Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37100-37120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36441ομπρελίνο[ὀμπρελίνο] ο-μπρε-λί-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρή γυναικεία ομπρέλα για τον ήλιο. ΣΥΝ. παρασόλι [< ιταλ. ombrellino]
36442ομπρελοθήκη[ὀμπρελοθήκη] ο-μπρε-λο-θή-κη ουσ. (θηλ.): μικρό έπιπλο για τοποθέτηση ομπρελών. Βλ. -θήκη.
36443ομπρόςβλ. εμπρός
36444ομφαλικός, ή, ό [ὀμφαλικός] ομ-φα-λι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον ομφαλό: ~ός: δακτύλιος (: η οπή στο πρόσθιο τμήμα της κοιλιακής χώρας· ομφαλός). ~ή: φλέβα/χώρα. ~ό: αίμα. ~ές: αρτηρίες. ~ά: αγγεία/μοσχεύματα (= βλαστοκύτταρα). 2. (μτφ.) κεντρικός, κομβικός: ~ή: θέση (λιμανιού). [< μτγν. ὀμφαλικός]
36445ομφάλιος, α, ο [ὀμφάλιος] ομ-φά-λι-ος επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον ομφαλό ή τον ομφάλιο λώρο: ~α: φλέβα. ~ο: αίμα. 2. (μτφ.-λόγ.) που δηλώνει σχέση εξάρτησης: ~ος: δεσμός. ~α: σχέση. ● ΣΥΜΠΛ.: ομφάλιος λώρος 1. ΑΝΑΤ. αγγειακό στέλεχος που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα, μεταφέρει την τροφή στο έμβρυο και απομακρύνει τα απεκκρίματα: κύτταρα του ~ου ~ου (πβ. βλαστοκύτταρα). 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί σχέση εξάρτησης: ο ~ ~ μεταξύ κομματικών μηχανισμών και κράτους. [< γαλλ. cordon ombilical] ● ΦΡ.: κόβω τον ομφάλιο λώρο βλ. κόβω [< μτγν. ὀμφάλιος 'κυρτός']
36446ομφαλοκήλη[ὀμφαλοκήλη] ομ-φα-λο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη της περιοχής του ομφαλού: Η ~ στη βρεφική ηλικία. Βλ. -κήλη. [< γαλλ. omphalocèle , αγγλ. omphalocele]
36447ομφαλός[ὀμφαλός] ομ-φα-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. οπή στην κοιλιά του εμβρύου για τη δίοδο των ομφαλικών αγγείων και (συχνότ.-συνεκδ.) η ουλή που σχηματίζεται από την αποκοπή του ομφάλιου λώρου μετά τη γέννηση: η περιοχή του ~ού. ΣΥΝ. αφαλός (1) 2. (μτφ.) κεντρικό σημείο, κόμβος: ~ (ΑΡΧΑΙΟΛ.) δίσκου/έλικα (βλ. πλήμνη)/κλειδαριάς/πόρτας/τιμονιού.|| (κατ' επέκτ.) ~ (πβ. καρδιά) της πόλης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. κεντρική συσκευή που συνδέει υπολογιστές ή δίκτυα. ● ΦΡ.: ο ομφαλός της Γης & ο ομφαλός του κόσμου: το κέντρο του κόσμου· (στην αρχαιότητα) οι Δελφοί: (ειρων.) Νομίζει ότι είναι ~ ~ (βλ. εγωκεντρικός). [< αρχ. ὀμφαλός, αγγλ. omphalos, navel, hub]
36448ομφαλοσκόπηση[ὀμφαλοσκόπηση] ομ-φα-λο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ομφαλοσκοπία (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αδράνεια, μοιρολατρία, εσωστρέφεια: εθνική/πολιτική/στείρα ~. ~ και αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα. Βλ. αυτοαναφορικότητα, -σκόπηση. 2. η εστίαση της προσοχής ενός προσώπου (κυρ. ησυχαστή μοναχού) στον ομφαλό του, με σκοπό να περιέλθει σε έκσταση. [< 2: αγγλ. omphaloskepsis, 1925]
36449ομφαλοσκοπικός, ή, ό [ὀμφαλοσκοπικός] ομ-φα-λο-σκο-πι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με την ομφαλοσκόπηση: ~ή: διάθεση. ~ό: κείμενο.
36450ομφαλοσκόπος[ὀμφαλοσκόπος] ομ-φα-λο-σκό-πος ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) αυτός που είναι απορροφημένος από τον εαυτό του, αδιαφορεί για τους άλλους και αδρανεί αποδεχόμενος μοιρολατρικά την πραγματικότητα. 2. πρόσωπο (κυρ. ησυχαστής μοναχός) που επιδιώκει να περιέλθει σε έκσταση, παρατηρώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα τον ομφαλό του. Βλ. -σκόπος.
36451ομφαλοσκοπώ[ὀμφαλοσκοπῶ] ομ-φα-λο-σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | ομφαλοσκόπ-ησε, -ήσει} (απαιτ. λεξιλόγ.): αδρανώ εξαιτίας εσωστρέφειας, στοχασμού και μοιρολατρίας: ~εί και αρνείται να δεχτεί ότι η κοινωνία αλλάζει. Βλ. -σκοπώ.
36452ομωνυμία[ὁμωνυμία] ο-μω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η σχέση μεταξύ δύο λέξεων οι οποίες έχουν την ίδια προφορά ή γραφή και διαφορετική σημασία. Βλ. ομο-γραφία, -ηχία. [< αρχ. ὁμωνυμία, γαλλ. homonymie, αγγλ. homonymy]
36453ομώνυμος, η, ο [ὁμώνυμος] ο-μώ-νυ-μος επίθ. 1. που έχει κοινή ονομασία με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ταινία είναι βασισμένη στο ~ο βιβλίο. Η πόλη είναι πρωτεύουσα του ~ου νομού. Βλ. ομότιτλος, -ώνυμος. 2. ΓΛΩΣΣ. (για λέξεις) που προφέρονται ή/και γράφονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά έχουν διαφορετική σημασία: Οι λέξεις "χήρος" και "χοίρος" είναι ~ες.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Πβ. ομόφωνος. Βλ. ομόγραφος, ομόηχος. 3. ΦΥΣ. που έχει το ίδιο (θετικό ή αρνητικό) φορτίο ή την ίδια ελκτική ικανότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Οι ~οι μαγνητικοί πόλοι απωθούνται, ενώ οι ετερώνυμοι έλκονται. ● ΣΥΜΠΛ.: ομώνυμα κλάσματα: ΜΑΘ. που έχουν τον ίδιο αριθμό ως παρονομαστή. ΑΝΤ. ετερώνυμα κλάσματα ● ΦΡ.: τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται) βλ. έλκω [< 1: αρχ. ὁμώνυμος 2: γαλλ. (πληθ.) homonymes 3: γερμ. gleichmaniger Pol]
36454όμως[ὅμως] ό-μως σύνδ. 1. συνδέει αντιθετικά προτάσεις, φράσεις, όρους ή έννοιες: Ήθελε να φύγει, ~ ο καιρός δεν της το επέτρεψε. (συχνά + αλλά) Φαίνεται δύσκολο, αλλά ~ δεν είναι. Καλή και η δίαιτα, χρειάζεσαι ~ οπωσδήποτε γυμναστική. Είναι χρόνια μαζί, αγαπιούνται ~ ακόμη πολύ. (όταν ο ομιλητής εκφράζει αντίρρηση ή αμφιβολία:) Μπορεί ~ και να μην τηλεφωνήσει. Καλά τώρα, μετά ~ τι θα κάνεις; Πβ. ωστόσο. ΣΥΝ. αλλά (1), εντούτοις, μα1 (1) 2. (σε ερωτήσεις) όταν πρόκειται να επεξηγηθεί κάτι για το οποίο έγινε αναφορά προηγουμένως: Πώς ~ βγήκε αυτή η φήμη; 3. δηλώνει έντονη προτροπή ή προσταγή: ~ ας ξαναγυρίσουμε στα δικά μας. Ας μην ανοίγουμε ~ παλιές πληγές. ● ΦΡ.: (αλλά) έλα όμως που ...: για να δηλωθεί η αιτία για την οποία είναι δύσκολο αυτό που προαναφέρθηκε: Καλή ιδέα, ~ ~ χρειάζονται λεφτά για να πραγματοποιηθεί., και όμως: (εμφατ. για δήλωση αντίθεσης, εναντίωσης) παρ' όλα αυτά: απίστευτο ~ ~ αληθινό. Εργάστηκε σκληρά κι ~ δεν της το αναγνώρισε.|| (σε ελλειπτ. λόγο για διάψευση αποφατικής πρότασης) -Δεν πιστεύω ότι γίνεται/ότι έκανε τέτοιο πράγμα. -Κι ~ ... (ενν. γίνεται/το έκανε)., ούτε όμως και ...: (σε αποφατική σύνδεση) αλλά ούτε και ... : Δεν ωφελεί να υπερβάλλετε, ~ ~ να υποτιμάτε το γεγονός., πλην όμως βλ. πλην [< αρχ. ὅμως]
36455ον[ὄν] ουσ. (ουδ.) {όντ-ος | -α, -ων} 1. καθετί υπαρκτό, που έχει ζωή, υπόσταση: ανθρώπινο ~. Έμβια/έμψυχα/ενόργανα/ζωντανά/οργανικά ~α. Ο άνθρωπος ως βιολογικό/έλλογο/καταναλωτικό/κοινωνικό/νοήμον/πεπερασμένο/πνευματικό/πολιτικό ~. Θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο ~. Πολύπλοκα ~α οι άντρες/γυναίκες. Τα ~α και τα πράγματα.|| Άβια/αιθέρια/ανόργανα/άψυχα/εξωγήινα/μυθικά/μυστήρια/παράξενα/υπερφυσικά/φανταστικά ~α. ΣΥΝ. οντότητα (2), πλάσμα (1) 2. ΦΙΛΟΣ. ύπαρξη: αισθητά/νοητά ~α. Αρχέτυπα/αρχή/ιεραρχία/ουσία των ~ων. Το ~ και το μη ~. Το όντως ~. Η μελέτη των ~ων (= οντολογία). Βλ. είναι, ουσία. ● ΣΥΜΠΛ.: το υπέρτατο ον (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Υ, Ο) & το ανώτατο/απόλυτο/τέλειο ον: ο Θεός., σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον βλ. σκεπτόμενος ● ΦΡ.: εκ του μη όντος (λόγ.): από το τίποτα, χωρίς να υπάρχει λόγος: Δημιουργήθηκε θέμα ~ ~. ● βλ. τωόντι & τω όντι [< αρχ. ὄν, ουδ. μτχ. ενεστ. του ρ. εἰμί, γαλλ. être]
36456ον τόπικ & οντόπικ[ὄν τόπικ] ον τό-πικ επίρρ. (νεαν. αργκό): (σε διαδικτυακό χώρο) εντός θέματος: Είμαι/μένω ~. Για να έρθω ~ ...|| (ως επίθ.) ~ ερώτηση. ΑΝΤ. οφ τόπικ & οφτόπικ [< αγγλ. on topic]
36459όναγρος[ὄναγρος] ό-να-γρος ουσ. (αρσ.) {ονάγρ-ου | -ων, -ους} 1. ΖΩΟΛ. άγριος γάιδαρος (γένος Equus hemionus) ασιατικής προέλευσης. 2. ΑΡΧ. είδος καταπέλτη. [< μτγν. ὄναγρος, γαλλ. onagre, αγγλ. onager]
36460ΟΝΕ(η): Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
36461ονειδίζω[ὀνειδίζω] ο-νει-δί-ζω ρ. (μτβ.) {ονείδι-σε, -στηκε} (λόγ.) 1. κατηγορώ, μέμφομαι. ΣΥΝ. επικρίνω, ψέγω 2. χλευάζω, λοιδορώ. ΣΥΝ. περιγελώ [< αρχ. ὀνειδίζω]
36462ονειδισμός[ὀνειδισμός] ο-νει-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ονειδίζω. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὀνειδισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.