| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36528 | οντολογικός | , ή, ό [ὀντολογικός] ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οντολογία: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: μηδενισμός/προβληματισμός/προσδιορισμός. ~ή: απόδειξη (της ύπαρξης του Θεού)/διάσταση/ερμηνεία/θεώρηση/πραγματικότητα/υπόσταση. ~ό: επίπεδο/ζήτημα/πρόβλημα. ~ές: κατηγορίες. ~ά και κοσμογονικά ερωτήματα. Βλ. αξιολογικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: γλώσσα (ιστού). ~ό: μοντέλο. ● επίρρ.: οντολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. ontologique, αγγλ. ontological] | |
| 36529 | οντότητα | [ὀντότητα] ο-ντό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {οντοτήτ-ων} 1. οτιδήποτε έχει φυσική ή εννοιολογική ύπαρξη με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: γεωγραφική (π.χ. νησί)/εθνική (= έθνος)/επιχειρηματική (= επιχείρηση)/εταιρική (= εταιρεία)/θεσμική (π.χ. πανεπιστήμιο)/θρησκευτική (π.χ. χριστιανισμός)/κοινωνική (π.χ. πόλη, χωριό)/κρατική (= κράτος)/μαθηματική (π.χ. γράφημα)/νομική (π.χ. σωματείο)/νοσολογική (π.χ. κατάθλιψη)/οικονομική/πολιτική ~. Ο άνθρωπος ως πνευματική/ψυχοσωματική ~. Η ιστορική/πολιτισμική ~ της Ελλάδας. Το πνεύμα είναι άυλη/μη υλική ~. Ο χρόνος και ο χώρος αποτελούν ενιαία ~. Πβ. υπόσταση. 2. ον, πλάσμα: ανθρώπινη/ανώτερη/δαιμονική/εξωγήινη ~. Αντιμετωπίζει κάθε μαθητή ως ανεξάρτητη/αυθύπαρκτη/ξεχωριστή ~ (πβ. προσωπικότητα). 3. ΠΛΗΡΟΦ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (σε βάσεις δεδομένων) διακριτό αντικείμενο του πραγματικού κόσμου που περιγράφεται από ένα σύνολο ιδιοτήτων: κλειδί ~ας. Σχέσεις/τύποι ~ων. Μοντέλο ~ων-συσχετίσεων. Βλ. οντολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης (συντομ. ΕΤΟ): ΠΛΗΡΟΦ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλος φορέας που εκδίδει ψηφιακά πιστοποιητικά (ηλεκτρονικές υπογραφές) ή παρέχει συναφείς υπηρεσίες και εξασφαλίζει το απόρρητο των επικοινωνιών. Βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο, κρυπτογραφία. [< αγγλ. Trusted Third Party/Certification Services Provider] [< 1,2: μτγν. ὀντότης, γαλλ. entité, essence 3: αγγλ. entity] | |
| 36530 | οντουλέ | [ὀντουλέ] ο-ντου-λέ επίθ. {άκλ.}: που έχει αυλακώσεις, κυματιστός: ~ χαρτί.|| (ως ουσ.) Κατασκευή από ~ (ενν. χαρτόνι). Πβ. αυλακωτός, γκοφρέ. [< γαλλ. ondulé] | |
| 36531 | όντως | [ὄντως] ό-ντως επίρρ. (λόγ.): πράγματι: Πρόκειται ~ για μια πολύ περίεργη υπόθεση. ~ ισχύει αυτό που λες. Η δύναμη επιρροής του είναι ~ μεγάλη. Πιστεύεις ότι ~ συμβαίνει κάτι τέτοιο; Αν ~ έτσι έχουν τα πράγματα, τότε υπάρχει πρόβλημα. ΣΥΝ. αληθινά, τωόντι & τω όντι [< αρχ. ὄντως] | |
| 36532 | όνυχας1 | [ὄνυχας] ό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) {ονύχων} 1. (λόγ.) νύχι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ο οποίος μεταδίδει περιστροφική κίνηση κατά διαλείμματα και κατά μία διεύθυνση, εμποδίζοντας την αντίθετη περιστροφή: ανασταλτικός ~. ● ΦΡ.: εξ όνυχος τον λέοντα (λόγ.): για να δηλωθεί ότι αρκεί ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό στοιχείο για την εξαγωγή συμπεράσματος., από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, εξ απαλών ονύχων βλ. απαλός [< 1: αρχ. ὄνυξ] | |
| 36533 | όνυχας2 | [ὄνυχας] ό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) {ονύχων}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του χαλκηδονίου, με κύριο χαρακτηριστικό την εναλλαγή παράλληλων ζωνών διαφόρων χρωμάτων: λευκός/μαύρος ~. Βραχιόλι/κολιέ/κομπολόι από/με ~α. Είδη από ~α και αλάβαστρο. Βλ. σαρδ~. [< μτγν. ὄνυξ, γαλλ.-αγγλ. onyx] | |
| 36534 | ονυχογρύπωση | [ὀνυχογρύπωση] ο-νυ-χο-γρύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερτροφία και καμπύλωση νυχιού. [< αγγλ. onychogryp(h)osis] | |
| 36535 | ονυχομυκητίαση | [ὀνυχομυκητίαση] ο-νυ-χο-μυ-κη-τί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση των νυχιών. Βλ. δερματόφυτα, παρωνυχία. [< γαλλ. onychomycose, αγγλ. onychomycosis] | |
| 36536 | ονυχοπλαστική | [ὀνυχοπλαστική] ο-νυ-χο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): τεχνική διόρθωσης (προσθετικής) των νυχιών που παρουσιάζουν άσχημη εμφάνιση, κυρ. ως αποτέλεσμα δυστροφίας ή ονυχοφαγίας. Βλ. μανικιούρ, -πλαστική. | |
| 36537 | ονυχοτιλλομανία | [ὀνυχοτιλλομανία] ο-νυ-χο-τιλ-λο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρωτική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονο φάγωμα των νυχιών. Βλ. -μανία. [< αγγλ. onychotillomania] | |
| 36538 | ονυχοφαγία | [ὀνυχοφαγία] ο-νυ-χο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνήθεια κοπής των νυχιών (ή/και της επιδερμικής περιοχής γύρω από αυτά) με τα δόντια. Βλ. -φαγία. [< γαλλ. onychophagie, αγγλ. onychophagia, onychophagy] | |
| 36539 | ονυχοφόρος | , ος/α, ο [ὀνυχοφόρος] ο-νυ-χο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που φέρει νύχια: Οι ~ες φάλαγγες των δακτύλων.|| (ΖΩΟΛ., κ. ως ουσ.) Τα ~α (ενν. θηλαστικά, σε αντιδιαστολή με τα οπληφόρα). Βλ. -φόρος. [< μτγν. ὀνυχοφόρος, γαλλ. onychophore] | |
| 36540 | οξαλίδα | [ὀξαλίδα] ο-ξα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. χαμηλή ετήσια και πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. οxalis pes-caprae) με σύνθετα φύλλα που σχηματίζουν ροζέτα και καλλιεργούνται για το διακοσμητικό φύλλωμά τους και για την πλούσια ανθοφορία τους· ειδικότ. πολυετές πλατύφυλλο ζιζάνιο (αγριόχορτο) με κίτρινα άνθη, που απαντά κυρ. σε ελαιώνες, αμπελώνες και σε ακαλλιέργητες εκτάσεις. ΣΥΝ. ξινήθρα [< μτγν. ὀξαλίς, γαλλ. oxalide, γαλλ.-αγγλ. oxalis] | |
| 36541 | οξαλικός | , ή, ό [ὀξαλικός] ο-ξα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το οξαλικό οξύ ή τα παράγωγά του: (ΧΗΜ.) ~ός: σίδηρος. ~ό: αμμώνιο/ασβέστιο/κάλιο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: λιθίαση (: σχηματισμός λίθων στους νεφρούς λόγω εναπόθεσης ~ών αλάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: οξαλικό οξύ: ΧΗΜ. κρυσταλλικό άχρωμο οργανικό οξύ (σύμβ. (H2C2O4)με τοξικές ιδιότητες που απαντάται σε φυτά και χρησιμοποιείται στη χημική ανάλυση, στα λευκαντικά και για την απομάκρυνση της σκουριάς. [< γαλλ. oxalique, αγγλ. oxalic] | |
| 36542 | οξάλμη | [ὀξάλμη] ο-ξάλ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα από ξίδι, νερό και αλάτι το οποίο παρασκευάζεται για τη συντήρηση τροφίμων (κυρ. λαχανικών) μέσα σε αυτό: ελιές σε ~. Βλ. σαλαμούρα, τουρσί. [< αρχ. ὀξάλμη] | |
| 36543 | οξεία | [ὀξεῖα] ο-ξεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. τονικό σημείο (΄) το οποίο σημειώνεται πάνω από το φωνήεν που παρουσιάζει σε μία λέξη τη μεγαλύτερη ακουστότητα και τονικό ύψος (στο πολυτονικό σύστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας) ή τη μεγαλύτερη διάρκεια, ακουστότητα και τονικό ύψος (στο μονοτονικό σύστημα της Νέας Ελληνικής). Βλ. βαρεία, δασεία, περισπωμένη. ● ΦΡ.: δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα [< μτγν. ὀξεῖα] | |
| 36544 | οξειδάση | [ὀξειδάση] ο-ξει-δά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. είδος ενζύμων που προκαλούν οξείδωση· ειδικότ. ένζυμο που αντιδρά με το μοριακό οξυγόνο και καταλύει την οξείδωση του υποστρώματος: αλκοολική/ουρική ~. ~ της γλυκόζης/του κυτοχρώματος/της λυσίνης/της ξανθίνης. Βλ. υπερ~. [< γαλλ. oxydase, αγγλ. oxidase] | |
| 36545 | οξείδιο | [ὀξείδιο] ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {οξειδί-ου | -ων} & (σπάν.) οξίδιο: ΧΗΜ. ένωση στοιχείου ή ρίζας με οξυγόνο: ένυδρο/μεταλλικό/νιτρικό/νιτρώδες ~. Βασικά/επαμφοτερίζοντα/όξινα ~α. ~ του αζώτου (= επ~)/αλουμινίου (= αλουμίνα)/άνθρακα/αργιλίου/κασσίτερου/μαγνησίου/πυριτίου/σιδήρου/τιτανίου/χαλκού/ψευδαργύρου. Βλ. δι~, μον~, πρωτ~, τρι~, υδρ~, υπερ~, υπ~. [< γαλλ. oxyde, αγγλ.-γαλλ. oxide] | |
| 36546 | οξειδοαναγωγή | [ὀξειδοαναγωγή] ο-ξει-δο-α-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) & οξιδοαναγωγή: ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία πραγματοποιείται απώλεια ηλεκτρονίων (οξείδωση) από τα άτομα μιας ουσίας και πρόσληψή τους από τα άτομα μιας άλλης (αναγωγή). ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικό οξειδοαναγωγής: μέτρηση του αριθμού οξείδωσης ενός συστήματος. [< γαλλ. oxydoréduction, αρχές του 20ού αι., αγγλ. oxidation-reduction] | |
| 36547 | οξειδοαναγωγικός | , ή, ό [ὀξειδοαναγωγικός] ο-ξει-δο-α-να-γω-γι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την οξειδοαναγωγή: ~ή: ισορροπία/κατάσταση. ~ό: δυναμικό (: δυναμικό οξειδοαναγωγής)/ζεύγος/σύστημα. ~ές: αντιδράσεις. ~ά: ένζυμα. [< γαλλ. oxydoréducteur, αγγλ. oxidoreductive, 1951] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ