Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37200-37220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36545οξείδιο[ὀξείδιο] ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {οξειδί-ου | -ων} & (σπάν.) οξίδιο: ΧΗΜ. ένωση στοιχείου ή ρίζας με οξυγόνο: ένυδρο/μεταλλικό/νιτρικό/νιτρώδες ~. Βασικά/επαμφοτερίζοντα/όξινα ~α. ~ του αζώτου (= επ~)/αλουμινίου (= αλουμίνα)/άνθρακα/αργιλίου/κασσίτερου/μαγνησίου/πυριτίου/σιδήρου/τιτανίου/χαλκού/ψευδαργύρου. Βλ. δι~, μον~, πρωτ~, τρι~, υδρ~, υπερ~, υπ~. [< γαλλ. oxyde, αγγλ.-γαλλ. oxide]
36546οξειδοαναγωγή[ὀξειδοαναγωγή] ο-ξει-δο-α-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) & οξιδοαναγωγή: ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία πραγματοποιείται απώλεια ηλεκτρονίων (οξείδωση) από τα άτομα μιας ουσίας και πρόσληψή τους από τα άτομα μιας άλλης (αναγωγή). ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικό οξειδοαναγωγής: μέτρηση του αριθμού οξείδωσης ενός συστήματος. [< γαλλ. oxydoréduction, αρχές του 20ού αι., αγγλ. oxidation-reduction]
36547οξειδοαναγωγικός, ή, ό [ὀξειδοαναγωγικός] ο-ξει-δο-α-να-γω-γι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την οξειδοαναγωγή: ~ή: ισορροπία/κατάσταση. ~ό: δυναμικό (: δυναμικό οξειδοαναγωγής)/ζεύγος/σύστημα. ~ές: αντιδράσεις. ~ά: ένζυμα. [< γαλλ. oxydoréducteur, αγγλ. oxidoreductive, 1951]
36548οξειδώνει[ὀξειδώνει] ο-ξει-δώ-νει ρ. (μτβ.) {οξείδω-σε, οξειδώ-θηκε, -θεί, -μένος, οξειδ-ούμενος} & (σπάν.) οξιδώνει (επιστ.): (για χημικό στοιχείο) αντιδρά με οξυγόνο και μετατρέπεται σε οξείδιο· ειδικότ. σκουριάζει: (ΧΗΜ.) Το κρασί ~εται. Το λάδι ~θηκε (: τάγγισε) μετά το πρώτο τηγάνισμα. Τα θειούχα ιόντα ~ονται σε άλατα θειικού οξέος. Ουράνιο σε ~μένη μορφή.|| Ο αέρας ~ τα μέταλλα (πβ. διαβρώνει). ~μένος: χαλκός. ~μένη: επιφάνεια. ~μένο: ασήμι.|| (ΒΙΟΧ.) Η γλυκόζη ~εται στα κύτταρα και απελευθερώνει ενέργεια. Η άσκηση ~ το λίπος (βλ. καίω). ~μένη: χοληστερόλη. [< γαλλ. oxider, oxyder, αγγλ. oxidate]
36549οξείδωση[ὀξείδωση] ο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οξίδωση 1. ΧΗΜ. αντίδραση ουσίας με οξυγόνο, η οποία συνεπάγεται την απώλεια ηλεκτρονίων και την ταυτόχρονη αύξηση του θετικού σθένους των ατόμων της: βραδεία/εκλεκτική/μερική/πλήρης/ταχεία ~. Ηλεκτρολυτική/ηλεκτροχημική/θερμική/καταλυτική/φωτοχημική ~. ~ αλκοολών/του κρασιού/του λαδιού (πβ. τάγγισμα)/των οργανικών ουσιών/των τροφίμων. Αντιδράσεις/προϊόντα ~ης. Ορυκτέλαιο με υψηλή αντοχή στην ~. Βλ. υπερ~. 2. ΒΙΟΧ. η φάση του μεταβολισμού που περιλαμβάνει τη διάσπαση των τροφών και την ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας· καταβολισμός: βιολογική ~. ~ του οργανισμού. ~ λιπαρών οξέων/λιπιδίων/λίπους/πρωτεϊνών. 3. σκούριασμα: επιφανειακή ~. ~ των μετάλλων/του σιδήρου. Ανοδική ~ αλουμινίου (βλ. ανοδίωση). ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός οξείδωσης & κατάσταση οξείδωσης: ΧΗΜ. ο συνολικός αριθμός ηλεκτρονίων που παίρνει ή χάνει ένα άτομο, ώστε να σχηματίσει χημική ένωση με άλλο άτομο. [< αγγλ. oxidation state/number, 1928] [< γαλλ. oxidation, oxydation, αγγλ. oxidation]
36550οξειδωτής[ὀξειδωτής] ο-ξει-δω-τής ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. καθετί που προκαλεί οξείδωση: υγρό οξυγόνο σε ρόλο ~ή. [< γαλλ.-αγγλ. oxydant]
36551οξειδωτικός, ή, ό [ὀξειδωτικός] ο-ξει-δω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) οξιδωτικός: ΧΗΜ. που προκαλεί οξείδωση: ~ός: καταλύτης/παράγοντας. ~ή: αφυδρογόνωση/διάσπαση/δράση/παλαίωση (κρασιού). ~ό: γαλάκτωμα/μέσο. ~ές: αντιδράσεις/ενώσεις/συνθήκες. ~ά: υλικά.|| (ως ουσ.) Ισχυρά ~ά.|| (ΒΙΟΧ.) ~ός: μεταβολισμός. ΑΝΤ. αντιοξειδωτικός ● ΣΥΜΠΛ.: οξειδωτικό στρες & οξειδωτικό άγχος: υπερβολική αύξηση των ελεύθερων ριζών οξυγόνου στον οργανισμό που συντελεί στις χρόνιες παθήσεις και τον κυτταρικό εκφυλισμό. [< αγγλ. oxidative stress] , οξειδωτική φωσφορυλίωση βλ. φωσφορυλίωση [< γαλλ.-αγγλ. oxydant, αγγλ. oxidative]
36552οξεοβασικός, ή, ό [ὀξεοβασικός] ο-ξε-ο-βα-σι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οξεοβασική ισορροπία: ΒΙΟΧ. ισορροπία μεταξύ της οξύτητας και της αλκαλικότητας των υγρών του οργανισμού. [< αγγλ. acid-base balance, 1917]
36553οξέωση[ὀξέωση] ο-ξέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. συσσώρευση οξέος και απώλεια αλκαλικότητας στο αίμα και τους ιστούς με αποτέλεσμα την μείωση του πεχά: αναπνευστική/γαλακτική/διαβητική/μεταβολική (= κετ~) ~. Βλ. αλκάλωση. [< αγγλ. acidosis, 1900, γαλλ. acidose, 1909]
36554οξιά[ὀξιά] ο-ξιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψηλό φυλλοβόλο δέντρο (γένος Fagus) με λείο γκρίζο φλοιό, κωνικό φύλλωμα και μικρούς καρπούς· συνεκδ. το ξύλο του: δασική ~. Πβ. φηγός.|| Έπιπλα από μασίφ/φουρνιστή ~. Βλ. καρυδιά, κερασιά. [< μεσν. οξιά]
36555οξίδιοβλ. οξείδιο
36556οξιδοαναγωγήβλ. οξειδοαναγωγή
36557οξιδώνειβλ. οξειδώνει
36558οξίδωσηβλ. οξείδωση
36559οξικός, ή, ό [ὀξικός] ο-ξι-κός επίθ.: ΧΗΜ. -ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το όξος (ξίδι) ή το οξικό οξύ: ~ός: ανυδρίτης/εστέρας/μόλυβδος/χαλκός/ψευδάργυρος. ~ή: ζύμωση (: του κρασιού, από την οποία προέρχεται το ξίδι). ~ό: άλας/αργίλιο/ασβέστιο/βινύλιο/κάλιο/νάτριο. ~ά: βακτήρια.|| ~ή: κυτταρίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: οξικό οξύ: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. άχρωμο οργανικό οξύ (σύμβ. C2H4O2) με χαρακτηριστική, έντονη οσμή που αποτελεί το κύριο συστατικό του ξιδιού και χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή πλαστικών και σε φαρμακευτικά προϊόντα. Βλ. ακετύλιο. [< γαλλ. acétique, αγγλ. acetic]
36560οξίνιση[ὀξίνιση] ο-ξί-νι-ση ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη όξινων ιδιοτήτων στο περιβάλλον: ~ των δασών/του εδάφους/των ωκεανών. Το κιτρικό οξύ ως μέσο ~ης. Ατμοσφαιρικοί ρύποι που προκαλούν ~. [< αγγλ-γαλλ. acidification]
36561όξινος, η, ο [ὄξινος] ό-ξι-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα οξέα, που περιέχει πολλά οξέα: ~ος: χαρακτήρας (διαλύματος). ~η: φωσφατάση. ~ο: άλας/ανθρακικό αμμώνιο/φωσφορικό ασβέστιο/θειικό κάλιο/θειώδες νάτριο. Βλ. αλκαλικός.|| ~ος: μανδύας επιδερμίδας. ~η: δράση προϊόντος. ~ο: έδαφος/καθαριστικό (: με διάλυμα οξέος για την απομάκρυνση των ακαθαρσιών)/νερό/περιβάλλον/(γαστρικό) υγρό. ~ες: ιδιότητες/ουσίες/συνθήκες. ~α: αέρια/απόβλητα. 2. (για τροφές) ξινός: ~ος: καρπός/καφές/χυμός (βλ. λεμόνι). ~α: φρούτα (π.χ. πορτοκάλι, γκρέιπ φρουτ, μανταρίνι).|| ~η: γεύση/οσμή. Βλ. στυφός. ● ΣΥΜΠΛ.: όξινη βροχή: ΟΙΚΟΛ. φαινόμενο κατά το οποίο ποσότητες κυρ. θειικού και νιτρικού οξέος, που απελευθερώνονται κατά την καύση φυσικών καυσίμων, φτάνουν στο έδαφος με τη βροχή, το χιόνι, την ομίχλη, το χαλάζι, προκαλώντας καταστρεπτικές συνέπειες στη χλωρίδα και την πανίδα, καθώς και σε κτίρια και μνημεία. [< αγγλ. acid rain, 1845] , όξινη απορροή (μεταλλείων) βλ. απορροή, όξινο τρυγικό κάλιο βλ. τρυγικός [< μτγν. ὄξινος]
36562οξοποίηση[ὀξοποίηση] ο-ξο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαδικασία παρασκευής ξιδιού. Βλ. -ποίηση.
36563οξοποιία[ὀξοποιία] ο-ξο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή ξιδιού· συνεκδ. η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα και ο σχετικός βιοτεχνικός κλάδος. Βλ. -ποιία. [< γαλλ. vinaigrerie]
36564οξόςβλ. ιξός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.