Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3700-3720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2757αμφιγονικός, ή, ό [ἀμφιγονικός] αμ-φι-γο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την αμφιγονία. ΑΝΤ. μονογονικός ● επίρρ.: αμφιγονικά ● ΣΥΜΠΛ.: αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή [< αγγλ. amphigonic]
2758αμφιδέξιος, α, ο [ἀμφιδέξιος] αμ-φι-δέ-ξι-ος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που μπορεί να χρησιμοποιεί με την ίδια επιδεξιότητα και τα δύο χέρια, αμφίχειρας· (για κάτι) που έχει φτιαχτεί, ώστε να χρησιμοποιείται και από τα δύο χέρια: ~ος: παίκτης. Πβ. ζερβόδεξος. Βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας.|| ~α: γάντια (φούρνου). Λαβή για ~α χρήση. [< αρχ. ἀμφιδέξιος ‘πολύ ικανός, με τα δύο χέρια, διφορούμενος’]
2759αμφιδρόμηση[ἀμφιδρόμηση] αμ-φι-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή μονόδρομου σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης: ~ της οδού. Βλ. πεζοδρόμηση.
2760αμφίδρομος, η, ο [ἀμφίδρομος] αμ-φί-δρο-μος επίθ. 1. που κινείται προς μία κατεύθυνση και επιστρέφει· κυρ. που γίνεται, λειτουργεί ή επιδρά ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικές ή αντίθετες κατευθύνσεις: ~η: κίνηση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: δίαυλος/εκτυπωτής/έλεγχος. ~η: γραμμή/μετάδοση/ροή/σύνδεση. ~ο: δορυφορικό ίντερνετ/κανάλι/κύκλωμα/μικρόφωνο.|| (μτφ.) ~η: ανταλλαγή (απόψεων)/διαδικασία (μάθησης)/σχέση (πβ. αμοιβαίος, διαδραστικός). ΑΝΤ. μονόδρομος 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδραστικός: ~α: (πολυ)μέσα/συστήματα. ● επίρρ.: αμφίδρομα ● ΣΥΜΠΛ.: αμφίδρομη αντίδραση: ΧΗΜ. που εξελίσσεται συγχρόνως και προς τις δύο κατευθύνσεις αντιδρώντων και προϊόντων και καταλήγει, αργά ή γρήγορα, σε ισορροπία. Βλ. μονόδρομη αντίδραση., αμφίδρομη επικοινωνία: ΤΗΛΕΠ. μεταφορά δεδομένων και προς τις δύο κατευθύνσεις μέσω υπολογιστικού συστήματος και κατ’ επέκτ. ανταλλαγή πληροφοριών: ~ ~ με δορυφόρο/εικόνα και ήχο (βλ. πολυμέσα)/μόντεμ. Διασύνδεση εκπαιδευτικών χώρων με ~ ~ (βλ. τηλεδιάσκεψη, τηλεκπαίδευση). Βλ. μονόδρομη επικοινωνία.|| ~ ~ διδασκόντων-διδασκομένων. ~ ~ του περιοδικού με τους αναγνώστες (: ανοιχτή επικοινωνία). Βλ. διάδραση., αμφίδρομη λειτουργία: ΤΕΧΝΟΛ. που γίνεται ταυτόχρονα και προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Πβ. ντούμπλεξ. [< αγγλ. duplex operation] , διαδραστική τηλεόραση βλ. διαδραστικός [< 1: μτγν. ἀμφίδρομος, αγγλ. duplex, bidirectional, 1941 2: αγγλ. interactive, 1967]
2761αμφίεση[ἀμφίεση] αμ-φί-ε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των εξωτερικών ρούχων που φορά κάποιος, το ντύσιμό του: αποκριάτικη/ατημέλητη/βραδινή/επίσημη/καλοκαιρινή/παραδοσιακή/προκλητική/σπορ ~. Αξεσουάρ ~ης. Οι ~έσεις των ηθοποιών. Πβ. ενδυμασία, περιβολή. [< μτγν. ἀμφίεσις ‘ρουχισμός’]
2762αμφιθαλής, ής, ές [ἀμφιθαλής] αμ-φι-θα-λής επίθ. {αμφιθαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): για αδέλφια που γεννήθηκαν από τους ίδιους γονείς. Βλ. ομο-μήτριος, -πάτριος. ΣΥΝ. αυτάδελφος ΑΝΤ. ετεροθαλής [< μεσν. αμφιθαλής]
2763αμφιθεατρικός, ή, ό [ἀμφιθεατρικός] αμ-φι-θε-α-τρι-κός επίθ. 1. που έχει διάταξη αμφιθεάτρου, κλιμακωτός και συνήθ. ημικυκλικός: ~ός: χώρος. ~ή: αίθουσα.|| ~ά: καθίσματα (= ειδικά, κατάλληλα για αμφιθέατρο). 2. πανοραμικός: ~ή: θέα/θέση/τοποθεσία. ● επίρρ.: αμφιθεατρικά [< γαλλ. amphithéâtrale, αγγλ. amphitheatric(al), πβ. μτγν. ἀμφιθέατρος]
2764αμφιθέατρο[ἀμφιθέατρο] αμ-φι-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.) 1. αίθουσα διαλέξεων, παραστάσεων, συναυλιών, όπου τα καθίσματα είναι τοποθετημένα κλιμακωτά και συνήθ. ημικυκλικά απέναντι από την έδρα, τη σκηνή ή την εξέδρα· συνεκδ. οι θεατές ή ακροατές που βρίσκονται σε αυτή: ανοιχτό/δημοτικό/υπαίθριο ~. Το ~ του μουσείου/σχολείου. Έδρανα/φουαγιέ ~άτρου. Η εκδήλωση/ημερίδα θα πραγματοποιηθεί στο ~ του Πανεπιστημίου/Πολυτεχνείου. Βλ. άουλα.|| Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε στο ~ ο ομιλητής. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ρωμαϊκό κτίσμα, στρογγυλό ή ελλειψοειδές, με κλιμακωτά καθίσματα και αρένα στη μέση: Το ~ των Φλαβίων στη Ρώμη, γνωστό ως Κολοσσαίο. [< 1: γαλλ. amphithéâtre, αγγλ. amphitheater 2: μτγν. ἀμφιθέατρον]
2765αμφιθυμία[ἀμφιθυμία] αμ-φι-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. ψυχική κατάσταση κατά την οποία το άτομο διακατέχεται ταυτόχρονα από αντικρουόμενα συναισθήματα: έντονη ~ απέναντι σε κάποιον/κάτι. Η ~ των εφήβων. Αντιφάσεις/εσωτερική σύγκρουση και ~. [< γαλλ. ambivalence, 1911]
2766αμφίθυμος, η, ο [ἀμφίθυμος] αμ-φί-θυ-μος επίθ. & αμφιθυμικός, ή, ό: που χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία: ~ες: αντιδράσεις. ~α: (συν)αισθήματα. ● επίρρ.: αμφίθυμα [< γαλλ. ambivalent, 1924]
2767αμφικτιονία[ἀμφικτιονία] αμ-φι-κτι-ο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε ομοσπονδία (συνήθ. κρατών ή συλλόγων): ευρωπαϊκή ~. 2. ΑΡΧ. θρησκευτική και αργότερα πολιτική ομοσπονδία πόλεων-κρατών της αρχαίας Ελλάδας με κέντρο έναν ναό κοινής λατρείας: δελφική ~. Βλ. συμπολιτεία. [< αρχ. Ἀμφικτυον(ε)ία ‘συνομοσπονδία ελληνικών πόλεων’, γαλλ. amphictyonie, αγγλ. amphictyony]
2768αμφίκυρτος, η, ο [ἀμφίκυρτος] αμ-φί-κυρ-τος επίθ. (επιστ.): που είναι κυρτός και στις δύο του πλευρές: ~ος: φακός. ~ο: δισκίο. [< αρχ. ἀμφίκυρτος, γαλλ. biconvexe]
2769αμφιλεγόμενος, η, ο [ἀμφιλεγόμενος] αμ-φι-λε-γό-με-νος επίθ. (λόγ.): αυτός για τον οποίο υπάρχουν διαφορετικές και συνήθ. αντικρουόμενες απόψεις, ερμηνείες, εκδοχές: ~ος: ηγέτης/όρος/συγγραφέας. ~η: προσωπικότητα. ~α: αποτελέσματα/θέματα/στοιχεία. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν τα πιο ~α (= αμφισβητούμενα, ΑΝΤ. αναμφισβήτητα) σημεία του σχεδίου. Έργο/πρόσωπο ~ο ως προς την αξιοπιστία του. Πβ. αντιλεγό-, διφορού-μενος. [< μτγν. τά ἀμφιλεγόμενα]
2770αμφιλογία[ἀμφιλογία] αμ-φι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): λέξη ή φράση για την οποία υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες· κατ' επέκτ. διάσταση απόψεων: ~ και πολυσημία. Πβ. αμφισημία.|| Η παράσταση προκάλεσε εντάσεις, συζητήσεις και ~ες. Πβ. αντιλογία, διαφωνία, διχογνωμία. Βλ. -λογία. [< αρχ. ἀμφιλογία]
28814Αμφιλυκη λυ-καυ-γές ουσ. (ουδ.) {λυκαυγούς} ΑΝΤ. λυκόφως 1. ΑΣΤΡΟΝ. το αμυδρό φως λίγο πριν από την ανατολή του Ηλίου· συνεκδ. η συγκεκριμένη χρονική φάση: πλανήτης ορατός κατά το ~. Πβ. αμφιλύκη, αυγή, σύθαμπο, χάραμα, χαραυγή. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το ξεκίνημα, η απαρχή μιας χρονικής περιόδου: από το ~ της Ιστορίας μέχρι σήμερα. Στο ~ της νέας χιλιετίας. ΣΥΝ. ανατολή (4) [< 1: μτγν. λυκαυγές]
2771αμφιλύκη[ἀμφιλύκη] αμ-φι-λύ-κη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-λογοτ.): αμυδρό φως κατά την ανατολή ή τη δύση του ηλίου. Πβ. λυκαυγές, λυκόφως. [< αρχ. ἀμφιλύκη]
2772αμφιμονοσήμαντος, η, ο [ἀμφιμονοσήμαντος] αμ-φι-μο-νο-σή-μα-ντος επίθ.: αυτός του οποίου ένα στοιχείο αντιστοιχεί σε ένα και μοναδικό στοιχείο κάποιου άλλου: (ΜΑΘ.) ~η: συνάρτηση/σχέση (: ένα προς ένα). ● επίρρ.: αμφιμονοσήμαντα [< αγγλ. bijective, 1962]
2773αμφίπλευρος, η, ο [ἀμφίπλευρος] αμ-φί-πλευ-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει δύο όψεις, που γίνεται και από τις δύο μεριές ή και στις δύο πλευρές: ~ος: έλεγχος. ~η: ενημέρωση/επικοινωνία (= αμφίδρομη)/(ΒΙΟΛ.) συμμετρία. ~ο: ενδιαφέρον. Πβ. διμερής. Βλ. ετερόπλευρος, -πλευρος. [< μτγν. ἀμφίπλευρος, γαλλ. bilatéral]
2774αμφίποδα[ἀμφίποδα] αμ-φί-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΖΩΟΛ. ομοταξία μικρών οργανισμών (μαλακόστρακα με πλευρικά συμπιεσμένο σώμα) που ζουν συνήθ. παρασιτικά σε γλυκά νερά ή στη θάλασσα. Βλ. αρθρό-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< αγγλ. amphipoda]
2775αμφιπρόστυλος, η, ο [ἀμφιπρόστυλος] αμ-φι-πρό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που έχει στοές με κίονες και στις δύο στενές πλευρές του: ~ ναός δωρικού/ιωνικού ρυθμού. Βλ. περίπτερος. [< μτγν. ἀμφιπρόστυλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.