| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36362 | ομοιωματικός | , ή, ό [ὁμοιωματικός] ο-μοι-ω-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει ομοιότητα: ~ός: σύνδεσμος (π.χ. "όπως"). ~ό: μόριο (π.χ. "σαν"). ● Ουσ.: ομοιωματικά (τα): γραπτό σύμβολο (») που τοποθετείται κάτω από λέξη, φράση ή αριθμό, για να δηλωθεί επανάληψη. [< μτγν. ὁμοιωματικός] | |
| 36363 | ομοιώνω | [ὁμοιώνω] ο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ομοίω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος}: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) εξομοιώνω. Βλ. προσ~. [< αρχ. ὁμοιῶ] | |
| 36364 | ομοίωση | [ὁμοίωση] ο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: κατ' εικόνα και (καθ') ομοίωσιν βλ. εικόνα [< αρχ. ὁμοίωσις] | |
| 36365 | ομοκεντρικός | , ή, ό [ὁμοκεντρικός] ο-μο-κε-ντρι-κός επίθ.: ομόκεντρος. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ομοκεντρικά [< γαλλ. homocentrique , αγγλ. homocentric] | |
| 36366 | ομόκεντρος | , η, ο [ὁμόκεντρος] ο-μό-κε-ντρος επίθ.: που έχει ίδιο κέντρο με κάποιον ή κάτι άλλο: (ΓΕΩΜ.) ~οι: δακτύλιοι/δίσκοι/κύλινδροι. ~ες: σφαίρες. ~α: ημικύκλια.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~α: στροφεία. Αμορτισέρ με ~α ελατήρια.|| ~ες: ζώνες/περιοχές. ~α: στρώματα (π.χ. πάγου). (μτφ.) ~α: κείμενα (πβ. ομόθεμος). ΣΥΝ. ομοκεντρικός ● ΣΥΜΠΛ.: ομόκεντροι κύκλοι 1. ΓΕΩΜ. που έχουν το ίδιο κέντρο και διαφορετικές ακτίνες. 2. (μτφ.) για φαινόμενα ή καταστάσεις που έχουν κοινό πυρήνα ή περιστρέφονται γύρω από ένα κοινό σημείο αναφοράς, με αποτέλεσμα να αλληλοεξαρτώνται και να αλληλοεπηρεάζονται: ~ ~ συμφερόντων. [< μτγν. ὁμόκεντρος, γαλλ. concentrique, αγγλ. concentric] | |
| 36367 | ομοκυστεΐνη | [ὁμοκυστεΐνη] ο-μο-κυ-στε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. θειούχο αμινοξύ (σύμβ. C4H9NO2S) το οποίο παράγεται στον οργανισμό, αποτελεί ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού της μεθειονίνης και η υψηλή του συγκέντρωση στο αίμα ευθύνεται για καρδιαγγειακές παθήσεις: ~ ορού/πλάσματος. [< γαλλ. homocystéine, αγγλ. homocysteine, 1932] | |
| 36368 | ομόλογα | [ὁμόλογα] ο-μό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ομόλογο}: ΟΙΚΟΝ. τίτλος (χρεόγραφο) που εκδίδεται από το κράτος ή από οικονομικό οργανισμό, ο οποίος αποτελεί μορφή δανεισμού και περιέχει επίσημη δήλωση του εκδότη του ότι θα καταβάλει στον δανειστή συγκεκριμένο τόκο (κουπόνι) σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του δανείου και ότι θα εξοφλήσει το δάνειο στην ημερομηνία λήξης του: αποταμιευτικά/ασφαλιστικά/εγγυημένα/εμπορικά/ενυπόθηκα/επενδυτικά/εταιρικά/κρατικά/τραπεζικά/υβριδικά/χρεωστικά ~. ~ αναφοράς/του Ελληνικού Δημοσίου/εξωτερικού/εσωτερικού. ~ σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου/υψηλού ή χαμηλού ρίσκου. ~ μετατρέψιμα σε μετοχές. ~ ύψους ... ευρώ. Αγορά/απόδοση/αποτίμηση/πώληση/χαρτοφυλάκιο ~όγων. Βλ. γραμμάτιο, ευρωομόλογο, τοκομερίδιο. ΣΥΝ. ομολογία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: δομημένα ομόλογα: ΟΙΚΟΝ. σύνθετα ομόλογα μακράς διάρκειας με απόδοση που διαμορφώνεται από την εξέλιξη των βραχυχρόνιων και των μακροχρόνιων επιτοκίων στις χρηματαγορές., τοξικά ομόλογα: ΟΙΚΟΝ. ομόλογα, κυρ. τραπεζών, των οποίων οι τιμές έχουν μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χάσουν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους: Εξαγορά ~ών ~όγων. Βλ. επισφαλής απαίτηση. [< μεσν. ομόλογον ‘συμφωνητικό’ < αρχ. ὁμόλογος ‘σύμφωνος, παραδεκτός’, αγγλ. bonds] | |
| 36369 | ομολογητής | [ὁμολογητής] ο-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ομολογήτρια}: ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός που εκδιώχθηκε και βασανίστηκε για την πίστη του, χωρίς όμως να υποστεί μαρτυρικό θάνατο: ~ του Χριστού.|| (σπάν.-ως επίθ.) ~ής: ιεράρχης. Βλ. μάρτυρας. [< μτγν. ὁμολογητής] | |
| 36370 | ομολογία | [ὁμολογία] ο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {ομολογιών} 1. αποδοχή, επιβεβαίωση κατακριτέων συνήθ. γεγονότων, λόγων ή πράξεων· ειδικότ. παραδοχή ενοχής: αποκαλυπτική/κυνική ~. ~ αδυναμίας/αποτυχίας/ευθύνης/ήττας/χρεοκοπίας. ~-σοκ. Πβ. αναγνώριση.|| (ΝΟΜ.) Απλή/δικαστική/εξώδικη/προανακριτική/ρητή/σιωπηρή/σύνθετη ~. Ανάκληση/απόσπαση ~ας. Επέμεινε στην ~ του. Προέβη σε πλήρη ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ των αμαρτιών (= εξομολόγηση). 2. ΟΙΚΟΝ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομόλογο. 3. ΒΙΟΛ. ομοιότητες στα χαρακτηριστικά (π.χ. δομής, φυσιολογίας) διαφορετικών ειδών οργανισμών εξαιτίας κοινών προγόνων. Βλ. αναλογία. 4. ΓΕΩΜ. ταξινόμηση σχημάτων σύμφωνα με τοπολογικές ιδιότητες. ● ΣΥΜΠΛ.: ομολογία πίστεως & πίστης: ΕΚΚΛΗΣ. επίσημη δήλωση και αποδοχή της πίστης στο χριστιανικό δόγμα καθώς και κάθε συμμετοχή στα μυστήριά του: Βλ. Σύμβολο της Πίστεως, (το) Πιστεύω.|| Το βάπτισμα/η Θεία Κοινωνία ως ~ ~. ● ΦΡ.: κατά γενική/κοινή ομολογία & παραδοχή: όπως παραδέχονται όλοι: Κρίσιμη θεωρείται, ~ ~, η κατάσταση της οικονομίας. ~ ~, η εκδήλωση σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Πβ. αναμφισβήτητα. [< 1,3: αρχ. ὁμολογία, γαλλ. confession 2: γαλλ. obligation, αγγλ. bond 4: αγγλ. homology] | |
| 36371 | ομολογιακός | , ή, ό [ὁμολογιακός] ο-μο-λο-γι-α-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τα ομόλογα: ~ός: δείκτης. ~ή: αγορά. ~ό: (αμοιβαίο) κεφάλαιο/χαρτοφυλάκιο. ~οί: τίτλοι. ~ές: αποδόσεις/τιμές. ~ή έκδοση ύψους ... ευρώ. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην ομολογία πίστεως ή τους ομολογητές: ~ά: σχολεία. ~ή διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. ● ΣΥΜΠΛ.: ομολογιακό δάνειο βλ. δάνειο | |
| 36372 | ομολογιούχος | [ὁμολογιοῦχος] ο-μο-λο-γι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κάτοχος ομολόγων: Βλ. -ούχος1.|| (ως επίθ.) ~ος: δανειστής. | |
| 36373 | ομόλογο | βλ. ομόλογα | |
| 36374 | ομόλογος | , η, ο [ὁμόλογος] ο-μό-λο-γος επίθ.: ισοδύναμος, ανάλογος: ~οι: οργανισμοί. ~ες: επιτροπές/επιχειρήσεις/οργανώσεις. ~α: φαινόμενα. Πβ. αντίστοιχος.|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: πλευρές (: που βρίσκονται απέναντι από ίσες γωνίες).|| (ΒΙΟΛ.-ΒΙΟΧ.) ~ος: ανασυνδυασμός (: ανταλλαγή νουκλεοτιδικών αλληλουχιών μεταξύ δύο όμοιων ή παρόμοιων σειρών DNA). ~ες: πρωτεΐνες. ~α: χρωμοσώματα (: όμοια μορφολογικά και με αντίστοιχες γονιδιακές θέσεις). ~α: όργανα (: με κοινή προέλευση και δομή αλλά διαφορετικές λειτουργίες). Βλ. ομολογία. ΣΥΝ. σύστοιχος ● Ουσ.: ομόλογος (ο/η): αξιωματούχος που κατέχει αντίστοιχο αξίωμα ή έχει αντίστοιχες αρμοδιότητες με αξιωματούχο άλλης χώρας: Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών συναντήθηκε με τον Γάλλο ~ό του. [< αγγλ. counterpart] ● ΣΥΜΠΛ.: ομόλογη σειρά βλ. σειρά [< αρχ. ὁμόλογος, γαλλ.-αγγλ. homologue] | |
| 36375 | ομολογουμένως | [ὁμολογουμένως] ο-μο-λο-γου-μέ-νως επίρρ. (λόγ.): κατά γενική ομολογία: Ήταν, ~, ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. [< αρχ. ὁμολογουμένως] | |
| 36376 | ομολογώ | [ὁμολογῶ] ο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-εί ... | ομολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & (λαϊκό) μολογώ & μολογάω 1. αναγνωρίζω ότι διέπραξα αξιόποινη πράξη: ~ησε τη ληστεία/τον φόνο/τον χρηματισμό. ~ησε ότι την σκότωσε. Βλ. μαρτυρώ. 2. αποδέχομαι ότι κάτι ισχύει ή παραδέχομαι κάτι που αρνιόμουν (ακούσια ή εκούσια) ή για το οποίο είχα αμφιβολίες ή/και επιφυλάξεις: ~ ότι δυσκολεύτηκα/έκανα λάθη/εντυπωσιάστηκα. ~ πως δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο/καταλαβαίνω/με ενθουσιάζει η ιδέα/το ήξερα. Ζηλεύω/μου λείπει, το ~. ~ησε την άγνοιά/την αδυναμία/το πάθος της. Οφείλω να ~ήσω ότι δεν το περίμενα. Αρνείται/δεν τολμά να ~ήσει το σφάλμα της. Του ~ησε τα πάντα (πβ. αποκαλύπτω, φανερώνω).|| ~είται η/~ώντας την αλήθεια. Βλ. εξ~, συν~. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (εκ)δηλώνω δημόσια ή επίσημα την πίστη μου: (στο Σύμβολο της Πίστεως:) ~ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Βλ. -λογώ. ● Μτχ.: ομολογημένος , η, ο: που έχει ομολογηθεί: ~ος: στόχος. ~η: αποτυχία/πρόθεση/φιλοδοξία. ~ο: έγκλημα. ~ες: επιδιώξεις. ΑΝΤ. ανομολόγητος (1) [< αρχ. ὁμολογῶ] | |
| 16981 | ομολογώ | [ἐξομολογῶ] ε-ξο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξομολογ-εί, -ώντας | εξομολόγ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος. -ώντας} & (λαϊκό) ξομολογώ: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερέα) ακούω την εξομολόγηση πιστού, τελώντας το αντίστοιχο μυστήριο: Ο παπάς που με ~εί. (ελλειπτ.) Πνευματικοί που ~ούν στα σχολεία. Βλ. -λογώ. ● Παθ.: εξομολογούμαι & (λαϊκό) ξομολογούμαι 1. εκμυστηρεύομαι, φανερώνω, ομολογώ κάτι: ~ούνται τα μυστικά τους. Της ~ήθηκα τα αισθήματά μου. Πρέπει να σου ~ηθώ ότι/πως ... 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για χριστιανό) αποκαλύπτω τις αμαρτίες μου σε εξομολόγο, για να ζητήσω συγχώρεση: ~ηθήκαμε και κοινωνήσαμε. ● ΦΡ.: (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου βλ. αμαρτία [< μτγν. ἐξομολογῶ] | |
| 36377 | ομομήτριος | , α, ο [ὁμομήτριος] ο-μο-μή-τρι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει την ίδια μητέρα με κάποιον, αλλά διαφορετικό πατέρα: ~α: αδέλφια. Πβ. ετεροθαλής. Βλ. ομογάλακτος. ΣΥΝ. ομογάστριος ΑΝΤ. ομοπάτριος [< αρχ. ὁμομήτριος] | |
| 36378 | ομόνοια | [ὁμόνοια] ο-μό-νοι-α ουσ. (θηλ.): ταύτιση απόψεων ή/και συναισθημάτων που οδηγεί στην αρμονική συνύπαρξη προσώπων ή ομάδων: ~ μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Κλίμα ~ας και συνεργασίας. Πβ. ομοψυχία, σύμπνοια. ΑΝΤ. διχόνοια ● ΦΡ.: η ομόνοια χτίζει σπίτια κι η διχόνοια τα γκρεμίζει (παροιμ.): για να δηλωθούν οι ευεργετικές συνέπειες της ομόνοιας και οι καταστροφικές της διχόνοιας. [< αρχ. ὁμόνοια] | |
| 36379 | ομονοώ | [ὁμονοῶ] ο-μο-νο-ώ ρ. (αμτβ.) {ομονοείς ... | ομονό-ησε} (λόγ.): συμφωνώ· συνυπάρχω αρμονικά ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Η αντιπολίτευση ~εί στην ψήφιση του νόμου. Πβ. ομογνωμώ.|| Οι αντίπαλοι ~ησαν και αποφάσισαν να δράσουν από κοινού. Πβ. μονοιάζω. [< αρχ. ὁμονοῶ] | |
| 36380 | ομοούσιος | , α/ος, ο [ὁμοούσιος] ο-μο-ού-σι-ος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. (για την Αγία Τριάδα) που ταυτίζεται η ουσία των προσώπων της: Ο Υιός είναι ~ με τον Πατέρα.|| (ως ουσ.) Το ~ο και αδιαίρετο της Αγίας Τριάδας. 2. όμοιος με κάποιον ή κάτι άλλο ως προς την ουσία: ~ες: έννοιες (πβ. συγγενικός). [< μτγν. ὁμοούσιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ