| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36565 | όξος | [ὄξος] ό-ξος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ξίδι. ● ΦΡ.: όξος και χολή: για πικρόχολα, κακόβουλα σχόλια: Στάζει/χύνει όξο ~ ~. [< αρχ. ὄξος] | |
| 36566 | οξύ | [ὀξύ] ο-ξύ ουσ. (ουδ.) {οξέ-ος | -α, -ων}: ΧΗΜ. κάθε χημική ένωση η οποία απελευθερώνει ιόντα υδρογόνου και κατά τη διάλυσή της στο νερό έχει την ικανότητα να δημιουργεί άλατα, όταν αντιδρά με βάσεις και με ορισμένα μέταλλα: ασθενές/δραστικό/ήπιο/ισχυρό ~. Αρσενικό/ελαϊκό/πυριτικό/φαινολικό/χουμικό ~. Ανόργανα/οργανικά ~α. ~α φρούτων. Βλ. πολυοξέα. ● ΣΥΜΠΛ.: ασκορβικό οξύ: ΒΙΟΧ. η βιταμίνη C: Το ~ ~ είναι φυσικό αντιοξειδωτικό. Τα εσπεριδοειδή είναι πλούσια σε ~ ~., λιπαρά οξέα: ΧΗΜ. οργανικά οξέα που ενώνονται με εστέρες γλυκερίνης και σχηματίζουν λίπος: κορεσμένα/μονοακόρεστα/πολυακόρεστα/ωμέγα-3 ~ ~. Βλ. λιποπρωτεΐνη, σορβικό οξύ, χυλομικρά. [< γαλλ. acides gras] , ακετυλοσαλικυλικό οξύ βλ. ακετυλοσαλικυλικός, ακόρεστα λιπαρά οξέα βλ. ακόρεστος, ακρυλικό οξύ βλ. ακρυλικός, ανθρακικό οξύ βλ. ανθρακικός, βαρβιτουρικό οξύ βλ. βαρβιτουρικός, βενζοϊκό οξύ βλ. βενζοϊκός, βορικό οξύ βλ. βορικός, βουτυρικό οξύ βλ. βουτυρικός, γαλακτικό οξύ βλ. γαλακτικός, γλυκολικό οξύ βλ. γλυκολικός, ηλεκτρικό οξύ βλ. ηλεκτρικός, θειικό οξύ βλ. θειικός, ισοκυανικό οξύ βλ. ισοκυανικός, κιτρικό οξύ βλ. κιτρικός, κορεσμένα λιπαρά οξέα βλ. κορεσμένος, λινελαϊκό οξύ βλ. λινελαϊκός, λυσεργικό οξύ βλ. λυσεργικός, μεθακρυλικό οξύ βλ. μεθακρυλικός, μετατρυγικό οξύ βλ. μετατρυγικός, μηλικό οξύ βλ. μηλικός, μυριστικό οξύ βλ. μυριστικός, μυρμηκικό οξύ βλ. μυρμηκικός, νικοτινικό οξύ βλ. νικοτινικός, νιτρικό οξύ βλ. νιτρικός, νιτρώδες οξύ βλ. νιτρώδης, νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα βλ. νουκλεϊκός & νουκλεϊνικός, οξαλικό οξύ βλ. οξαλικός, οξικό οξύ βλ. οξικός, ουρικό (οξύ) βλ. ουρικός, παλμιτικό οξύ βλ. παλμιτικός, παντοθενικό οξύ βλ. παντοθενικός, πικρικό οξύ βλ. πικρικός, πυροσταφυλικό οξύ βλ. πυροσταφυλικός, σαλικυλικό οξύ βλ. σαλικυλικός, σιαλικό οξύ βλ. σιαλικός, σορβικό οξύ βλ. σορβικός, στεατικό οξύ βλ. στεατικός, τερεφθαλικό οξύ βλ. τερεφθαλικός, τρυγικό οξύ βλ. τρυγικός, υαλουρονικό οξύ βλ. υαλουρονικός, υδροκυανικό οξύ βλ. υδροκυανικός, υδροχλωρικό οξύ βλ. υδροχλωρικός, υπερχλωρικό οξύ βλ. υπερχλωρικός, φθαλικό οξύ βλ. φθαλικός, φολικό οξύ βλ. φολικός, φυτικό οξύ βλ. φυτικός, φωσφορικό οξύ βλ. φωσφορικός, χολικό οξύ βλ. χολικός [< γερμ. Säure, γαλλ. acide, αγγλ. acid] | |
| 36567 | οξυ1- & οξύ- | (λόγ.) α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. αιχμηρού: οξυ-κόρυφος.|| Oξυ-γώνιος.|| (μτφ.) Οξύ-νους (: με κοφτερό μυαλό, ΑΝΤ. βραδύ-). 2. (μτφ.) διαπεραστικού: οξύ-ηχος.|| (ουσιαστικοπ.) (Ο) Οξύ-φωνος (ΑΝΤ. βαθύ-).|| Οξύ-τονος. 3. (μτφ.) έντονου: οξύ-θυμος. | |
| 36568 | οξυ2- & οξύ- | : ΧΗΜ. α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε οξέα: οξυ-χλωριούχος. Οξύ-μετρο.|| Oξ-ύ-τητα. | |
| 36569 | οξύαυλος | [ὀξύαυλος] ο-ξύ-αυ-λος ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. όμποε. [< γαλλ. hautbois] | |
| 36570 | οξύγαλα | [ὀξύγαλα] ο-ξύ-γα-λα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ξινόγαλο. [< μτγν. ὀξύγαλα] | |
| 36571 | οξυγαλακτικός | , ή, ό [ὀξυγαλακτικός] ο-ξυ-γα-λα-κτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που σχετίζεται με την παραγωγή γαλακτικού οξέος: ~ές: καλλιέργειες. ~ά: βακτήρια. | |
| 36572 | οξυγόνο | [ὀξυγόνο] ο-ξυ-γό-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο αέριο (σύμβ. O, Ζ 8) που αποτελεί κύριο συστατικό του ατμοσφαιρικού αέρα, είναι απαραίτητο για την αναπνοή, τη ζωή και την καύση των στοιχείων, με τα περισσότερα από τα οποία σχηματίζει ενώσεις (οξείδια): ατομικό/διαλυμένο/ελεύθερο/ενεργό/ιατρικό/ιονισμένο/καθαρό/μοριακό/υγρό ~. Άτομα/μόρια ~ου. Απορρόφηση/έλλειψη/επίπεδα/κατανάλωση/κορεσμός/περιεκτικότητα (π.χ. στο νερό)/ποσοστά/πρόσληψη/στέρηση ~ου. Ο κύκλος του ~ου. Υψηλή/χαμηλή συγκέντρωση ~ου στο αίμα. ~ υψηλής ροής. Μεταφορά ~ου στο έμβρυο. Τροφοδοσία των ιστών με ~.|| Αισθητήρας/αναλυτής/συμπυκνωτής ~ου. 2. (συνεκδ.) καθαρός αέρας: Πάμε στην εξοχή να αναπνεύσουμε λίγο ~.|| (μτφ.) Πνεύμονες ~ου (: τα δάση). 3. (μτφ.) για καθετί που είναι ουσιαστικό, καίριας σημασίας: Η δημιουργία είναι το ~ της ύπαρξής του. ● ΣΥΜΠΛ.: μάσκα οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. αναπνευστική συσκευή χορήγησης οξυγόνου (από φιάλη), η οποία εφαρμόζεται στο στόμα και τη μύτη: Ο ασθενής αναπνέει με τη βοήθεια ~ας ~. Πέταξε σε μεγάλο ύψος χωρίς ~ ~. [< αγγλ. oxygen mask, 1920] , φιάλη οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. που περιέχει οξυγόνο: φορητή ~ ~. Αναπνευστήρας που λειτουργεί με ~ ~. ~ ~ για οξυγονοκολλήσεις. Έκαναν κατάδυση με ~ες ~. [< γαλλ. oxygène, αγγλ. oxygen] | |
| 36573 | οξυγονοθεραπεία | [ὀξυγονοθεραπεία] ο-ξυ-γο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος η οποία βασίζεται στην παροχή οξυγόνου, ιδ. σε περιπτώσεις υποξίας: κατ' οίκον/χρόνια ~. Συσκευές ~ας.|| Καθαρισμός και ~ προσώπου (: για την οξυγόνωση των κυττάρων του δέρματος). Βλ. -θεραπεία. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβαρική οξυγονοθεραπεία: ιατρική μέθοδος χορήγησης οξυγόνου σε πιέσεις μεγαλύτερες της ατμοσφαιρικής μέσα σε ειδικούς θαλάμους. [< αγγλ. hyperbaric oxygen therapy (HBOT)] [< πβ. γαλλ. oxygénothérapie, 1917] | |
| 36574 | οξυγονοκόλληση | [ὀξυγονοκόλληση] ο-ξυ-γο-νο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος συγκόλλησης μετάλλων με φλόγα υψηλής θερμοκρασίας η οποία παράγεται από την καύση εύφλεκτου αερίου (συνήθ. υδρογόνου ή ακετυλενίου) με οξυγόνο: γάντι/γυαλιά/μάσκα/συσκευή/φιάλες ~ης. Βλ. ηλεκτροσυγ-, κασσιτερο-κόλληση. [< αγγλ. oxyacetylene/oxygen-acetylene welding, oxywelding] | |
| 36575 | οξυγονοκολλητής | [ὀξυγονοκολλητής] ο-ξυ-γο-νο-κολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην οξυγονοκόλληση: ηλεκτροσυγκολλητής-~. [< αγγλ. oxyacetylene welder, oxywelder] | |
| 36576 | οξυγονοκοπή | [ὀξυγονοκοπή] ο-ξυ-γο-νο-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κοπής μετάλλων με τη χρήση φλόγας οξυγόνου-ασετυλίνης. [< αγγλ. oxygen cutting] | |
| 36577 | οξυγονούχος | , α/ος, ο [ὀξυγονοῦχος] ο-ξυ-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει οξυγόνο: ~ες: ενώσεις/ομάδες. ~α: οξέα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: οξυγονούχο ύδωρ: οξυζενέ. [< γαλλ. oxygéné, αγγλ. oxygenous, oxygenic] | |
| 36578 | οξυγονώνω | [ὀξυγονώνω] ο-ξυ-γο-νώ-νω ρ. (μτβ.) {οξυγόνω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. εμπλουτίζω, τροφοδοτώ με οξυγόνο: Κρέμα που ~ει τα κύτταρα της επιδερμίδας. (ΙΑΤΡ.) Θεραπευτική συσκευή που ~ει το αίμα (βλ. οξυγονοθεραπεία). Ο εγκέφαλος/η καρδιά του ασθενούς δεν ~εται επαρκώς. ~μένος: αέρας. ~μένη: αιμοσφαιρίνη. ~μένο: νερό. 2. (σπάν.-μτφ.) ανανεώνω, αναζωογονώ: Η σύσταση νέων επιχειρήσεων ~ει την οικονομία. [< γαλλ. oxygéner, αγγλ. oxygenate] | |
| 36579 | οξυγόνωση | [ὀξυγόνωση] ο-ξυ-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οξυγονώνω: (ΙΑΤΡ.) αρτηριακή/ιστική ~. ~ του οργανισμού/των οργάνων/του σώματος. ~ του αίματος/του δέρματος/του εγκεφάλου/των κυττάρων/των μυών. ~ του εμβρύου κατά τον τοκετό. Συνθήκες ~ης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Συσκευές πνευμονικής ~ης. Βλ. υπερ~.|| ~ του εδάφους/του νερού. [< γαλλ. oxygénation, αγγλ. oxygenation] | |
| 36580 | οξυγραφία | [ὀξυγραφία] ο-ξυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μέθοδος χαρακτικής κατά την οποία μια εικόνα χαράζεται σε όξινο ανθεκτικό κάλυμμα· συνεκδ. το αντίστοιχο χαρακτικό έργο: γραμμική/τονική ~. Βλ. -γραφία. | |
| 36581 | οξυγώνιος | , ος/α, ο [ὀξυγώνιος] ο-ξυ-γώ-νι-ος επίθ. (επιστ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οξυγώνιο τρίγωνο: ΓΕΩΜ. που έχει όλες του τις γωνίες οξείες (μικρότερες των 90 μοιρών). Βλ. αμβλυγώνιο, ορθογώνιο τρίγωνο, -γώνιος. [< αρχ. ὀξυγώνιος] | |
| 36582 | οξυδέρκεια | [ὀξυδέρκεια] ο-ξυ-δέρ-κει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γρήγορη αντίληψη, διεισδυτική ματιά στα πράγματα και κριτική ικανότητα: επιχειρηματική/πολιτική ~. ~ πνεύματος. Η ~ των παρατηρήσεών της. Πβ. διορατικότητα. [< μτγν. ὀξυδέρκεια] | |
| 36583 | οξυδερκής | , ής, ές [ὀξυδερκής] ο-ξυ-δερ-κής επίθ. {οξυδερκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· οξυδερκέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από οξυδέρκεια: (για πρόσ.) ~ής: αναγνώστης/ερευνητής/κριτικός/παρατηρητής/πολιτικός.|| ~ής: νους. ~ής: ανάλυση/ματιά. ~ές: άρθρο/βιβλίο/πνεύμα/χιούμορ. ~είς: επισημάνσεις/παρατηρήσεις. ~ή: σχόλια. Πβ. διορατικός. [< αρχ. ὀξυδερκής] | |
| 36584 | οξυζενέ | [ὀξυζενέ] ο-ξυ-ζε-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) οξυζενές (ο): ΧΗΜ. άχρωμο υδατικό διάλυμα υπεροξειδίου του υδρογόνου, που χρησιμοποιείται ως ήπιο αντισηπτικό ή για τον αποχρωματισμό των μαλλιών: απολύμανση/καθαρισμός πληγής με ~. Γάζα εμποτισμένη με ~.|| Ανάμειξη ~ με χρώμα-βαφή. (κατ' επέκτ.-ως επίθ.) ~ μαλλιά (: έντονα ξανθά). ΣΥΝ. οξυγονούχο ύδωρ [< γαλλ. oxygéné] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ