Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3700-3720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2766αμφίθυμος, η, ο [ἀμφίθυμος] αμ-φί-θυ-μος επίθ. & αμφιθυμικός, ή, ό: που χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία: ~ες: αντιδράσεις. ~α: (συν)αισθήματα. ● επίρρ.: αμφίθυμα [< γαλλ. ambivalent, 1924]
2767αμφικτιονία[ἀμφικτιονία] αμ-φι-κτι-ο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε ομοσπονδία (συνήθ. κρατών ή συλλόγων): ευρωπαϊκή ~. 2. ΑΡΧ. θρησκευτική και αργότερα πολιτική ομοσπονδία πόλεων-κρατών της αρχαίας Ελλάδας με κέντρο έναν ναό κοινής λατρείας: δελφική ~. Βλ. συμπολιτεία. [< αρχ. Ἀμφικτυον(ε)ία ‘συνομοσπονδία ελληνικών πόλεων’, γαλλ. amphictyonie, αγγλ. amphictyony]
2768αμφίκυρτος, η, ο [ἀμφίκυρτος] αμ-φί-κυρ-τος επίθ. (επιστ.): που είναι κυρτός και στις δύο του πλευρές: ~ος: φακός. ~ο: δισκίο. [< αρχ. ἀμφίκυρτος, γαλλ. biconvexe]
2769αμφιλεγόμενος, η, ο [ἀμφιλεγόμενος] αμ-φι-λε-γό-με-νος επίθ. (λόγ.): αυτός για τον οποίο υπάρχουν διαφορετικές και συνήθ. αντικρουόμενες απόψεις, ερμηνείες, εκδοχές: ~ος: ηγέτης/όρος/συγγραφέας. ~η: προσωπικότητα. ~α: αποτελέσματα/θέματα/στοιχεία. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν τα πιο ~α (= αμφισβητούμενα, ΑΝΤ. αναμφισβήτητα) σημεία του σχεδίου. Έργο/πρόσωπο ~ο ως προς την αξιοπιστία του. Πβ. αντιλεγό-, διφορού-μενος. [< μτγν. τά ἀμφιλεγόμενα]
2770αμφιλογία[ἀμφιλογία] αμ-φι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): λέξη ή φράση για την οποία υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες· κατ' επέκτ. διάσταση απόψεων: ~ και πολυσημία. Πβ. αμφισημία.|| Η παράσταση προκάλεσε εντάσεις, συζητήσεις και ~ες. Πβ. αντιλογία, διαφωνία, διχογνωμία. Βλ. -λογία. [< αρχ. ἀμφιλογία]
2771αμφιλύκη[ἀμφιλύκη] αμ-φι-λύ-κη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-λογοτ.): αμυδρό φως κατά την ανατολή ή τη δύση του ηλίου. Πβ. λυκαυγές, λυκόφως. [< αρχ. ἀμφιλύκη]
2772αμφιμονοσήμαντος, η, ο [ἀμφιμονοσήμαντος] αμ-φι-μο-νο-σή-μα-ντος επίθ.: αυτός του οποίου ένα στοιχείο αντιστοιχεί σε ένα και μοναδικό στοιχείο κάποιου άλλου: (ΜΑΘ.) ~η: συνάρτηση/σχέση (: ένα προς ένα). ● επίρρ.: αμφιμονοσήμαντα [< αγγλ. bijective, 1962]
2773αμφίπλευρος, η, ο [ἀμφίπλευρος] αμ-φί-πλευ-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει δύο όψεις, που γίνεται και από τις δύο μεριές ή και στις δύο πλευρές: ~ος: έλεγχος. ~η: ενημέρωση/επικοινωνία (= αμφίδρομη)/(ΒΙΟΛ.) συμμετρία. ~ο: ενδιαφέρον. Πβ. διμερής. Βλ. ετερόπλευρος, -πλευρος. [< μτγν. ἀμφίπλευρος, γαλλ. bilatéral]
2774αμφίποδα[ἀμφίποδα] αμ-φί-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΖΩΟΛ. ομοταξία μικρών οργανισμών (μαλακόστρακα με πλευρικά συμπιεσμένο σώμα) που ζουν συνήθ. παρασιτικά σε γλυκά νερά ή στη θάλασσα. Βλ. αρθρό-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< αγγλ. amphipoda]
2775αμφιπρόστυλος, η, ο [ἀμφιπρόστυλος] αμ-φι-πρό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που έχει στοές με κίονες και στις δύο στενές πλευρές του: ~ ναός δωρικού/ιωνικού ρυθμού. Βλ. περίπτερος. [< μτγν. ἀμφιπρόστυλος]
2776αμφιπρόσωπος, η, ο [ἀμφιπρόσωπος] αμ-φι-πρό-σω-πος επίθ.: (για αντικείμενο) που έχει δύο όψεις, πλευρές: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η εικόνα της Αποκαθήλωσης/Παναγίας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: πέλεκυς. Πήλινος ~ ενεπίγραφος δίσκος (: της Φαιστού). Βλ. -πρόσωπος. [< αρχ. ἀμφιπρόσωπος]
2777αμφιρρέπω[ἀμφιρρέπω] αμ-φιρ-ρέ-πω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. αμφιρρέπ-ων, -ουσα, -ον} (απαιτ. λεξιλόγ.): αμφιταλαντεύομαι: ~ μεταξύ δύο γνωμών (: μένει αναποφάσιστος). Στάση ~ουσα μεταξύ δράσης και αναβολής. [< μεσν. αμφιρρέπω]
2778αμφίρροπος, η, ο [ἀμφίρροπος] αμ-φίρ-ρο-πος επίθ. 1. που η κατάληξή του δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: αναμέτρηση/μάχη. ~ο: αποτέλεσμα/παιχνίδι. ~ες: εκλογές/συγκρούσεις. 2. που κλίνει και προς τη μία και προς την άλλη πλευρά: ~η: στάση. ~ες: δυνάμεις/τάσεις (βλ. αντίρροπες). ~α: συναισθήματα. Πβ. αμφιταλαντευόμενος. [< μτγν. ἀμφίρροπος]
2779αμφισβήτηση[ἀμφισβήτηση] αμ-φι-σβή-τη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. η μη αποδοχή από κάποιον της αλήθειας, της ορθότητας, του κύρους, της ισχύος μιας ενέργειας, πράξης, στάσης, έννοιας ή προσώπου: ~ της αξιοπιστίας/του δικαιώματος να .../της ηγεσίας/ενός θεσμού/της ιστορίας/της νομιμότητας (μιας απόφασης)/των προθέσεων/των συνόρων. Η αξία του δεν επιδέχεται ~/~ης. Πβ. δι~. Βλ. αναγνώριση, παραδοχή. 2. κριτική αντιμετώπιση αξιών, θεωριών, θεσμών: η γενιά/η ηλικία (: εφηβεία)/το κίνημα/το φαινόμενο της ~ης. Η ~ της μεταπολίτευσης/των νέων. ● ΦΡ.: δεν χωράει (καμία) αμφισβήτηση: είναι απόλυτα βέβαιο., πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση: είναι εντελώς σίγουρο, αποδεκτό. Πβ. αδιαμφισβήτητα, αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα. ΣΥΝ. πέρα από κάθε αμφιβολία, υπό αμφισβήτηση & σε αμφισβήτηση: για κάτι που αμφισβητείται: ένας μύθος ~ ~. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου είναι/(προφ.) μπαίνει ~ ~. Δεν μπορεί να τεθεί ~ ~ (= να αμφισβητηθεί) το γεγονός ότι ... [< αρχ. ἀμφισβήτησις 2: γαλλ. contestation, 1968]
2780αμφισβητήσιμος, η, ο [ἀμφισβητήσιμος] αμ-φι-σβη-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): αυτός για τον οποίο εκφράζονται ή μπορούν να εκφραστούν αμφιβολίες, αντιρρήσεις, επιφυλάξεις: ~η: απόφαση/άποψη/θεωρία. Επιστημονικά ~η έρευνα. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας παραμένει ~η. Πβ. αμφίβολος, αμφισβητούμενος. ΑΝΤ. αδιαμφισβήτητος, αναμφισβήτητος, αναντίρρητος [< αρχ. ἀμφισβητήσιμος]
2781αμφισβητίας[ἀμφισβητίας] αμ-φι-σβη-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που αμφισβητεί, που αντιμετωπίζει κριτικά τις επικρατούσες απόψεις, αρχές, αξίες: ασυμβίβαστος ~. Εσωκομματικοί ~ες. Αντικομφορμιστής και ~. Πβ. αντιρρησίας.|| (σπανιότ. ως επίθ.) ~ διανοητής. [< γαλλ. contestataire, 1968]
2782αμφισβητώ[ἀμφισβητῶ] αμ-φι-σβη-τώ ρ. (μτβ.) {αμφισβητ-είς ... | αμφισβήτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, ώντας}: διατηρώ επιφυλάξεις, έχω ή εκφράζω αντιρρήσεις: ~ την αξιοπιστία/τους αριθμούς/την αυθεντία/τη διαθήκη (= δεν την αποδέχομαι, πβ. προσβάλλω)/την εγκυρότητα/την ικανότητα/τα κίνητρα/το κύρος/τα λεγόμενα/την ορθότητα/το περιεχόμενο/το πόρισμα/τις προθέσεις/τον ρόλο/τον σκοπό/το σύστημα. ~ούνται τα αποτελέσματα/οι μετρήσεις (: δεν γίνονται αποδεκτά από όλους). Δεν ~ησα το γεγονός ότι ... Επίδειξη πυγμής του προέδρου προς όσους τον ~ούν. Ποτέ δεν ~ήθηκε το ήθος του. Κανείς δεν θα μπορούσε να ~ήσει (: να αρνηθεί) την αξία της δημοκρατίας. Πβ. αμφιβάλλω, δι~. ΑΝΤ. αναγνωρίζω (2), παραδέχομαι ● Μτχ.: αμφισβητούμενος , η, ο: που αμφισβητείται: ~η: έννοια. ~ο: αποτέλεσμα/άρθρο/δικαίωμα/ζήτημα (= αμφιλεγόμενο)/πέναλτι. ~α: σύνορα. Πβ. αμφισβητήσιμος. [< αρχ. ἀμφισβητῶ]
2783αμφισεξουαλικός, ή, ό [ἀμφισεξουαλικός] αμ-φι-σε-ξου-α-λι-κός επίθ./ουσ.: αμφιφυλόφιλος. [< γαλλ. bisexuel]
2784αμφισεξουαλικότητα[ἀμφισεξουαλικότητα] αμ-φι-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αμφιφυλοφιλία.
2785αμφισημία[ἀμφισημία] αμ-φι-ση-μί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διπλή σημασία λέξης, έκφρασης ή κειμένου και κατ' επέκτ. οι διαφορετικές ερμηνείες που μπορούν να δοθούν: ~ όρων. ~ στίχου.|| Άρθρο με/χωρίς ~ες. Πβ. αμφιλογία, δισημία. Βλ. -σημία. [< γαλλ. ambiguïté]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.