Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37120-37140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36463ονειδιστικός, ή, ό [ὀνειδιστικός] ο-νει-δι-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): χλευαστικός, υβριστικός. [< μτγν. ὀνειδιστικός]
36464όνειδος[ὄνειδος] ό-νει-δος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ντροπή και κατ' επέκτ. καθετί που ντροπιάζει: εθνικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνιστά ~ για την ανθρωπότητα.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ της παρέας. ΣΥΝ. αισχύνη, καταισχύνη ● ΦΡ.: ντροπή και αίσχος βλ. αίσχος [< αρχ. ὄνειδος]
36465ονείρεμα[ὀνείρεμα] ο-νεί-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): όνειρο. [< μεσν. ονείρεμα]
36466ονειρεμένος, η, ο [ὀνειρεμένος] ο-νει-ρε-μέ-νος επίθ.: που μοιάζει με όνειρο ή είναι εξαιρετικά όμορφος, μαγευτικός, ιδανικός: ~ος: προορισμός/τόπος. ~η: ζωή/θέα. ~ο: ηλιοβασίλεμα/σπίτι. ~ες: διακοπές/παραλίες. Πβ. παραμυθένιος. ΣΥΝ. ονειρευτός, ονειρικός (1), ονειρώδης ● επίρρ.: ονειρεμένα
36485ονειρεμένος

, ης, ες [ὀνειρώδης] ο-νει-ρώ-δης επίθ. {ονειρώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): ονειρεμένος, ονειρικός. Βλ. -ώδης. [< μτγν. ὀνειρώδης ‘όμοιος με όνειρο’, γερμ. traumhaft]

36467ονειρεύομαι[ὀνειρεύομαι] ο-νει-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ονειρεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, ονειρευ-τεί (λόγ.) -θεί, -εμένος} 1. βλέπω (κάποιον ή κάτι σε) όνειρο, ενώ κοιμάμαι: Σε ~τηκα χθες. ~τηκε ότι/πως κολυμπούσε. Αν ~τείτε ψάρια, σημαίνει ότι ... (βλ. ονειροκρίτης). 2. (μτφ.) φαντάζομαι, ονειροπολώ: Δεν σταματά να ~εται και να ελπίζει. ~εται και δεν βλέπει την πραγματικότητα. ~εσαι στον ξύπνιο σου. (προφ.-ειρων.) Ναι, καλά, ονειρέψου λίγο ακόμα!|| ~εται δόξα/εκδίκηση/λεφτά/μεγαλεία. Το αμάξι που καθένας ~εται. Είναι ακριβώς αυτό που είχα ~τεί. Αλλιώς τα είχα ~τεί. Πάντα/χρόνια ~όμουν αυτή τη στιγμή. Απέκτησε αυτά που πάντα ~όταν.|| ~εται (: οραματίζεται) έναν καλύτερο κόσμο. 3. (+ να) (μτφ.) εκφράζω έντονη επιθυμία για κάτι, λαχταρώ: ~ (μια μέρα) να γίνω ζωγράφος/να ζήσω στο εξωτερικό/να ταξιδέψω. ● ΦΡ.: ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος επιθυμεί πολύ ή φαντάζεται ότι αποκτά αυτό που του λείπει., κοιμάμαι κι ονειρεύομαι βλ. κοιμάμαι [< μεσν. ονειρεύομαι]
36468ονειρευτής[ὀνειρευτής] ο-νει-ρευ-τής ουσ. (αρσ.) (λογοτ.): ονειροπόλος. Πβ. ονειροπαρμένος, φαντασιοκόπος. [< μεσν. ονειρευτής]
36469ονειρευτός, ή, ό [ὀνειρευτός] ο-νει-ρευ-τός επίθ. (λογοτ.): ονειρεμένος: ~ό: νησί.
36470ονειρικός, ή, ό [ὀνειρικός] ο-νει-ρι-κός επίθ. 1. ονειρεμένος: ~ός: κόσμος/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εικόνα/θέα/μουσική/παραλία/πραγματικότητα/τοποθεσία. ~ό: περιβάλλον/ταξίδι/τοπίο. ~ές: διακοπές/στιγμές. Πβ. παραμυθένιος. 2. που σχετίζεται με τα όνειρα: ~ή: κατάσταση/ψευδαίσθηση. ● επίρρ.: ονειρικά [< γαλλ. onirique, αγγλ. oneiric]
36471ονειρισμός[ὀνειρισμός] ο-νει-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. συνειδησιακή κατάσταση κατά την οποία βιώνονται έντονες ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. onirisme, 1907]
36472όνειρο[ὄνειρο] ό-νει-ρο ουσ. (ουδ.) {ονείρ-ου | -ων· (λαϊκό-λογοτ.) πληθ. ονείρατα} 1. βίωση σειράς εικόνων, παραστάσεων, ιδεών, (συν)αισθημάτων που εμφανίζονται στο μυαλό, συνήθ. έχοντας αναδυθεί από το ασυνείδητο, κατά τη διάρκεια των διαφόρων σταδίων του ύπνου: άσχημο/ερωτικό/ζωντανό/κακό/καλό/όμορφο/περίεργο/προφητικό/σημαδιακό/φρικτό (πβ. εφιάλτης) ~. Βλέπει το ίδιο ~ κάθε βράδυ. ~ ήταν, πέρασε. Το ~ βγήκε αληθινό. Δεν πιστεύει στα ~α. Ερμηνεία και εξήγηση των ~ων (βλ. ονειροκρίτης).|| Διαυγές ή συνειδητό ~ (: κατά το οποίο κάποιος έχει συνείδηση ότι ονειρεύεται, ενώ το ~ είναι σε εξέλιξη).|| Εμφανίστηκε σαν (σε) ~ μπροστά της. ΣΥΝ. ενύπνιο 2. (μτφ.) φιλοδοξία, στόχος, ευσεβής ή ανεκπλήρωτος πόθος· ισχυρή επιθυμία, λαχτάρα για κάτι ή κάποιον: ανέφικτο/απατηλό/άπιαστο/κρυφό/νεανικό/παιδικό/τρελό ~. Το ~ της ζωής της είναι να γίνει χορεύτρια. Έκανε το ~ό του πραγματικότητα. Κυνηγάει το ~ό της. Πάλεψε σκληρά, για να κατακτήσει το ~ό του. Όλοι έχουν δικαίωμα στο ~ (: να ονειρεύονται). Πλάθει ~α στον ξύπνιο του (: ονειροπολεί). Αγόρασε το σπίτι των ~ων του. (προφ.) Έχω κάνει ~α για σένα. Πώς τολμάς να σκοτώνεις τα ~α και τις ελπίδες μου; Πβ. ονειροπόληση, όραμα, ουτοπία, φαντασιοκόπημα, φαντασίωση, χίμαιρα. 3. {χωρ. πληθ.} (επιτατ.) για καθετί θαυμάσιο, έξοχο: Αγόρασε ένα φόρεμα (σκέτο) ~! Μαγείρεψε μια μακαρονάδα ~! Πβ. μαγεία, μούρλια, ποίημα.|| (ως επίρρ.) Περάσαμε ~ (= ονειρεμένα, ονειρικά) στις διακοπές! ΣΥΝ. αριστούργημα (3), θαύμα (2) ● Υποκ.: ονειράκι (το) 1. όνειρο. 2. τρυφερή προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο: Καληνύχτα ~ μου! ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό όνειρο βλ. αμερικανικός, μακρινό όνειρο βλ. μακρινός ● ΦΡ.: έλα να/θα σου ξηγήσω τ' όνειρο (αργκό): για δήλωση επιθετικής ή ερωτικής διάθεσης: Έλα, αν έχεις τα κότσια, να ~ ~ (πβ. θα σου δείξω (εγώ)!, όνειρα γλυκά!: ευχή σε κάποιον που πηγαίνει να κοιμηθεί: Τρεχάτε τώρα στα κρεβάτια σας κι ~ ~.|| (χιουμορ.) ~ ~ και ... απονήρευτα. Βλ. καληνύχτα, καλόν ύπνο(!)., όνειρο θερινής νυκτός: για καθετί που είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί, ουτοπικό: ~ ~ φαντάζει η πρόκριση για την ομάδα. [< αγγλ. A Midsummer Night's Dream (Σαίξπηρ)] , ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα: για κάτι εντελώς ανέλπιστο: ~ ~ δεν περίμενα τέτοια επιτυχία., σαν όνειρο μου φαίνεται & μου φαίνεται σαν όνειρο: για κάτι που κάποιος θεωρεί εξωπραγματικό, απίθανο να συμβεί, αλλά συμβαίνει: ~ ~ ότι πήρα προαγωγή., αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα βλ. αλλού, βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου βλ. βλέπω [< 1: αρχ. ὄνειρον, αγγλ. dream, γαλλ. rêve]
36473ονειροβατώ[ὀνειροβατῶ] ο-νει-ρο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: βρίσκομαι εκτός πραγματικότητας, τρέφω αυταπάτες: ~εί σε φανταστικούς κόσμους. Πβ. ονειροπολώ. ΣΥΝ. αεροβατώ (1), αιθεροβατώ, φαντασιοκοπώ
36474ονειρόδραμα[ὀνειρόδραμα] ο-νει-ρό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. δραματικό έργο με ονειρική ατμόσφαιρα, του οποίου η δράση λαμβάνει χώρα σε φανταστικό χώρο: μουσικό ~. Βλ. παραμυθόδραμα.
36475ονειροκρίτης[ὀνειροκρίτης] ο-νει-ρο-κρί-της ουσ. (αρσ.) {ονειροκριτών} 1. βιβλίο με ερμηνείες ονείρων, συνήθ. σε αλφαβητική σειρά: λαϊκός ~. Βλ. καζαμίας. 2. (κυρ. στην αρχαιότητα) πρόσωπο που ερμηνεύει τα όνειρα. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. ονειρομάντης [< 2: μτγν. ὀνειροκρίτης]
36476ονειροκριτικός, ή, ό [ὀνειροκριτικός] ο-νει-ρο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ερμηνεία των ονείρων: ~ή: παράδοση. ● Ουσ.: ονειροκριτική (η): η πρακτική της ερμηνείας των ονείρων. ΣΥΝ. ονειρομαντεία [< μτγν. ὀνειροκριτικός]
36477ονειρομαντεία[ὀνειρομαντεία] ο-νει-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ονειρομαντική: πρόβλεψη των μελλούμενων βασισμένη στην ερμηνεία των ονείρων. Βλ. -μαντεία. ΣΥΝ. ονειροκριτική [< μεσν. ονειρομαντεία, γαλλ. oniromancie, αγγλ. oneiromancy]
36478ονειρομάντης[ὀνειρομάντης] ο-νει-ρο-μά-ντης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται με την ονειρομαντεία. ΣΥΝ. ονειροκρίτης (2) [< αρχ. ὀνειρομάντις]
36479ονειροπαγίδα[ὀνειροπαγίδα] ο-νει-ρο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): χειροτέχνημα που αποτελείται από στεφάνη με δίχτυ, διακοσμημένη συνήθ. με φτερά και χάντρες, που πιστεύεται ότι προσφέρει στον κάτοχό του καλά όνειρα, παγιδεύοντας τους εφιάλτες στο δίχτυ του: ινδιάνικη/κρεμαστή ~. [< αγγλ. dream catcher, 1991, attrape-rêve, 1993]
36480ονειροπαρμένος, η, ο [ὀνειροπαρμένος] ο-νει-ρο-παρ-μέ-νος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): ονειροπόλος, φαντασιόπληκτος: (ως ουσ.) Τα όνειρα είναι για τους ~ους. Πβ. αιθεροβάμων, αλαφροΐσκιωτος. ΣΥΝ. φαντασιοκόπος
36481ονειροπόληση[ὀνειροπόληση] ο-νει-ρο-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ονειροπόλημα (το): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ονειροπολώ: βαθιά/γλυκιά/εφηβική/νοσταλγική ~. ~ καλοκαιρινών διακοπών.|| (ΨΥΧΟΛ.) Η ~ στο παιδί είναι ένας μηχανισμός απομόνωσης και διαφυγής. ΣΥΝ. ρέμβη, ρομαντζάδα [< μτγν. ὀνειροπόλησις, ὀνειροπόλημα ‘όνειρο’, γαλλ. rêverie, rêvasserie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.