~ο: δίκαιο (: καθιερωμένοι κανόνες που ισχύουν σε ένα σύνολο κρατών δυνάμει διεθνούς σύμβασης). ΑΝΤ. ανομοιόμορφος, ποικιλόμορφος 2. που αποτελείται από όμοια στοιχεία, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ενιαία εμφάνιση και σύνθεση και να λειτουργεί ως σύνολο: ~ος: πολτός/πουρές (: χωρίς σβόλους)/χυλός. ~η: ζύμη/κρέμα. ~ο: μείγμα. Βλ. -μορφος. ● επίρρ.: ομοιόμορφα [< μτγν. ὁμοιόμορφος, γαλλ. uniforme] | |
| 36347 | ομοιοπάθεια | [ὁμοιοπάθεια] ο-μοι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ομοιοπαθούς. Βλ. -πάθεια, ταυτοπάθεια. [< αρχ. ὁμοιοπάθεια, γερμ. Homöopathie, γαλλ. homéopathie, αγγλ. homeopathy] | |
| 36348 | ομοιοπαθής | , ής, ές [ὁμοιοπαθής] ο-μοι-ο-πα-θής επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στην ίδια άσχημη κατάσταση με κάποιον άλλο: Είμαστε ~είς. Βλ. -παθής. [< αρχ. ὁμοιοπαθής] | |
| 36349 | ομοιοπαθητική | [ὁμοιοπαθητική] ο-μοι-ο-πα-θη-τι-κή ουσ. (θηλ.): εναλλακτική μορφή ιατρικής η οποία βασίζεται στη χορήγηση μικρών δόσεων φυσικών φαρμάκων τα οποία χορηγούμενα σε μεγάλες δόσεις προκαλούν σε ένα υγιές άτομο συμπτώματα παρόμοια με αυτά που παρουσιάζει η συγκεκριμένη νόσος. ΑΝΤ. αλλοπαθητική [< γερμ. Homöopathie, γαλλ. homéopathie, αγγλ. homeopathy] | |
| 36350 | ομοιοπαθητικός | , ή, ό [ὁμοιοπαθητικός] ο-μοι-ο-πα-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ομοιοπαθητική: ~ή: αγωγή/θεραπεία/ιατρική. ~ά: προϊόντα/σκευάσματα/φάρμακα/φαρμακεία. Βλ. -παθητικός. ● Ουσ.: ομοιοπαθητικός (ο/η): γιατρός που ειδικεύεται στην ομοιοπαθητική. ● επίρρ.: ομοιοπαθητικά [< γερμ. homöopathisch, γαλλ. homéopathique, αγγλ. homeopathic] | |
| 36351 | ομοιοπολικός | , ή, ό [ὁμοιοπολικός] ο-μοι-ο-πο-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομοιοπολικός δεσμός: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. ο οποίος δημιουργείται μεταξύ ατόμων που μοιράζονται ένα ή περισσότερα ζεύγη ηλεκτρονίων. [< γερμ. homöopolare Bindung] Βλ. ετεροπολικός. [< γερμ. homöopolar, αγγλ. homopolar] | |
| 36352 | ομοιόπτωτος | , η, ο [ὁμοιόπτωτος] ο-μοι-ό-πτω-τος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομοιόπτωτος προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία των ονοματικών προσδιορισμών· τίθενται στην ίδια πτώση με τη λέξη που προσδιορίζουν. Βλ. επεξήγηση, επιθετικός/κατηγορηματικός προσδιορισμός, παράθεση. ΑΝΤ. ετερόπτωτος προσδιορισμός [< μτγν. ὁμοιόπτωτος] | |
| 36353 | όμοιος | , α, ο [ὅμοιος] ό-μοι-ος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. ομοία, ουδ. όμοιον} 1. που έχει (σχεδόν) τα ίδια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες με κάποιον ή κάτι άλλο, που του μοιάζει πολύ: ~ες: απόψεις/συνθήκες. ~α: προϊόντα. ~α ή περίπου ~α αποτελέσματα. (επιτατ.) Αντίγραφα απόλυτα/εντελώς ~α με τα πρωτότυπα. Εταιρείες ομίλου που επιδιώκουν ~ους ή παρεμφερείς σκοπούς. Πβ. παρ~.|| (ΦΥΣ.) Οι ~οι πόλοι των μαγνητών απωθούνται. (ΜΑΘ.) ~οι: πίνακες (: που εκφράζουν την ίδια γραμμική απεικόνιση αλλά με διαφορετική επιλογή βάσεων). ΑΝΤ. αλλιώτικος (1), ανόμοιος 2. (κατ' επέκτ.) ισότιμος, ισοδύναμος, ισάξιος: ~ες: αξίες/προκλήσεις.|| (ως ουσ.-ειρων.) Αδύνατον να καταλάβετε εσύ και οι ~οί σου.|| Κάνει παρέα με τους ομοίους του/(καταχρ.) με τους όμοιούς του. 3. ΓΕΩΜ. (για σχήματα) που έχουν ανάλογες τις αντίστοιχες πλευρές τους και ίσες γωνίες μία προς μία: ~α: πολύγωνα/τρίγωνα. ● επίρρ.: όμοια & (λόγ.) ομοίως: κατά τον ίδιο τρόπο: ~ αποδεικνύεται ότι... Το άρθρο ισχύει ομοίως και για (: επίσης και για) ... ● ΦΡ.: δεν έχει όμοιο/όμοια: που υπερέχει των ομοειδών του, είναι αξεπέραστος/αξεπέραστη: Δοκίμασα μια γεύση που ~ ~ όμοιά της., και τα όμοια (συντομ. κ.τ.ό.): και λοιπά. ΣΥΝ. και τα παρόμοια/συναφή, και τα τοιαύτα, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, ίσα κι όμοια βλ. ίσα1, όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα βλ. λάχανο, όμοιος ομοίω αεί πελάζει βλ. πελάζει [< αρχ. ὅμοιος] | |
| 36354 | ομοιόσταση | [ὁμοιόσταση] ο-μοι-ό-στα-ση ουσ. (θηλ.) & ομοιοστασία: ΦΥΣΙΟΛ. η ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί σταθερές τις συνθήκες του εσωτερικού του περιβάλλοντος (π.χ. θερμοκρασία, συγκεντρώσεις διάφορων συστατικών), παρά τις εξωτερικές μεταβολές: ενεργειακή/κυτταρική/μεταβολική ~. ~ των ιστών. ~ του ασβεστίου/της γλυκόζης/της χοληστερόλης. Πβ. θερμορύθμιση. Βλ. αυτορρύθμιση, θερμοδυναμική ισορροπία. [< αγγλ. homeostasis, 1926, γαλλ. homéostasie, 1950] | |
| 36355 | ομοιοτέλευτος | , η, ο [ὁμοιοτέλευτος] ο-μοι-ο-τέ-λευ-τος επίθ.: ΜΕΤΡ. ομοιοκατάληκτος. [< αρχ. ὁμοιοτέλευτος] | |
| 36356 | ομοιότητα | [ὁμοιότητα] ο-μοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ομοιοτήτων} 1. η ιδιότητα του όμοιου: γενετική/γλωσσική/δομική/εξωτερική/ηχητική/οπτική/φαινομενική/φυσική/φωνητική ~. Η εκπληκτική/έντονη ~ των δύο ηθοποιών. Βαθμός ~ας.|| (σε βιβλία, ταινίες:) Οποιαδήποτε ~ με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα είναι τυχαία και εντελώς συμπτωματική. ΑΝΤ. ανομοιότητα 2. {κυρ. στον πληθ.} (συνεκδ.) καθένα από τα κοινά στοιχεία, χαρακτηριστικά, γνωρίσματα μεταξύ προσώπων ή πραγμάτων: Δεν διακρίνω καμία (απολύτως)/την παραμικρή ~ μεταξύ των δύο φωτογραφιών. ~ες και διαφορές των δύο φύλων. Οι ~ες με το πρωτότυπο είναι ελάχιστες. Το άρθρο επισημαίνει ουσιαστικές/σημαντικές ~ες ανάμεσα σε ... 3. ΓΕΩΜ. ιδιότητα όμοιων γεωμετρικών σχημάτων: ~ τριγώνων. Βλ. αυτο~, -ότητα. [< αρχ. ὁμοιότης] | |
| 36357 | ομοιότροπος | , η, ο [ὁμοιότροπος] ο-μοι-ό-τρο-πος επίθ. (επίσ.): ομότροπος. ● επίρρ.: ομοιότροπα & (λόγ.) ομοιοτρόπως: με όμοιο τρόπο, παρομοίως. [< αρχ. ὁμοιότροπος] | |
| 36358 | ομοιότυπος | , η, ο [ὁμοιότυπος] ο-μοι-ό-τυ-πος επίθ. (επίσ.): (παρ)όμοιος: ~α: αεροσκάφη/μοντέλα/σχολεία. Πβ. παν~. Βλ. τηλεομοιοτυπία, -τυπος1. ● Ουσ.: ομοιότυπο (το): πιστό αντίγραφο πρωτοτύπου: το ~ του χειρογράφου. ● επίρρ.: ομοιότυπα & (σπάν.-λόγ.) ομοιοτύπως [< μτγν. ὁμοιότυπος ‘που έχει όμοιο σχήμα’] | |
| 36359 | ομοιοχρωμία | [ὁμοιοχρωμία] ο-μοι-ο-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (σπάν.-επίσ.) η ιδιότητα του ομοιόχρωμου: η ~ των ταξί. 2. ΒΙΟΛ. προσαρμογή του χρώματος του δέρματος ορισμένων ζώων με αυτό του περιβάλλοντος για αυτοπροστασία. Πβ. μιμητισμός. Βλ. -χρωμία. ΣΥΝ. χαμαιλεοντισμός (2) | |
| 36360 | ομοιόχρωμος | , η, ο [ὁμοιόχρωμος] ο-μοι-ό-χρω-μος επίθ. (λόγ.): που έχει το ίδιο χρώμα με κάποιον ή κάτι άλλο: φούστα ~η με την μπλούζα. Πβ. ασορτί. Βλ. -χρωμος.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: εμφανίσεις (παικτών ομάδας). ΣΥΝ. ομόχρωμος [< μεσν. ομοιόχρωμος] | |
| 36361 | ομοίωμα | [ὁμοίωμα] ο-μοί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ομοιώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. πιστό, ακριβές αντίγραφο προτύπου, ρεπλίκα: γύψινο (βλ. άγαλμα, πρόπλασμα)/μαρμάρινο/ξύλινο/πήλινο/πλαστικό/φουσκωτό/χάλκινο ~. ~ ανθρώπου/ζώου/πλοίου/πτηνού. ~ατα διάσωσης για πυροσβέστες (βλ. κούκλα). Μουσείο Κέρινων ~άτων. Βλ. μακέτα, μοντέλο, σκιάχτρο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ θεού (πβ. είδωλο)/ναού/οικίας.|| (ΛΑΟΓΡ.) Το κάψιμο του ~ατος του Ιούδα (: πασχαλινό έθιμο).|| (ΜΗΧΑΝ.) Μαθηματικό/υδραυλικό/φυσικό/ψηφιακό ~ (βλ. προσομοίωση). ~ υπό κλίμακα. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ κάμερας. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που μοιάζει πολύ με κάτι άλλο, αλλά λειτουργεί ως επίφαση: ~ ελευθερίας/κράτους (= παρωδία). [< 1: αρχ. ὁμοίωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ