| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36401 | ομοσπονδιακός | , ή, ό [ὁμοσπονδιακός] ο-μο-σπον-δι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ομοσπονδιακό κράτος ή με ομοσπονδία κρατών: (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/(πρωθ)υπουργός.|| ~ή: Αρχή/αστυνομία/δομή/κυβέρνηση/νομοθεσία/πρωτεύουσα/τράπεζα. ~ό: διαμέρισμα/κοινοβούλιο/σύνταγμα. ~ά: κονδύλια/κρατίδια/όργανα. Βλ. συν~.|| (ειδικότ.) ~ό Γραφείο Ερευνών (= FBI) των ΗΠΑ. Πβ. φεντεραλιστικός. 2. που αναφέρεται σε ομοσπονδία συνδέσμων, συνεταιρισμών, συλλόγων, σωματείων: (για πρόσ.) ~ός: θηροφύλακας.|| ~ές: εγκαταστάσεις. ● επίρρ.: ομοσπονδιακά ● ΣΥΜΠΛ.: ομοσπονδιακό κράτος: ΠΟΛΙΤ. κυρίαρχο κράτος που συγκροτείται από άλλα ομόσπονδα και έχει κεντρική εξουσία. Βλ. κοινοπολιτεία, φεντεραλισμός., ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός: προπονητής της Εθνικής Ομάδας: ~ ~ ποδοσφαίρου/στίβου.|| Περιφερειακός ~ ~ (: υπεύθυνος για την ανάπτυξη ενός αθλήματος σε περιφέρεια της χώρας)., ομοσπονδιακή δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< γαλλ. fédéral] | |
| 36402 | ομοσπονδιοποίηση | [ὁμοσπονδιοποίηση] ο-μο-σπον-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία ομοσπονδίας ή οργάνωση σε ομοσπονδίες. Βλ. -ποίηση, φεντεραλισμός. [< γαλλ. fédéralisation] | |
| 36403 | ομόσπονδος | , η, ο [ὁμόσπονδος] ο-μό-σπον-δος επίθ.: που ανήκει σε ομοσπονδία: ~η: δημοκρατία/κυβέρνηση/πολιτεία/χώρα. ~ο: κρατίδιο/κράτος. [< αρχ. ὁμόσπονδος, γαλλ. fédéré, fédéral] | |
| 36404 | ομόσταυλος | [ὁμόσταυλος] ο-μό-σταυ-λος ουσ. (αρσ.) {θηλ. ομόσταυλη} & ομόσταβλος (μτφ.): (κυρ. στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) αυτός που ανήκει στην ίδια εργοστασιακή ομάδα με κάποιον άλλο: Υπήρξε ~ός του για έξι συναπτά έτη.|| (κατ' επέκτ.-ως επίθ.) ~α: μοντέλα (του γκρουπ). | |
| 36405 | ομοταγής | , ής, ές [ὁμοταγής] ο-μο-τα-γής επίθ. {ομοταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.): που υπάγεται στην ίδια κατηγορία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: ιδρύματα/πανεπιστήμια. Σχολές του εξωτερικού ισότιμες και ~είς με/προς τις αντίστοιχες ελληνικές. [< μτγν. ὁμοταγής] | |
| 36406 | ομοταξία | [ὁμοταξία] ο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. βαθμίδα ταξινόμησης στην οποία κατατάσσονται ζώα και φυτά με κοινά χαρακτηριστικά· βρίσκεται πάνω από την τάξη και κάτω από τη συνομοταξία: ~ των αρθρόποδων. Ο αστακός ανήκει στην ~ των μαλακόστρακων. Βλ. υπερ~, υφ~. ΣΥΝ. κλάση2 (4) 2. (γενικότ.) κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται πρόσωπα ή στοιχεία με κοινά γνωρίσματα: ~ γλωσσών.|| (αρνητ. συνυποδ.) Δεν συναναστρέφομαι ανθρώπους της ~ας σου. [< γαλλ. classe, πβ. αγγλ. homotaxis] | |
| 36407 | ομότεχνος | , η, ο [ὁμότεχνος] ο-μό-τε-χνος επίθ.: που ασκεί την ίδια τέχνη, το ίδιο επάγγελμα με κάποιον άλλο: Ξεχωρίζει από τους ~ούς του συγγραφείς. [< αρχ. ὁμότεχνος] | |
| 36408 | ομοτικός | , ή, ό [ὀμοτικός] ο-μο-τι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ομοτικά μόρια (παλαιότ.): ΓΡΑΜΜ. για να δηλωθεί όρκος (κυρ. με το "μα"): Μα την πίστη μου, δεν μου 'χει ξανασυμβεί. [< μτγν. ὀμοτικός] | |
| 36409 | ομοτιμία | [ὁμοτιμία] ο-μο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ισότητα, ισοδυναμία: η ~ των δύο φύλων. 2. ΦΥΣ. χωρική συμμετρία σωματιδίων: διατήρηση της ~ας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ισοτιμία. [< μτγν. ὁμοτιμία, αγγλ. parity] | |
| 36410 | ομότιμος | , η, ο [ὁμότιμος] ο-μό-τι-μος επίθ. 1. που απολαμβάνει τις ίδιες τιμές με κάποιον άλλο: ~ος: διευθυντής/ερευνητής/πρόεδρος. ~ο: μέλος. ~ες: ομάδες. Βλ. επίτιμος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αξιολόγηση. ~α: καθήκοντα. Πβ. ισότιμος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για είδος δικτύωσης στο οποίο κάθε υπολογιστής λειτουργεί ταυτόχρονα ως τερματικός και ως σέρβερ: ~η: αρχιτεκτονική. ~ο: δίκτυο (: το οποίο επιτρέπει στις συσκευές που είναι συνδεδεμένες με αυτό να μοιράζονται τους πόρους του ισοδύναμα). ~οι: κόμβοι. ~α: συστήματα. Βλ. διαμοιρασμός. ● επίρρ.: ομότιμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ομότιμος καθηγητής: τίτλος που απονέμεται τιμητικά με απόφαση της Συγκλήτου σε καθηγητή πανεπιστημίου πρώτης βαθμίδας μετά τη συνταξιοδότησή του. [< αρχ. ὁμότιμος, γερμ. Emeritus 2: αγγλ. peer-to-peer, 1963] | |
| 36411 | ομότιτλος | , η, ο [ὁμότιτλος] ο-μό-τιτ-λος επίθ.: που έχει τον ίδιο τίτλο με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ~ο βιβλίο. Από το άλμπουμ ξεχώρισε το ~ο τραγούδι. Βλ. ομώνυμος. | |
| 36412 | ομοτράπεζος | , η, ο [ὁμοτράπεζος] ο-μο-τρά-πε-ζος επίθ. (λόγ.) 1. συνδαιτυμόνας: (κυριολ. & μτφ) ~ σε πάνελ. 2. (μειωτ.) για άτομο που συναναστρέφεται με ισχυρούς παράγοντες, αποβλέποντας σε προσωπικό του όφελος. [< αρχ. ὁμοτράπεζος] | |
| 36413 | ομότροπος | , η, ο [ὁμότροπος] ο-μό-τρο-πος επίθ. (λόγ.): που γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο: ~α ήθη και έθιμα.|| (ως ουσ.) Το ~ο και το ομόγλωσσο. [< αρχ. ὁμότροπος ‘που έχει τις ίδιες συνήθειες, ζει με τον ίδιο τρόπο’] | |
| 36414 | ομότυπος | , η, ο [ὁμότυπος] ο-μό-τυ-πος επίθ. (σπάν.-επίσ.): ομοειδής. Βλ. -τυπος1. [< μτγν. ὁμότυπος] | |
| 36415 | ομού | [ὁμοῦ] ο-μού επίρρ. (αρχαιοπρ.): μαζί. Πβ. από κοινού. [< αρχ. ὁμοῦ] | |
| 36416 | ομοφοβία | [ὁμοφοβία] ο-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) & ομοφυλοφοβία: παράλογος φόβος για την ομοφυλοφιλία και κατ' επέκτ. προκαταλήψεις, εχθρικές στάσεις και συμπεριφορές εναντίον των ομοφυλοφίλων: διαπροσωπική/εσωτερικευμένη/θεσμική ~. Βλ. τρανσφοβία, -φοβία. [< αγγλ. homophobia, 1964, γαλλ. homophobie, 1977] | |
| 36417 | ομοφοβικός | , ή, ό [ὁμοφοβικός] ο-μο-φο-βι-κός επίθ. & (σπάν.) ομοφυλοφοβικός: που φοβάται υπερβολικά, κατακρίνει έντονα ή απορρίπτει τους ομοφυλόφιλους: ~ή: βία/επίθεση/ρητορική/συμπεριφορά. ~ό: ντελίριο. ~ές: αντιδράσεις/δηλώσεις. ~ά: συνθήματα/σχόλια. Βλ. τρανσφοβικός. [< αγγλ. homophobic, 1971, γαλλ. homophobe, 1979] | |
| 36418 | ομοφρονώ | [ὁμοφρονῶ] ο-μο-φρο-νώ ρ. (αμτβ.) {ομοφρονείς ...} (σπάν.-λόγ.): ομογνωμώ, συμφωνώ. [< αρχ. ὁμοφρονῶ] | |
| 36419 | ομοφροσύνη | [ὁμοφροσύνη] ο-μο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ομόφρονα: εθνική ~. Πνεύμα συνδιαλλαγής και ~ης. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. ομογνωμία, ομοφωνία (1) [< μτγν. ὁμοφροσύνη] | |
| 36420 | ομόφρων | , ων, ον [ὁμόφρων] ο-μό-φρων επίθ. (λόγ.) & ομόφρονας: που έχει τις ίδιες απόψεις, το ίδιο φρόνημα με κάποιον άλλο: ~ονες: συνάδελφοι.|| (ως ουσ.) Ιδεολογικοί/πολιτικοί ~ονες. Βλ. -φρων. ΣΥΝ. ομόγνωμος ● επίρρ.: ομοφρόνως [< αρχ. ὁμόφρων] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ