| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36381 | ομοουσιότητα | [ὁμοουσιότητα] ο-μο-ου-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ιδιότητα του ομοούσιου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ὁμοουσιότητα] | |
| 36382 | ομοπάτριος | , α, ο [ὁμοπάτριος] ο-μο-πά-τρι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει τον ίδιο πατέρα με κάποιον, αλλά διαφορετική μητέρα: ~α: αδέλφια. Πβ. ετεροθαλής. ΑΝΤ. ομομήτριος [< αρχ. ὁμοπάτριος] | |
| 36383 | όμορος | , η, ο [ὅμορος] ό-μο-ρος επίθ. (επίσ.): που συνορεύει με κάποιον ή κάτι άλλο· γειτονικός: ~οι: δήμοι/νομοί. ~ες: ιδιοκτησίες/περιοχές/περιφέρειες. ~α: ακίνητα/εδάφη/κράτη/κτίρια/οικόπεδα. Χώρα ~η με/προς τη δική μας/της δικής μας. Βλ. παρα-, προσ-κείμενος.|| (συνεκδ.) ~οι: ιδιοκτήτες/λαοί.|| (μτφ., συγγενικός:) ~οι: (πολιτικοί) χώροι. ~ες: αγορές/επιστήμες/επιχειρήσεις. ~α: κόμματα. [< αρχ. ὅμορος] | |
| 36384 | ομόρριζος | , η, ο [ὁμόρριζος] ο-μόρ-ρι-ζος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που έχει την ίδια ρίζα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~α: επίθετα/ουσιαστικά/ρήματα. ● Ουσ.: ομόρριζα (τα): ομόρριζες λέξεις. | |
| 36385 | ομόρροπος | , η, ο [ὁμόρροπος] ο-μόρ-ρο-πος επίθ. 1. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. που έχει την ίδια διεύθυνση και φορά με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: δυνάμεις. ~α: διανύσματα. ΑΝΤ. αντίρροπος (2) 2. (μτφ.) που έχει κοινή στάση, κατεύθυνση, πορεία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: πολιτικές δυνάμεις. [< μτγν. ὁμόρροπος ‘που έχει την ίδια αξία’] | |
| 36386 | ομόρρυθμος | , η/ος, ο [ὁμόρρυθμος] ο-μόρ-ρυθ-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομόρρυθμη εταιρεία & (λόγ.) ομόρρυθμος εταιρεία (ακρ. ΟΕ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. της οποίας όλοι οι εταίροι είναι αλληλέγγυα υπεύθυνοι με ολόκληρη την περιουσία τους για τις υποχρεώσεις της. Βλ. ετερόρρυθμη εταιρεία. [< γαλλ. société en nom collectif] [< αρχ. ὁμόρρυθμος 'της ίδιας μορφής'] | |
| 36387 | ομορφ- | βλ. ομορφο- | |
| 36388 | όμορφα | [ὂμορφα] ό-μορ-φα επίρρ. 1. ωραία ή ευχάριστα: ~ διακοσμημένος χώρος.|| Περάσαμε ~ στις διακοπές. 2. όπως αρμόζει: Να μιλάς πιο ~ (: ευγενικά, κόσμια)! [< μεσν. όμορφα] | |
| 36389 | ομορφάδα | [ὀμορφάδα] ο-μορ-φά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ομορφιά. Βλ. -άδα. [< μεσν. ομορφάδα] | |
| 36390 | ομορφαίνω | [ὀμορφαίνω] ο-μορ-φαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ομόρφυνε, ομορφαίν-οντας} ΑΝΤ. ασχημαίνω 1. κάνω κάποιον ή κάτι όμορφο: Καλλυντικά που ~ουν το δέρμα. Το γέλιο ~ει τη ζωή μας. Πβ. εξωραΐζω, καλλωπίζω. 2. γίνομαι όμορφος: Όσο μεγαλώνει, τόσο ~ει. Την άνοιξη η φύση ~ει. [< μεσν. ομορφαίνω] | |
| 36391 | ομορφάνθρωπος | [ὀμορφάνθρωπος] ο-μορ-φάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (οικ.-επιτατ.): ομορφάντρας. Βλ. -άνθρωπος. | |
| 36392 | ομορφάντρας | [ὀμορφάντρας] ο-μορ-φά-ντρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ωραίος άντρας. ΑΝΤ. ασχημάντρας | |
| 36393 | ομορφιά | [ὀμορφιά] ο-μορ-φιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) εμορφιά, ομορφάδα: η ιδιότητα του όμορφου: αγγελική/ανεξάντλητη/αξεπέραστη/απίστευτη/απόλυτη/ασύγκριτη/διακριτική/θεϊκή/θεσπέσια/εκθαμβωτική/εκρηκτική/εντυπωσιακή/εξαιρετική/εξωτική/κλασική/λιτή/μαγευτική/μαγική/μοναδική/μυστηριακή/μυστηριώδης/ξεχωριστή/παρθενική/τεχνητή/υπνωτιστική ~. Ανδρική/γυναικεία/εξωτερική/εσωτερική/πνευματική/σωματική/ψυχική ~. Ασύλληπτης ~ιάς. Υγεία και ~. Η απαράμιλλη ~ και συμμετρία της φύσης. Η ~ του ποδοσφαίρου. Διαγωνισμός (= καλλιστεία)/είδη/κούρα/μάσκα/μυστικά/προϊόντα/πρότυπα/συμβουλές ~ιάς. Βιομηχανία της ~ιάς. || (στον πληθ., κυρ. για τόπο:) Νησί γεμάτο φυσικές ~ιές. Οι κρυφές ~ιές του ωκεανού.|| (προφ.-για πρόσ.) Τι ~ιές είναι αυτές; ΣΥΝ. καλλονή (2), κάλλος, ωραιότητα ΑΝΤ. ασχήμια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άγρια ομορφιά: που δεν έχει αλλοιωθεί από ανθρώπινες παρεμβάσεις: Η ~ ~ του ορεινού τοπίου., ινστιτούτο ομορφιάς & (σπάν.-παλαιότ.) καλλονής: κέντρο περιποίησης και φροντίδας προσώπου και σώματος, συνήθ. για γυναίκες: ~α ~ και αισθητικής. Πβ. σαλόνι ομορφιάς. ● ΦΡ.: κάποιος είναι στις ομορφιές του: είναι ιδιαίτερα όμορφος ή ευπαρουσίαστος, συνήθ. μια συγκεκριμένη ημέρα: (επιτατ.) Στις ~ σου είσαι σήμερα. [< μεσν. ομορφιά < αρχ. εὐμορφία] | |
| 36394 | ομορφο- & ομορφό- | & ομορφ-: το επίθετο όμορφος ως α΄ συνθετικό λέξεων: ομορφο-γυναίκα. Ομορφό-παιδο. Ομορφ-άντρας (ΑΝΤ. ασχημο-). Βλ. λεβεντο-. | |
| 36395 | ομορφοκόριτσο | [ὀμορφοκόριτσο] ο-μορ-φο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ωραία κοπέλα. | |
| 36396 | ομορφονιός, ομορφονιά | [ὀμορφονιός] ο-μορ-φο-νιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & μορφονιός, μορφονιά 1. (ειρων.) πρόσωπο που φροντίζει και θαυμάζει την εξωτερική του εμφάνιση και συνήθ. την επιδεικνύει: ο ~ της τάξης. Πβ. κομψευόμενος. Βλ. δανδής, ωραιοπαθής. 2. (παλαιότ.) όμορφος, όμορφη. | |
| 36397 | ομορφόπαιδο | [ὀμορφόπαιδο] ο-μορ-φό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) μορφόπαιδο: ωραίος νέος άνδρας. Βλ. -παιδο. | |
| 36398 | όμορφος | , η, ο [ὂμορφος] ό-μορ-φος επίθ. & (λαϊκό-λογοτ.) έμορφος 1. για κάποιον ή κάτι που προκαλεί τον θαυμασμό λόγω των εξωτερικών του γνωρισμάτων, της εμφάνισής του: ~ος: άντρας/νέος. ~η: γυναίκα/παρουσία. ~ο: αγόρι/κορίτσι/μωρό/παιδί. (ειδικότ.) ~ο: πρόσωπο/σώμα/χαμόγελο. ~α: μάτια. (ως ουσ.) Η ~η της παρέας.|| ~ος: ουρανός/τόπος/χώρος. ~η: θέα/παραλία. ~ο: ηλιοβασίλεμα/τοπίο. ~α: ρούχα/χρώματα. Βλ. πανέ-, πεντά-μορφος. ΣΥΝ. εύμορφος, ωραίος ΑΝΤ. άσχημος (1) 2. που προκαλεί αισθήματα ευχαρίστησης, συγκίνησης, που ικανοποιεί: ~η: βραδιά/εμπειρία/ζωή/ιστορία. ~ο: ποίημα/τραγούδι. ~ες: αναμνήσεις/ευχές/στιγμές. ~α: λόγια/νέα (: καλά)/χρόνια. Η ~ότερη μέρα της ζωής μου. Είναι (τόσο) ~ο (πράγμα) να βλέπεις τους ανθρώπους ευτυχισμένους. ● Υποκ.: ομορφούλης , α, ικο ● ΦΡ.: άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, όμορφος κόσμος (ηθικός), αγγελικά πλασμένος βλ. κόσμος [< μεσν. όμορφος < αρχ. εὔμορφος – παλαιότ. ορθογρ. ώμμορφος] | |
| 36399 | ομόσημος | , η, ο [ὁμόσημος] ο-μό-ση-μος επίθ.: ΜΑΘ. που φέρει το ίδιο πρόσημο: ~οι: αριθμοί.|| (ΦΥΣ.) ~α: φορτία. Βλ. -σημος. ΑΝΤ. ετερόσημος [< μτγν. ὁμόσημος ‘που έχει την ίδια σημασία’] | |
| 36400 | ομοσπονδία | [ὁμόσπονδία] ο-μο-σπον-δί-α ουσ. (θηλ.) {ομοσπονδιών} (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) 1. ένωση συνδέσμων, συνεταιρισμών, συλλόγων, σωματείων και άλλων ομάδων με κοινούς στόχους και υπό ενιαία διοίκηση: αθλητική/αναγνωρισμένη/διεθνής/εθνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια/πανελλήνια ~. ~ γονέων/καταναλωτών. Ελληνική Ποδοσφαιρική ~ (ακρ. ΕΠΟ). Κυνηγετική ~ Ελλάδας. Βλ. λίγκα. 2. δευτεροβάθμια επαγγελματική οργάνωση στην οποία υπάγονται διάφορα σωματεία του ίδιου κλάδου, η οποία αντιπροσωπεύει, προωθεί και διασφαλίζει τα κοινά τους συμφέροντα: κλαδική/τοπική ~. ~ επαγγελματιών/εργαζομένων. Διδασκαλική ~ Ελλάδος (ΔΟΕ). ~ Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ). ~ Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ). ~ Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ). Βλ. συνδικαλισμός, συνδικάτο. 3. ΠΟΛΙΤ. ένωση κρατών που συνιστούν ενιαίο κράτος με κοινό σύνταγμα, κοινά όργανα και κεντρική διοίκηση, διατηρώντας το καθένα τον έλεγχο των εσωτερικών υποθέσεών του: ελβετική/ρωσική ~. Βλ. κοινοπολιτεία, κρατίδιο, συν~. [< γαλλ. fédération] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ