Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37140-37160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36482ονειροπόλος, α, ο [ὀνειροπόλος] ο-νει-ρο-πό-λος επίθ.: που ονειροπολεί· κατ' επέκτ. που φανερώνει ονειροπόληση: ~ος: επαναστάτης/ποιητής. Βλ. ιδεαλ-, ουτοπ-ιστής, ρομαντικός.|| (ως ουσ.) Αμετανόητοι ~οι.|| ~α: διάθεση/έκφραση. ~ο: ύφος. ~ες: σκέψεις. Απλανές και ~ο βλέμμα. ΣΥΝ. αιθεροβάμων, ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος ΑΝΤ. προσγειωμένος (1) [< πβ. αρχ. ὀνειροπόλος ‘ερμηνευτής ονείρων’, γαλλ. rêvasseur]
36483ονειροπολώ[ὀνειροπολῶ] ο-νει-ρο-πο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-είς ... | ονειροπόλ-ησε} 1. απορροφώμαι από σκέψεις, όνειρα και εικόνες, με αποτέλεσμα να αποσπάται η προσοχή μου από την πραγματικότητα: ~εί και νοσταλγεί το παρελθόν. ΣΥΝ. ρεμβάζω, ρομαντζάρω 2. φτιάχνω σενάρια στη φαντασία μου, συνήθ. λόγω έντονων επιθυμιών ή προσδοκιών, τα οποία είναι απίθανο να πραγματοποιηθούν: ~εί έναν ιδανικό έρωτα. Πβ. αερο-, αιθερο-βατώ, φαντασιοκοπώ. [< αρχ. ὀνειροπολῶ ‘ονειρεύομαι’, γαλλ. rêver, rêvasser]
36484ονειροφαντασία[ὀνειροφαντασία] ο-νει-ρο-φα-ντα-σί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) ονειροφαντασιά: φαντασίωση, όνειρο, χίμαιρα: ουτοπική/σκηνική (πβ. ονειρόδραμα) ~. [< μτγν. ὀνειροφαντασία]
36486ονείρωξη[ὀνείρωξη] ο-νεί-ρω-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ακούσια εκσπερμάτωση κατά τη διάρκεια του ύπνου η οποία σχετίζεται συνήθ. με ερωτικά όνειρα· ρεύση: εφηβική ~. Βλ. σπερματόρροια. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) χίμαιρα, εμμονή: καταναλωτικές/ουτοπικές/πολιτικές ~ώξεις. [< 1: μτγν. ὀνείρωξις]
36489ονλάιν[ὀνλάιν] ον-λά-ιν επίθ. {άκλ.} & ον λάιν: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τοπικό δίκτυο ή κυρ. με το διαδίκτυο· ειδικότ. που είναι διαθέσιμος στο διαδίκτυο ή γίνεται κατά τη διάρκεια της σύνδεσης με αυτό: ~ κατάλογος. ~ βάση δεδομένων/βιβλιοθήκη/εφημερίδα. ~ εργαλείο/περιβάλλον/περιοδικό. ~ πληροφορίες/υπηρεσίες. ~ άρθρα/νέα.|| ~ ασφάλεια/ενημέρωση/επικοινωνία/πρόσβαση. ~ αγορές/ανακοινώσεις/κρατήσεις/παραγγελίες. ~ μαθήματα (βλ. τηλεκπαίδευση)/παιχνίδια. ~ υποστήριξη πελατών (= τηλεϋποστήριξη). Πβ. ηλεκτρονικός. ΣΥΝ. επιγραμμικός ● επίρρ.: ονλάιν: σε σύνδεση με τοπικό δίκτυο ή με το διαδίκτυο: Είμαι/μπαίνω ~. Οι αιτήσεις υποβάλλονται/τα αποτελέσματα δημοσιεύονται/το υλικό διατίθεται ~. [< αμερικ. on-line, 1950]
36490όνομα[ὄνομα] ό-νο-μα ουσ. (ουδ.) {ονόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. λέξη με την οποία καλείται ένας άνθρωπος και αποτελεί αναγνωριστικό στοιχείο του· ανθρωπωνύμιο: ανδρικό/γυναικείο ~. Αρχαιοελληνικό/σπάνιο/χριστιανικό ~. Επιλογή ~ατος. Ποιο είναι τ' ~ά σου (: πώς λέγεσαι); Τι ~ θα δώσετε στο μωρό (: πώς θα το βγάλετε, ονομάσετε); Έδωσαν δύο ~ατα στο παιδί τους. Έχει/πήρε το ~ της γιαγιάς της. Στην αίτηση έγραψα πλήρες ~ (: ονοματεπώνυμο). Υπογράφει τα γραπτά του με ψεύτικο ~ (πβ. ψευδώνυμο). Μετά τον γάμο κράτησε το πατρικό της ~ (ενν. επίθετο). Τον φωνάζει με το μικρό του ~ (: σημάδι οικειότητας). Πότε γιορτάζει το ~ ... (βλ. ονομαστική εορτή); Στη συνάντηση έγινε μνεία του ~ατός του. Ανακοινώθηκαν/δημοσιεύτηκαν τα ~ατα των επιτυχόντων. Βλ. μητρ-, πατρ-ώνυμο, παρωνύμιο, χαϊδευτικό.|| (για κατοικίδιο) Τι ~ έχει ο σκύλος σου; 2. ΓΡΑΜΜ. λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί πρόσωπο, ζώο, πράγμα, έννοια ή γενικότ. οποιαδήποτε οντότητα και να διαχωριστεί από άλλη· ονομασία: γεωγραφικό (βλ. τοπωνύμιο)/διεθνές/εθνικό/εμπορικό (= επωνυμία)/επίσημο/επιστημονικό/κοινό ~. ~ βουνού/λίμνης/οδού/πόλης/φυτού/ψαριού. ~ εταιρείας/οργανισμού/συσκευής. Η περιοχή πήρε το ~ά της από τον ποταμό. ~ τραγουδιού (πβ. τίτλος). Προέλευση/προστασία ~ατος (βλ. ΠΟΠ). Βλ. ονοματοδοσία. 3. η καλή φήμη που έχει αποκτήσει κάποιος ή κάτι· κατ' επέκτ. το ίδιο το πρόσωπο που γνωρίζει καταξίωση σε έναν τομέα: Γιατρός/δικηγόρος με σπουδαίο ~ στον χώρο. Έχει καλό ~ στην αγορά. Αμαύρωσε το ~ά του. Κουβαλάει βαρύ ~ (: προέρχεται από γνωστή οικογένεια). Πρέπει να φανεί αντάξιος του ~ατός του. Ζητά την αποκατάσταση του ~ατος και του κύρους του. Η βαρύτητα του ~ατος του συλλόγου.|| (σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης) Ο ... είναι πρώτο ~ (: φίρμα) στο μαγαζί. Ισχυρά/μεγάλα ~ατα του επιχειρηματικού κόσμου. Ηχηρά ~ατα της σόου μπίζνες. Υπάρχουν ... υποψήφια ~ατα για τη θέση. (μτφ.) Παρέλαση ~άτων (πβ. διασημότητα). 4. ΓΡΑΜΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ουσιαστικό ή επίθετο: (για ουσιαστικό) προσηγορικά ~ατα. (για επίθετο) Κλίση των ~άτων. || Σύνθετα ~ατα. ● Υποκ.: ονοματάκι (το): (προφ.) Θα μου πεις τ' ~ σου; ● Μεγεθ.: ονοματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κοινό όνομα 1. & κοινή ονομασία: η γνωστή στον πολύ κόσμο (σε αντίθεση με την επιστημονική) ονομασία ενός πράγματος: ~ ~ ενός εντόμου/ζώου/λουλουδιού. ~ ~ προϊόντος. 2. ΓΡΑΜΜ. το προσηγορικό: Τα ~ά ~ατα γράφονται με μικρό και τα κύρια με κεφαλαίο., μικρό όνομα: το προσωπικό όνομα καθενός που δίνεται κυρ. κατά τη βάπτιση. Πβ. βαφτιστικό (όνομα). Βλ. επώνυμο., βαφτιστικό (όνομα) βλ. βαφτιστικός, εθνικά (ονόματα) βλ. εθνικός, επίκοινα ονόματα βλ. επίκοινος, κύριο όνομα βλ. κύριος, κωδικό όνομα βλ. κωδικός, μεταπλαστά ονόματα βλ. μεταπλαστός, οικογενειακό όνομα βλ. οικογενειακός, όνομα χρήστη βλ. χρήστης, όνομα χώρου/τομέα βλ. χώρος, περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό βλ. περιληπτικός ● ΦΡ.: ακούει στο όνομα: λέγεται, ονομάζεται: Το νέο μουσικό αστέρι ~ ~ ...|| Πολλά σκυλάκια ~ούν ~ ..., για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! & (προφ.) για όνομα (επιτατ.): για να δηλωθεί έκπληξη, δυσφορία, αποδοκιμασία: ~ ~, τι πήγες κι έκανες; ~ ~, λίγος σεβασμός! Πβ. (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία!, εξ ονόματος (λόγ.): για λογαριασμό ή κατ΄εντολή άλλου προσώπου: Μιλώ ~ ~ όλων.|| Η προσφυγή ασκήθηκε από δικηγόρο ~ ~ του πελάτη του. Πβ. εκ μέρους., και το όνομα αυτού/αυτής ...: όταν ανακοινώνεται το όνομα που δόθηκε ή πρόκειται να δοθεί σε κάποιον ή κάτι., κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα: γίνομαι γνωστός, αποκτώ φήμη: Έχει κάνει ~ στο εξωτερικό/στον κύκλο του., κατ' όνομα (επίσ.) 1. για κάτι που ισχύει σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά όχι στην πράξη: Εκεχειρία μόνο ~ ~. Πβ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στην ουσία 2. ονομαστικά: Τον γνωρίζω ~ ~, όχι εξ όψεως., λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους: μιλάω με παρρησία, ειλικρινά και απροκάλυπτα: Ας πούμε ~ ~. Ποιον φοβάται και δεν λέει ~ ~; Δεν διστάζει να πει ~ ~. ΑΝΤ. μασάω τα λόγια μου/τα μασάω, με τ' όνομα! (προφ.-εμφατ.): ονομαστός, φημισμένος: (συχνά χιουμορ.) Είναι ο Γιάννης ~ ~!, μου βγαίνει τ' όνομα (προφ.): για διάδοση αρνητικής φήμης: Πρόσεχε τι κάνεις και τι λες, γιατί δεν θέλει πολύ να σου βγει ~. Μου βγήκε ~ ότι ..., όνομα και μη χωριό (προφ.): για να αποφύγουμε να κατονομάσουμε πρόσωπο που είναι γνωστό για κάποια αρνητική ιδιότητα: Κάποιος κύριος, ~ ~, συνεχώς τεμπελιάζει., όνομα και πρά(γ)μα (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι μια ιδιότητα είναι αληθινή και όχι μόνο ονομαστική: άξιος ~ ~. Βλ. άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη., ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν θέλουμε να κατονομάσουμε κάποιον για τον οποίο διατυπώνουμε κάτι αρνητικό, αν και από τα λεγόμενά μας γίνεται συνήθ. αντιληπτό σε ποιον αναφερόμαστε: Κάποιοι, ~ ~, δεν φέρονται καθόλου τίμια., στο όνομα (κάποιου): προς δήλωση του κατόχου κινητού ή ακίνητου στοιχείου: Ο λογαριασμός εκδόθηκε στο ~ά μου. Το σπίτι είναι (γραμμένο) στο ~ά της., άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη βλ. χάρη, άφησε/θα αφήσει εποχή βλ. εποχή, εν ονόματι του νόμου βλ. νόμος, ιδίω ονόματι βλ. ίδιος1, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού, πίνω νερό στο όνομα κάποιου βλ. νερό, ψιλώ ονόματι βλ. ψιλός [< αρχ. ὄνομα]
36491ονομάζω[ὀνομάζω] ο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ονόμα-σα, ονομά-στηκα, -σμένος, ονομαζ-όμενος. -οντας} 1. δίνω όνομα: ~σαν την κόρη τους ... Πώς έχεις ~σει τη γάτα/τον σκύλο σου; Το συγκρότημα ~σε το νέο του άλμπουμ ...|| Η οδός ~στηκε (πβ. ονοματο-δοτώ, -θετώ).|| ~σμένος: πλανήτης. Πρόσφατα ~σμένες ποικιλίες φυτών. 2. προσδίδω συγκεκριμένη ιδιότητα, χαρακτηρίζω: ~ει (: αποκαλεί) τον εαυτό του ειδήμονα, ενώ δεν γνωρίζει πολλά για το θέμα. Δεν βρίσκω την κατάλληλη λέξη, για να το ~σω. Τον ~σαν ευεργέτη του νησιού.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ει (= βαφτίζει) την τυπολατρία παράδοση. Την κατάσταση αυτή, μόνο αποδιοργάνωση μπορώ να την ~σω. Βλ. επ~, προσ~. 3. κατονομάζω: Καθώς μεγαλώνει το παιδί, αναγνωρίζει και ~ει αντικείμενα του περιβάλλοντός του. Να ~σετε τις παρακάτω χημικές ενώσεις.|| Αρνήθηκε να ~σει (πβ. ονοματίζω) τον συνένοχό του. 4. αναθέτω σε κάποιον συγκεκριμένα καθήκοντα ή διορίζω: Ο δήμαρχος ~σε νέους αντιδημάρχους. ● Παθ.: ονομάζομαι: λέγομαι: (επίσ.) Πώς ~εστε;|| Το λυκόσκυλο ~εται αλλιώς και γερμανικός ποιμενικός. Οργανικές ~ονται οι χημικές ενώσεις που ... [< αρχ. ὀνομάζω]
36492ονομασία[ὀνομασία] ο-νο-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {ονομασιών} 1. απόδοση ονόματος και κατ' επέκτ. το όνομα: αρχαία/αρχική/γενική/διεθνής/εμπορική (= επωνυμία)/εναλλακτική/επίσημη/επιστημονική/κοινή/κωδική/λαϊκή/νέα/παλιά/πλήρης/σημερινή/σύνθετη/τοπική ~. ~ οδού (= οδωνυμικό)/περιοχής/τοποθεσίας/χωριού. ~ ζώου/πουλιού/φυτού. Ο σύλλογος φέρει την ~ (= ονομάζεται) ... Ιστοσελίδα με την ~ ... Δεν είναι γνωστό από πού πήρε την ~ της η πόλη. Αλλαγή (= μετ~)/επιλογή/υιοθέτηση ~ας. Βλ. επ~, ονοματολογία. 2. επίσημη απονομή τίτλου: τελετή αποφοίτησης-~ας αξιωματικών. ● ΣΥΜΠΛ.: οίνος ονομασίας προέλευσης βλ. οίνος, προστατευόμενη ονομασία προέλευσης/προελεύσεως βλ. προστατευόμενος ● ΦΡ.: οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση βλ. παράδοση, προϊόν με ονομασία προέλευσης βλ. προϊόν [< 1: αρχ. ὀνομασία, γαλλ. nomination]
36493ονομαστήρια[ὀνομαστήρια] ο-νο-μα-στή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ονομαστική εορτή πατριάρχη, αρχιεπισκόπου ή μητροπολίτη: σεπτά ~. [< μτγν. ὀνομαστήρια ‘ημέρα της ονοματοδοσίας’]
36494ονομαστί[ὀνομαστί] ο-νο-μα-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.): ονομαστικά: Οι συντελεστές της παράστασης αναγράφονται ~. [< αρχ. ὀνομαστί]
36495ονομαστική[ὀνομαστική] ο-νο-μα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η πτώση στην οποία τίθενται το υποκείμενο, το κατηγορούμενο και οι ονοματικοί προσδιορισμοί σε μία πρόταση: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. Βλ. αιτιατική, γενική, κλητική. [< μτγν. ὀνομαστική]
36496ονομαστικοποίηση[ὀνομαστικοποίηση] ο-νο-μα-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ονομαστικοποιώ: (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) υποχρεωτική ~. ~ εισφορών/μετοχών.|| (κατ' επέκτ.) ~ των εισιτηρίων (των φιλάθλων)/καρτοκινητών (τηλεφώνων). Βλ. -ποίηση.
36497ονομαστικοποιώ[ὀνομαστικοποιῶ] ο-νο-μα-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ονομαστικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μετατρέπω ανώνυμο χρηματικό τίτλο σε ονομαστικό: Εταιρείες που ~ησαν τις μετοχές τους. Βλ. -ποιώ.
36498ονομαστικός, ή, ό [ὀνομαστικός] ο-νο-μα-στι-κός επίθ. 1. που περιέχει ονόματα: ~ός: (τηλεφωνικός) κατάλογος. ~ή: κατάσταση (μαθητών)/λίστα (επιτυχόντων). Χρονολογικοί, θεματικοί και ~οί πίνακες. 2. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. για ποσό) που ισχύει επίσημα κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πληθωριστικές πιέσεις, κρατήσεις, προσαυξήσεις, επιβαρύνσεις: ~ός: (φορολογικός) συντελεστής. ~ή: αμοιβή/(συναλλαγματική) ισοτιμία/σύγκλιση/τιμή. ~ό: ΑΕΠ/επιτόκιο/(μετοχικό) κεφάλαιο/κόστος (εργασίας). Αύξηση τόσο σε ~ούς όσο και σε πραγματικούς όρους. Πβ. τρέχων. 3. (για μέγεθος) μέγιστη απόδοση σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να συνυπολογίζονται δευτερεύοντες παράγοντες που μπορεί να την επηρεάσουν· που ισχύει κατ' όνομα: ~ός: αριθμός (στροφών)/όγκος. ~ή: διάμετρος/ένταση/(θερμική) ισχύς/παροχή/ποσότητα. ~ό: βάρος/εύρος/πάχος/ρεύμα/φορτίο. ~ές: διαστάσεις. ~ή ταχύτητα λήψης δεδομένων. 4. που αναγράφει το όνομα του προσώπου για το οποίο εκδίδεται: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: τίτλος (ΑΝΤ. ανώνυμος). ~ές: μετοχές. ~ά: χρεόγραφα. || ~ά και αριθμημένα εισιτήρια.|| ~ή: αναφορά/επιστολή/καταγγελία/πρόσκληση. ● επίρρ.: ονομαστικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ονομαστική αξία & ονομαστική τιμή, αξία στο άρτιο: ΟΙΚΟΝ. η αναγραφόμενη σε νόμισμα ή τίτλο αξία του, η οποία θεωρείται ότι ισχύει επίσημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και η πραγματική (δεδομένου του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης): ~ ~ γραμματίου/ομολόγου. [< αγγλ. nominal value] , ονομαστική εορτή & γιορτή: ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά τη μνήμη Αγίου (ή Μάρτυρα ή Οσίου) και κατ' επέκτ. γιορτάζει κάθε άτομο που έχει το όνομά του: Πότε έχεις την ~ σου ~;, ονομαστική ψηφοφορία & ψηφοφορία με ονομαστική κλήση: (συνήθ. στη Βουλή) διαδικασία κατά την οποία κάθε βουλευτής εκφράζει την προτίμησή του με ναι, όχι ή παρών, όταν ακούσει να εκφωνείται (με αλφαβητική σειρά) το όνομά του από κατάλογο: μυστική/φανερή ~ ~. Πρόταση ~ής ~ας., ονομαστική κλήση βλ. κλήση, ονομαστική μετοχή βλ. μετοχή, ονομαστική πίεση βλ. πίεση, ονομαστικός μισθός βλ. μισθός [< αρχ. ὀνομαστικός, γαλλ. nominatif, nominal, πβ. γαλλ. onomastique, αγγλ. onomastic]
36499ονομαστός, ή, ό [ὀνομαστός] ο-νο-μα-στός επίθ. (επίσ.): ευρέως γνωστός, διάσημος, ξακουστός: (για πρόσ.) ~ός: βασιλιάς/ήρωας/καλλιτέχνης. ~ή: οικογένεια. Πβ. επιφανής.|| ~ός: ναός. ~ή: παραλία/πόλη/σχολή. ~ό: κρασί/πανεπιστήμιο/προϊόν. ΣΥΝ. περιώνυμος, φημισμένος [< αρχ. ὀνομαστός]
36500ονοματεπώνυμο[ὀνοματεπώνυμο] ο-νο-μα-τε-πώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.): όνομα και επώνυμο: (σε αίτηση:) Συμπλήρωση ~ου και υπογραφή.|| (μτφ., για να τονιστεί η επωνυμία:) Προϊόν με ~. [< γαλλ. nom et surnom]
36501ονόματι[ὀνόματι] ο-νό-μα-τι επίρρ. (λόγ.): με το όνομα: Σας ζητάει ένας κύριος ~ ... ● ΦΡ.: εν ονόματι: (+ γεν.) στο όνομα: (για χάρη) Θυσιάστηκαν ~ ~ της ελευθερίας.|| (ειρων., με δικαιολογία, πρόσχημα, πρόφαση) Βία ~ ~ της Δημοκρατίας.|| (συνήθ. για αποτροπή ανεπιθύμητης πράξης) ~ ~ της ειρήνης, σταματήστε τον πόλεμο! ~ ~ του Νόμου, συλλαμβάνεσαι! (ΕΚΚΛΗΣ.) "Ευλογημένος ο ερχόμενος ~ ~ Κυρίου!" [< γαλλ. au nom de] , επ' ονόματι (επίσ.) 1. για λογαριασμό, προς όφελος, κατ΄εντολή τρίτου: διαβίβαση εντολών/διεκπεραίωση υποθέσεων ~ ~ νομικού/φυσικού προσώπου. Αγόρασε ακίνητο ~ ~ της εταιρείας του. ΣΥΝ. εξ ονόματος 2. στο όνομα κάποιου: έκδοση επιταγής/κατάθεση (ποσού)/υποβολή αίτησης ~ ~ της εταιρείας.|| Η εκκλησία κτίστηκε ~ ~ του Αγίου ... (: είναι αφιερωμένη στον Άγιο ...). [< αρχ. ὀνόματι, γερμ. namens]
36502ονοματίζω[ὀνοματίζω] ο-νο-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ονομάτι-σε, ονοματί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ονοματίζ-οντας} 1. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) αναφέρω κάποιον ή κάτι με το όνομά του, κατονομάζω: Απέφυγε να ~σει τους πρωταγωνιστές του σκανδάλου.|| Τον ~σαν (πβ. αποκαλώ, χαρακτηρίζω) ψεύτη. 2. δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι, ονομάζω: ~σε τον ήρωα του βιβλίου του ... Η νέα Αρχή ~στηκε επίσημα. ΣΥΝ. ονοματοδοτώ, ονοματοθετώ [< πβ. μτγν. ὀνοματίζω ‘φιλονικώ για τα ονόματα’]
36503ονοματικός, ή, ό [ὀνοματικός] ο-νο-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το όνομα: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: τύπος (: ουσιαστικό ή επίθετο). ~ή: κατάληξη. ~ό: σύνολο (: που έχει στον πυρήνα του έναν ονοματικό τύπο). ~ές: δομές/προτάσεις.|| (ονομαστικός) ~ός: κατάλογος. (ΟΙΚΟΝ.) ~ές: μετοχές. ● ΣΥΜΠΛ.: ονοματική φράση: ΓΛΩΣΣ. που σχηματίζεται από ένα ή περισσότερα ονόματα, τα άρθρα και τους προσδιορισμούς που τα συνοδεύουν και γενικότ. κάθε συντακτικό στοιχείο που λειτουργεί ως όνομα: απλή/λεξική ~ ~. Κάθε ~ ~ κληρονομεί το γένος, τον αριθμό και την πτώση του ουσιαστικού που λειτουργεί ως κεφαλή της. Βλ. ρηματική φράση. [< γαλλ. phrase nominale] , ονοματικός προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. που προσδίδει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα στο όνομα, συνήθ. ουσιαστικό, της πρότασης στο οποίο αναφέρεται: π.χ. Ο Σολωμός, ο ποιητής (: παράθεση). Ο καλός μαθητής (: επιθετικός προσδιορισμός). Βλ. επιρρηματικός προσδιορισμός. [< μτγν. ὀνοματικός, γαλλ. nominal]
36504ονοματο- & ονοματ-: το ουσιαστικό όνομα ως α' συνθετικό λέξεων: ονοματο-δοσία/~θεσία/~λογία.|| Oνοματ-ίζω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.