Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37080-37100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36421ομοφυλία[ὁμοφυλία] ο-μο-φυ-λί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.) 1. σύνολο συγγενών φυλών ή γλωσσών: ~ των εθνών.|| Ινδοευρωπαϊκή ~. Βλ. ομογλωσσία, ομοεθνία. 2. (καταχρ.) ομοφυλοφιλία. [< 1: μτγν. ὁμοφυλία ‘ταυτότητα ως προς τη φυλή’, γερμ. Homophylie, αγγλ. homophyly 2: γαλλ. homophilie, περ. 1970, γερμ. Homophilie]
36422ομόφυλος, η, ο [ὁμόφυλος] ο-μό-φυ-λος επίθ. ΑΝΤ. ετερόφυλος 1. που ανήκει στο ίδιο φύλο με κάποιον άλλο: Ταύτιση του παιδιού με τον ~ο γονέα.|| (καταχρ. ομοφυλόφιλος:) ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Σχέση μεταξύ ομοφύλων. 2. που ανήκει στην ίδια φυλή ή έθνος: ~ες: (κοινωνικές) ομάδες.|| (ως ουσ.) Κοινότητα ομοφύλων. ΣΥΝ. ομογενής (1), ομοεθνής ΑΝΤ. αλλόφυλος [< αρχ. ὁμόφυλος 1: αγγλ. homophile, 1945, γαλλ. ~, περ. 1970,]
36423ομοφυλοφιλία[ὁμοφυλοφιλία] ο-μο-φυ-λο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): σεξουαλικός προσανατολισμός ή σεξουαλική συμπεριφορά προσώπου που έλκεται από, έρχεται σε επαφή ή/και συνάπτει σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου: ανδρική/γυναικεία ~. Πβ. Βλ. αμφιφυλο-, ετεροφυλο-φιλία. [< γερμ. Homosexualität, γαλλ. homosexualité, αγγλ. homosexuality]
36424ομοφυλοφιλικός, ή, ό [ὁμοφυλοφιλικός] ο-μο-φυ-λο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ομοφυλοφιλία: ~ός: γάμος/έρωτας/προσανατολισμός. ~ή: κοινότητα/προτίμηση/συμπεριφορά/σχέση. ~ό: ζευγάρι/κίνημα. ~ές οργανώσεις. Βλ. ετεροφυλοφιλικός. ΣΥΝ. γκέι (2) ● επίρρ.: ομοφυλοφιλικά [< γαλλ. homosexuel, αγγλ. homosexual]
36425ομοφυλόφιλος, η, ο [ὁμοφυλόφιλος] ο-μο-φυ-λό-φι-λος επίθ./ουσ. 1. που έλκεται ερωτικά από, έρχεται σε επαφή ή/και συνάπτει σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου: ενεργητικός/(ενεργο)παθητικός ~.|| ~ος: άνδρας. ~η: γυναίκα (= λεσβία). Βλ. αμφιφυλό-, ετεροφυλό-φιλος. ΣΥΝ. γκέι (1) 2. ομοφυλοφιλικός. [< γαλλ. homosexuel, αγγλ. homosexual]
36426ομοφωνία[ὁμοφωνία] ο-μο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) απόλυτη συμφωνία, ταύτιση απόψεων: διεθνής/εθνική/επιστημονική/ευρεία/κοινωνική/πολιτική ~. Οι αποφάσεις του Οργανισμού λαμβάνονται με ~. Υπάρχει ~ μεταξύ των ειδικών. Με πλήρη ~ ψηφίστηκε από το δημοτικό συμβούλιο ... Για την υιοθέτηση του κειμένου απαιτείται ~. Κατέληξαν σε ~ μέσα από τον διάλογο. Επίτευξη ~ας και συναίνεσης. Πβ. ομο-γνωμία, -θυμία. Βλ. ομοψυχία. ΣΥΝ. ομοφροσύνη, σύμπνοια ΑΝΤ. αντιγνωμία, διάσταση (4), διαφωνία (1), διχογνωμία 2. ΜΟΥΣ. σύνθεση που έχει μία μόνο μελωδική γραμμή και ακομπανιαμέντο. Πβ. μονοφωνία. Βλ. αντι-, δι-, πολυ-, ταυτο-φωνία. 3. ΓΛΩΣΣ. η σχέση μεταξύ δύο λέξεων με την ίδια προφορά και διαφορετική σημασία. Πβ. ομωνυμία. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της ομοφωνίας: σύμφωνα με την οποία λαμβάνεται μία απόφαση από όλα ανεξαιρέτως τα μέλη ενός συλλογικού οργάνου και όχι σύμφωνα με την πλειοψηφία: η ~ ~ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. [< αρχ. ὁμοφωνία, γαλλ. homophonie, αγγλ. homophony]
36427ομόφωνος, η, ο [ὁμόφωνος] ο-μό-φω-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ομοφωνία: ~η: αντίδραση/απάντηση/αποδοχή/απόρριψη/άποψη/γνώμη/έγκριση/εισήγηση/εκλογή/θέση/καταδίκη/πρόταση/στήριξη (της παράταξης)/συμφωνία/ψήφιση. ~ο: αίτημα/ναι/όχι/πόρισμα/συμπέρασμα. Πβ. ομόθυμος.|| (ως ουσ.) Το ~ο της απόφασης. Βλ. -φωνος. || ~ες: λέξεις (: που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο). Πβ. ομώνυμος. ● επίρρ.: ομόφωνα & (λόγ.) ομοφώνως: ΣΥΝ. παμψηφεί [< αρχ. ὁμόφωνος, γαλλ.-αγγλ. homophone]
36428ομοφωνώ[ὁμοφωνῶ] ο-μο-φω-νώ ρ. (αμτβ.) {ομοφωνείς ... | ομοφών-ησε} (σπάν.-επίσ.): ταυτίζομαι με τις απόψεις κάποιου άλλου, συμφωνώ: Οι ειδικοί στο θέμα ~ούν. ~ησαν στην ψήφιση του νομοσχεδίου. [< αρχ. ὁμοφωνῶ]
36429ομοχειρία[ὁμοχειρία] ο-μο-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. (στο Πολεμικό Ναυτικό) το σύνολο των ανδρών (χαμηλόβαθμοι υπαξιωματικοί) που χειρίζονται πυροβόλο όπλο ή το σύνολο των ανδρών (χαμηλόβαθμοι υπαξιωματικοί ή ναύτες) που έχουν αναλάβει να εκτελέσουν μία εργασία (π.χ. τον καθαρισμό ενός χώρου): ~ θωρηκτού. 2. ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική λειτουργίας του επεξεργαστή κατά την οποία, σε μια ακολουθία εντολών, ξεκινά η εκτέλεση μιας εντολής πριν την ολοκλήρωση της προηγούμενης. [< 2: αγγλ. pipelining, 1965]
36430ομόχρονος, η, ο [ὁμόχρονος] ο-μό-χρο-νος επίθ. (σπάν.-επίσ.): σύγχρονος, ταυτόχρονος. Βλ. -χρονος. ● επίρρ.: ομόχρονα [< μτγν. ὁμόχρονος]
36431ομόχρωμος, η, ο [ὁμόχρωμος] ο-μό-χρω-μος επίθ. (λόγ.): ομοιόχρωμος: Σκούρο μπλε κοστούμι και ~η γραβάτα. (σε χαρτοπαίγνια:) ~α: φύλλα. Βλ. -χρωμος. [< μτγν. ὁμόχρωμος, αγγλ. homochromic, homochromous]
36432ομοχώριος, α, ο [ὁμοχώριος] ο-μο-χώ-ρι-ος επίθ./ουσ. (σπάν.-επίσ.): συγχωριανός, συντοπίτης. [< πβ. μτγν. ὁμόχωρος]
36433ομοψηφία[ὁμοψηφία] ο-μο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): ομόφωνο αποτέλεσμα ψηφοφορίας: Η απόφαση εγκρίθηκε/λήφθηκε/ψηφίστηκε με (απόλυτη) ~. Πβ. παμψηφία.
36434ομοψυχία[ὁμοψυχία] ο-μο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): η ταύτιση των μελών μιας ομάδας ως προς την ψυχική διάθεση, τον τρόπο σκέψης και δράσης: εθνική/πολιτική ~. Ενότητα, ~ και συναίνεση. Κλίμα/μήνυμα/πνεύμα ~ας. Πβ. ομόνοια, ομοφωνία, σύμπνοια. ΣΥΝ. ομοθυμία [< μτγν. ὁμοψυχία]
36435ομόψυχος, η, ο [ὁμόψυχος] ο-μό-ψυ-χος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ομοψυχία: ~η: προσπάθεια/στήριξη/συμπαράσταση. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. ομόθυμος ● επίρρ.: ομόψυχα & (σπάν.-λόγ.) ομοψύχως [< μτγν. ὁμόψυχος]
36436όμποε[ὄμποε] ό-μπο-ε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο με στενή κωνική διάτρηση και διπλό καλαμένιο γλωσσίδι: κοντσέρτο για ~ και φαγκότο. ΣΥΝ. οξύαυλος [< ιταλ. oboe]
36437όμπρα[ὂμπρα] ό-μπρα ουσ. (θηλ.): φυσική χρωστική ουσία που περιέχει οξείδια του σιδήρου και του μαγγανίου: ψημένη/ωμή ~. Καφέ/πράσινη ~. Βλ. σιένα, ώχρα. [< γαλλ. (terre d') ombre]
36438ομπρέλα[ὀμπρέλα] ο-μπρέ-λα ουσ. (θηλ.) {ομπρελών} 1. φορητό, πτυσσόμενο αντικείμενο με λαβή που αποτελείται από μακρύ άξονα στην άκρη του οποίου στερεώνονται ακτίνες που σχηματίζουν θόλο και στηρίζουν αδιάβροχο ύφασμα για προστασία από τη βροχή και σπανιότ. τον ήλιο: αυτόματη/μίνι/σπαστή ~. ~ τσέπης/χειρός. Ανοίγω/κλείνω την ~. Πβ. αλεξήλιο, αλεξιβρόχιο, παρασόλι.|| (σε μεγαλύτερο μέγεθος, κυρ. σε παραλίες και εξωτερικούς χώρους:) Ξύλινη/ψάθινη ~ θαλάσσης. ~ αλουμινίου με μανιβέλα. ~ με βάση στήριξης. ~ κήπου/σκίασης. Τέντα-~. Στήνω την ~. Οργανωμένες παραλίες με ~ες και ξαπλώστρες. Επαγγελματικές/τηλεσκοπικές ~ες. 2. (κατ' επέκτ.) καθετί που έχει σχήμα ή μορφή ομπρέλας: άγκυρα ~. ~ θέρμανσης. 3. (μτφ.) οποιοδήποτε μέσο ή πλαίσιο παρέχει προστασία, περιλαμβάνει ή καλύπτει έναν αριθμό επιμέρους ή ευρείας γκάμας πραγμάτων ή εννοιών: επικοινωνιακή/θεσμική/νομική ~. Όρος-~. Υπό την ~ του ΟΗΕ.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αμυντική/αντιαεροπορική/αντιπυραυλική/αντιτρομοκρατική ~. Πβ. ασπίδα. 4. ΙΑΤΡ. μικροσυσκευή που εφαρμόζεται σε καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις για τον αρτηριακό πόρο και τη μεσοκολπική επικοινωνία: διπλή ~. Βλ. αγγειοπλαστική, μπαλονάκι, στεντ. ● Υποκ.: ομπρελίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική ομπρέλα: ΣΤΡΑΤ. η προστασία που προσφέρει σε άλλες, συνήθ. συμμαχικές, χώρες μια υπερδύναμη ή ένα σύνολο κρατών που κατέχει πυρηνικά όπλα. [< αγγλ. nuclear umbrella, 1960] ● ΦΡ.: καθένας με την τρέλα του (κι αυτός με την ομπρέλα του) βλ. τρέλα [< ιταλ. ombrella]
36439ομπρελάδικο[ὀμπρελάδικο] ο-μπρε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-κυρ. παλαιότ.): κατάστημα κατασκευής, επισκευής ή/και πώλησης ομπρελών. Βλ. -άδικο.
36440ομπρελάς[ὀμπρελᾶς] ο-μπρε-λάς ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.) πρόσωπο που ενοικιάζει ομπρέλες και ξαπλώστρες σε οργανωμένη συνήθ. παραλία. Βλ. -άς. 2. (προφ.-παλαιότ.) κατασκευαστής, επιδιορθωτής ή/και πωλητής ομπρελών.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.