| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36505 | ονοματοδοσία | [ὀνοματοδοσία] ο-νο-μα-το-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ονοματοδότηση (επίσ.): απόδοση ονόματος: ~ αίθουσας/οδού/πλατείας/σχολείου. Ληξιαρχική πράξη ~ας τέκνου. Τελετή ~ας πλοίου (πβ. βάπτιση). Βλ. -δοσία. ΣΥΝ. ονοματοποίηση (2) | |
| 36506 | ονοματοδοτώ | [ὀνοματοδοτῶ] ο-νο-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ονοματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι: Η οδός θα ~ηθεί εκ νέου. Βλ. -δοτώ. | |
| 36507 | ονοματοθεσία | [ὀνοματοθεσία] ο-νο-μα-το-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ονοματοδοσία. Βλ. -θεσία. ΣΥΝ. ονοματολογία (1) [< μεσν. ονοματοθεσία] | |
| 36508 | ονοματοθέτης | [ὀνοματοθέτης] ο-νο-μα-το-θέ-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο ή φορέας που ονοματοθετεί. Βλ. -θέτης. [< αρχ. ὀνοματοθέτης] | |
| 36509 | ονοματοθετώ | [ὀνοματοθετῶ] ο-νο-μα-το-θε-τώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ονοματοθέτ-ησε, -είται, -ήθηκε} (επίσ.): ονοματοδοτώ. Βλ. -θετώ. [< μτγν. ὀνοματοθετῶ] | |
| 36510 | ονοματοκρατία | [ὀνοματοκρατία] ο-νο-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι οι γενικές και οι αφηρημένες έννοιες είναι ονόματα χωρίς υπόσταση και δεν αντιπροσωπεύουν υπαρκτές, αληθινές οντότητες. Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. νομιναλισμός ΑΝΤ. εννοιοκοκρατία, πραγματοκρατία [< γαλλ. nominalisme] | |
| 36511 | ονοματολογία | [ὀνοματολογία] ο-νο-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία απόδοσης ονόματος, ονοματοθεσία· κατ' επέκτ. η επιστημονική μελέτη των ονομάτων: συνδυασμένη ~ (: δασμολογική και στατιστική ~ της τελωνειακής ένωσης). ~ βουνών/οδών/προϊόντων. ~ περιφερειών και νομών της χώρας. Εθνική ~ Οικονομικών Δραστηριοτήτων. 2. (επιστ.) το σύνολο των όρων που ανήκουν και χρησιμοποιούνται σε κάποιον γνωστικό τομέα ή κλάδο· ορολογία: διεθνής ~. ~ και ταξινόμηση απολιθωμάτων/ζώων/ιών/μυκήτων/πετρωμάτων/φυτών.|| (ΧΗΜ.) ~ των χημικών ενώσεων. ~ οξέων, βάσεων και αλάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ αρχείων και φακέλων/σκληρών δίσκων. Σύστημα/υπηρεσία ~ας. Πβ. ονοματολόγιο. 3. ΠΟΛΙΤ. (αρνητ. συνυποδ.) συζήτηση για τα πιθανά πρόσωπα που εμπλέκονται σε μια κατάσταση, με αναφορά στα ονόματά τους: ~ για διαδόχους στην ηγεσία του κόμματος. Βλ. -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: διώνυμη ονοματολογία βλ. διώνυμος [< 1: γαλλ. onomatologie, αγγλ. onomatology 2: γαλλ. nomenclature] | |
| 36512 | ονοματολογικός | , ή, ό [ὀνοματολογικός] ο-νο-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ονοματολογία: ~ή: κατάταξη/μελέτη. ~ό: σύστημα. ~ά: δεδομένα. ~ή συγγένεια δύο περιοχών. Ελληνική ~ή Εταιρεία. Βλ. ορολογικός. [< γαλλ. onomatologique, αγγλ. onomatological] | |
| 36513 | ονοματολόγιο | [ὀνοματολόγιο] ο-νο-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος ονομάτων ή όρων γνωστικού τομέα ή κλάδου: ελληνικό/ναυτικό ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) Υπηρεσίες ~ίου πεδίων. Πβ. ονοματο-, ορο-λογία. Βλ. -λόγιο. [< μεσν. ονοματολόγιον, γαλλ. nomenclature] | |
| 36514 | ονοματολόγος | [ὀνοματολόγος] ο-νο-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ασχολείται με την ονοματολογία. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ὀνοματολόγος 'αυτός που συλλέγει λέξεις', γαλλ. onomatologue, αγγλ. onomatologist] | |
| 36515 | ονοματοποιημένος | , η, ο [ὀνοματοποιημένος] ο-νο-μα-το-ποι-η-μέ-νος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αποτελεί προϊόν ονοματοποιίας: ~η: λέξη (π.χ. μπλουμ). Πβ. ηχομιμητικός. [< αγγλ. onomatopoeic, πβ. αρχ. ὀνοματοποιῶ] | |
| 36516 | ονοματοποίηση | [ὀνοματοποίηση] ο-νο-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. μετατροπή ρηματικής φράσης (π.χ. "προσπάθεια να εξευρεθεί λύση") σε ονοματική ("προσπάθεια εξεύρεσης λύσης"). Βλ. -ποίηση. 2. (σπάν.) ονοματοδοσία. [< μτγν. ὀνοματοποίησις, αγγλ. nominalization, 1960] | |
| 36517 | ονοματοποιία | [ὀνοματοποιία] ο-νο-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): σχηματισμός λέξης με μίμηση του φυσικού ήχου τον οποίο αποδίδει: Το ρήμα "τιτιβίζω" είναι προϊόν ~ας. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. ηχομιμητική [< μτγν. ὀνοματοποιία, γαλλ. onomatopée, αγγλ. onomatopoeia] | |
| 36518 | ονόρε | [ὀνόρε] ο-νό-ρε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): τιμή, υπόληψη, καταξίωση: Το μόνο που μας έμεινε είναι το ~. ● ΦΡ.: για το ονόρε: για το γόητρο και τη δόξα: Ήθελε να γίνει πρόεδρος (μόνο και μόνο) ~ ~. Οι δύο ομάδες θα κοντραριστούν ~ ~ (βλ. για την τιμή των όπλων). [< ιταλ. onore] | |
| 36519 | όνος | [ὄνος] ό-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γάιδαρος. Βλ. ημίονος. ● ΦΡ.: περί όνου σκιάς (μτφ.): για θέμα ανάξιο λόγου, για ασήμαντα πράγματα, για το τίποτα: ~ ~ αντιπαράθεση/διαμάχη. Δεν θεωρώ ότι όλα αυτά γίνονται ~ ~. [< αρχ. ὄνος] | |
| 36520 | Ονούφριος | [Ὀνούφριος] Ο-νού-φρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου κ. -ίου}: μόνο στη ● ΦΡ.: σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο: για πρόσωπο πολύ αδύνατο και αδύναμο. [< μτγν. Ὀνούφριος] | |
| 51319 | Οντάς | τρα-πε-ζα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλος στεγασμένος χώρος για εστίαση ή δωμάτιο όπου σερβίρεται φαγητό: η ~ του μοναστηριού (= τράπεζα)/ξενοδοχείου/πλοίου/σπιτιού. Περάστε στην ~ για να φάμε. 2. (συνεκδ.) το σύνολο των επίπλων με τα οποία εξοπλίζεται ο αντίστοιχος χώρος, κυρ. το τραπέζι και οι καρέκλες: κλασική/μοντέρνα/χειροποίητη ~. Φωτιστικό ~ας. Σετ ~ας. ~ από ξύλο. | |
| 36521 | οντάς | [ὀντάς] ο-ντάς ουσ. (αρσ.) {οντάδες} (λαϊκό): δωμάτιο, κυρ. υποδοχής: παραδοσιακός/τούρκικος ~. Βλ. καθιστικό. [< μεσν. οντάς, τουρκ. oda] | |
| 36523 | όντας1 | [ὄντας] ό-ντας σύνδ. (λαϊκό-λογοτ.): όταν. [< μεσν. όντας] | |
| 36524 | όντας2 | [ὄντας] ό-ντας μτχ.: δηλώνει συνήθ. αιτία, εναντίωση ή χρόνο: ~ (: επειδή ήταν) δυσαρεστημένος από τη δουλειά του, αποφάσισε να παραιτηθεί. Βοήθησε όσο μπορούσε, ~ (: αν και ήταν) άρρωστη. ~ (: ενώ/όταν ήταν) παιδί ακόμα, άρχισε να εργάζεται. ● βλ. είμαι [< μεσν. όντας] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ