Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37180-37200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36525οντισιόν[ὀντισιόν] ο-ντι-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: δοκιμαστική ακρόαση προσώπων, κυρ. καλλιτεχνών, και επιλογή των καταλληλότερων για συμμετοχή σε καλλιτεχνική παραγωγή: Επιλέχθηκε για τον ρόλο του πρωταγωνιστή, αφού πέρασε/ύστερα από ~. Ξεκίνησαν οι ~ για ... Τον κάλεσαν σε ~. Πβ. κάστινγκ. [< γαλλ. audition]
36526οντογένεση[ὀντογένεση] ο-ντο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οντογονία: ΒΙΟΛ. στάδια εξέλιξης, διεργασίες και μεταβολές που υφίσταται κάθε έμβιος οργανισμός μέχρι την πλήρη ανάπτυξή του: ~ του ανθρώπου/των εντόμων/των ζώων. (ειδικότ.) ~ του νευρικού συστήματος/της σπονδυλικής στήλης. Βλ. -γένεση, φυλογένεση. [< γαλλ. ontogenèse, αγγλ. ontogenesis]
36527οντολογία[ὀντολογία] ο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {οντολογιών} 1. ΦΙΛΟΣ. γενική διερεύνηση του όντος· συνεκδ. η μελέτη της φύσης της ύπαρξης και ο αντίστοιχος κλάδος της μεταφυσικής: κοινωνική/πλατωνική/σύγχρονη ~. Βλ. υπαρξισμός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. {συχνά στον πληθ.} συλλογές πληροφοριών που αναπαριστούν τη σημασιολογία των δεδομένων με τρόπο κατανοητό από τους υπολογιστές και περιγράφουν σαφώς το γνωστικό πεδίο αυτών των δεδομένων, ορίζοντας τις βασικές έννοιές του, τις ιδιότητες αυτών των εννοιών και θέτοντας περιορισμούς στις ιδιότητες αυτές: γλώσσα ~ας ιστού. Διαχείριση ~ών. Βλ. -λογία, μεταδεδομένα, σημασιολογικός ιστός. [< 1: γαλλ. ontologie 2: αγγλ. ontology]
36528οντολογικός, ή, ό [ὀντολογικός] ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οντολογία: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: μηδενισμός/προβληματισμός/προσδιορισμός. ~ή: απόδειξη (της ύπαρξης του Θεού)/διάσταση/ερμηνεία/θεώρηση/πραγματικότητα/υπόσταση. ~ό: επίπεδο/ζήτημα/πρόβλημα. ~ές: κατηγορίες. ~ά και κοσμογονικά ερωτήματα. Βλ. αξιολογικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: γλώσσα (ιστού). ~ό: μοντέλο. ● επίρρ.: οντολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. ontologique, αγγλ. ontological]
36529οντότητα[ὀντότητα] ο-ντό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {οντοτήτ-ων} 1. οτιδήποτε έχει φυσική ή εννοιολογική ύπαρξη με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: γεωγραφική (π.χ. νησί)/εθνική (= έθνος)/επιχειρηματική (= επιχείρηση)/εταιρική (= εταιρεία)/θεσμική (π.χ. πανεπιστήμιο)/θρησκευτική (π.χ. χριστιανισμός)/κοινωνική (π.χ. πόλη, χωριό)/κρατική (= κράτος)/μαθηματική (π.χ. γράφημα)/νομική (π.χ. σωματείο)/νοσολογική (π.χ. κατάθλιψη)/οικονομική/πολιτική ~. Ο άνθρωπος ως πνευματική/ψυχοσωματική ~. Η ιστορική/πολιτισμική ~ της Ελλάδας. Το πνεύμα είναι άυλη/μη υλική ~. Ο χρόνος και ο χώρος αποτελούν ενιαία ~. Πβ. υπόσταση. 2. ον, πλάσμα: ανθρώπινη/ανώτερη/δαιμονική/εξωγήινη ~. Αντιμετωπίζει κάθε μαθητή ως ανεξάρτητη/αυθύπαρκτη/ξεχωριστή ~ (πβ. προσωπικότητα). 3. ΠΛΗΡΟΦ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (σε βάσεις δεδομένων) διακριτό αντικείμενο του πραγματικού κόσμου που περιγράφεται από ένα σύνολο ιδιοτήτων: κλειδί ~ας. Σχέσεις/τύποι ~ων. Μοντέλο ~ων-συσχετίσεων. Βλ. οντολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης (συντομ. ΕΤΟ): ΠΛΗΡΟΦ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλος φορέας που εκδίδει ψηφιακά πιστοποιητικά (ηλεκτρονικές υπογραφές) ή παρέχει συναφείς υπηρεσίες και εξασφαλίζει το απόρρητο των επικοινωνιών. Βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο, κρυπτογραφία. [< αγγλ. Trusted Third Party/Certification Services Provider] [< 1,2: μτγν. ὀντότης, γαλλ. entité, essence 3: αγγλ. entity]
36530οντουλέ[ὀντουλέ] ο-ντου-λέ επίθ. {άκλ.}: που έχει αυλακώσεις, κυματιστός: ~ χαρτί.|| (ως ουσ.) Κατασκευή από ~ (ενν. χαρτόνι). Πβ. αυλακωτός, γκοφρέ. [< γαλλ. ondulé]
36531όντως[ὄντως] ό-ντως επίρρ. (λόγ.): πράγματι: Πρόκειται ~ για μια πολύ περίεργη υπόθεση. ~ ισχύει αυτό που λες. Η δύναμη επιρροής του είναι ~ μεγάλη. Πιστεύεις ότι ~ συμβαίνει κάτι τέτοιο; Αν ~ έτσι έχουν τα πράγματα, τότε υπάρχει πρόβλημα. ΣΥΝ. αληθινά, τωόντι & τω όντι [< αρχ. ὄντως]
36532όνυχας1[ὄνυχας] ό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) {ονύχων} 1. (λόγ.) νύχι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ο οποίος μεταδίδει περιστροφική κίνηση κατά διαλείμματα και κατά μία διεύθυνση, εμποδίζοντας την αντίθετη περιστροφή: ανασταλτικός ~. ● ΦΡ.: εξ όνυχος τον λέοντα (λόγ.): για να δηλωθεί ότι αρκεί ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό στοιχείο για την εξαγωγή συμπεράσματος., από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, εξ απαλών ονύχων βλ. απαλός [< 1: αρχ. ὄνυξ]
36533όνυχας2[ὄνυχας] ό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) {ονύχων}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του χαλκηδονίου, με κύριο χαρακτηριστικό την εναλλαγή παράλληλων ζωνών διαφόρων χρωμάτων: λευκός/μαύρος ~. Βραχιόλι/κολιέ/κομπολόι από/με ~α. Είδη από ~α και αλάβαστρο. Βλ. σαρδ~. [< μτγν. ὄνυξ, γαλλ.-αγγλ. onyx]
36534ονυχογρύπωση[ὀνυχογρύπωση] ο-νυ-χο-γρύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερτροφία και καμπύλωση νυχιού. [< αγγλ. onychogryp(h)osis]
36535ονυχομυκητίαση[ὀνυχομυκητίαση] ο-νυ-χο-μυ-κη-τί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση των νυχιών. Βλ. δερματόφυτα, παρωνυχία. [< γαλλ. onychomycose, αγγλ. onychomycosis]
36536ονυχοπλαστική[ὀνυχοπλαστική] ο-νυ-χο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): τεχνική διόρθωσης (προσθετικής) των νυχιών που παρουσιάζουν άσχημη εμφάνιση, κυρ. ως αποτέλεσμα δυστροφίας ή ονυχοφαγίας. Βλ. μανικιούρ, -πλαστική.
36537ονυχοτιλλομανία[ὀνυχοτιλλομανία] ο-νυ-χο-τιλ-λο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρωτική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονο φάγωμα των νυχιών. Βλ. -μανία. [< αγγλ. onychotillomania]
36538ονυχοφαγία[ὀνυχοφαγία] ο-νυ-χο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνήθεια κοπής των νυχιών (ή/και της επιδερμικής περιοχής γύρω από αυτά) με τα δόντια. Βλ. -φαγία. [< γαλλ. onychophagie, αγγλ. onychophagia, onychophagy]
36539ονυχοφόρος, ος/α, ο [ὀνυχοφόρος] ο-νυ-χο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που φέρει νύχια: Οι ~ες φάλαγγες των δακτύλων.|| (ΖΩΟΛ., κ. ως ουσ.) Τα ~α (ενν. θηλαστικά, σε αντιδιαστολή με τα οπληφόρα). Βλ. -φόρος. [< μτγν. ὀνυχοφόρος, γαλλ. onychophore]
36540οξαλίδα[ὀξαλίδα] ο-ξα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. χαμηλή ετήσια και πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. οxalis pes-caprae) με σύνθετα φύλλα που σχηματίζουν ροζέτα και καλλιεργούνται για το διακοσμητικό φύλλωμά τους και για την πλούσια ανθοφορία τους· ειδικότ. πολυετές πλατύφυλλο ζιζάνιο (αγριόχορτο) με κίτρινα άνθη, που απαντά κυρ. σε ελαιώνες, αμπελώνες και σε ακαλλιέργητες εκτάσεις. ΣΥΝ. ξινήθρα [< μτγν. ὀξαλίς, γαλλ. oxalide, γαλλ.-αγγλ. oxalis]
36541οξαλικός, ή, ό [ὀξαλικός] ο-ξα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το οξαλικό οξύ ή τα παράγωγά του: (ΧΗΜ.) ~ός: σίδηρος. ~ό: αμμώνιο/ασβέστιο/κάλιο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: λιθίαση (: σχηματισμός λίθων στους νεφρούς λόγω εναπόθεσης ~ών αλάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: οξαλικό οξύ: ΧΗΜ. κρυσταλλικό άχρωμο οργανικό οξύ (σύμβ. (H2C2O4)με τοξικές ιδιότητες που απαντάται σε φυτά και χρησιμοποιείται στη χημική ανάλυση, στα λευκαντικά και για την απομάκρυνση της σκουριάς. [< γαλλ. oxalique, αγγλ. oxalic]
36542οξάλμη[ὀξάλμη] ο-ξάλ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα από ξίδι, νερό και αλάτι το οποίο παρασκευάζεται για τη συντήρηση τροφίμων (κυρ. λαχανικών) μέσα σε αυτό: ελιές σε ~. Βλ. σαλαμούρα, τουρσί. [< αρχ. ὀξάλμη]
36543οξεία[ὀξεῖα] ο-ξεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. τονικό σημείο (΄) το οποίο σημειώνεται πάνω από το φωνήεν που παρουσιάζει σε μία λέξη τη μεγαλύτερη ακουστότητα και τονικό ύψος (στο πολυτονικό σύστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας) ή τη μεγαλύτερη διάρκεια, ακουστότητα και τονικό ύψος (στο μονοτονικό σύστημα της Νέας Ελληνικής). Βλ. βαρεία, δασεία, περισπωμένη. ● ΦΡ.: δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα [< μτγν. ὀξεῖα]
36544οξειδάση[ὀξειδάση] ο-ξει-δά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. είδος ενζύμων που προκαλούν οξείδωση· ειδικότ. ένζυμο που αντιδρά με το μοριακό οξυγόνο και καταλύει την οξείδωση του υποστρώματος: αλκοολική/ουρική ~. ~ της γλυκόζης/του κυτοχρώματος/της λυσίνης/της ξανθίνης. Βλ. υπερ~. [< γαλλ. oxydase, αγγλ. oxidase]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.