Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37240-37260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36585οξυθυμία[ὀξυθυμία] ο-ξυ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του οξύθυμου. Πβ. αψάδα, ευερεθιστότητα. [< αρχ. ὀξυθυμία]
36586οξύθυμος, ος/η, ο [ὀξύθυμος] ο-ξύ-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που θυμώνει, οργίζεται εύκολα· ευέξαπτος: (για πρόσ.) ~ος: νεαρός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: συμπεριφορά. Πβ. αψίθυμος, αψύς, ευερέθιστος, θερμόαιμος, θυμώδης, οργίλος. [< αρχ. ὀξύθυμος]
36587οξυκόρυφος, ος/η, ο [ὀξυκόρυφος] ο-ξυ-κό-ρυ-φος επίθ. (επιστ.): που έχει ή καταλήγει σε μυτερή κορυφή: ~η: απόληξη/διάταξη (πλακών)/καμάρα/στέγη. ~ο: τόξο.
36588οξύληκτος, η, ο [ὀξύληκτος] ο-ξύ-λη-κτος επίθ. (επιστ.): που παρουσιάζει οξεία απόληξη, μυτερός: ~η: οροφή. ~ο: ράμφος/σχήμα. ~α: άκρα/νύχια (= γαμψά)/φύλλα. Πβ. αιχμηρός, σουβλερός.
36589οξύλιθος[ὀξύλιθος] ο-ξύ-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. κοινή ονομασία μείγματος υπεροξειδίων του νατρίου και του καλίου το οποίο κατά τη διάλυσή του στο νερό απελευθερώνει οξυγόνο. [< γαλλ. oxylithe, 20ός αι.]
36590οξύμαχος, η, ο [ὀξύμαχος] ο-ξύ-μα-χος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που αντέχει ή εξασφαλίζει αντοχή σε οξέα, όξινες ουσίες: ~η: ρητίνη. ~οι: σωλήνες/χάλυβες. ~ες: κατασκευές. ~α: προϊόντα/τούβλα/υλικά. Βλ. -μαχος, -η, -ο.
36591οξυμετρία[ὀξυμετρία] ο-ξυ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέτρηση κορεσμού του οξυγόνου του αρτηριακού αίματος: παλμική ~. 2. ΧΗΜ. μέτρηση της ποσότητας του οξέος που περιέχεται σε ένα διάλυμα. Βλ. αλκαλιμετρία, ογκομέτρηση, -μετρία. [< 1: αγγλ. oximetry, 1944 2: γαλλ. acidimétrie]
36592οξύμετρο[ὀξύμετρο] ο-ξύ-με-τρο ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. όργανο μέτρησης των επιπέδων κορεσμού του οξυγόνου στο αρτηριακό αίμα: παλμικό ~ δακτύλου. 2. συσκευή προσδιορισμού της ποσότητας οξέος που περιέχεται σε διάλυμα. Βλ. -μετρο. [< 1: αγγλ. oximeter, 1942 2: γαλλ. acidimètre]
36593οξυμμένοςβλ. οξύνω
36594οξύμωρος, η, ο [ὀξύμωρος] ο-ξύ-μω-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιφατικός, παράδοξος: ~ες: δηλώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ο της υπόθεσης είναι ότι υποστηρίζει με πάθος ό,τι απαρνιόταν. Πβ. αντικρουόμενος. ● ΣΥΜΠΛ.: οξύμωρο σχήμα/σχήμα οξύμωρο 1. ΡΗΤΟΡ. ρητορικό σχήμα λόγου κατά το οποίο ασύμβατοι, αλληλοαναιρούμενοι όροι χρησιμοποιούνται μαζί και εκφράζουν ένα λογικό νόημα: Η "εκκωφαντική σιωπή" είναι ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) για πράγματα ή καταστάσεις που αλληλοαποκλείονται: Φαντάζει ~ ~ δύο ορκισμένοι εχθροί να έχουν τόσα κοινά σημεία. [< μτγν. ὀξύμωρος ‘έντονα ανόητος’, ουδ. ὀξύμωρον]
36595οξύνοια[ὀξύνοια] ο-ξύ-νοι-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αυξημένη αντιληπτική ικανότητα, ευστροφία: κριτική/πολιτική ~. Διακρίνεται για την ~ του πνεύματός της. Πβ. εξυπνάδα. ΣΥΝ. αγχίνοια ΑΝΤ. αβελτηρία, αμβλύνοια, βραδύνοια [< μτγν. ὀξύνοια]
36596οξύνους, ους, ουν [ὀξύνους] ο-ξύ-νους επίθ. {οξύν-οος κ. -ου | -οες, -όων (ουδ. -οα)} (λόγ.): που διαθέτει οξύνοια, εύστροφος: (για πρόσ.) ~ους: αναγνώστης/κριτικός/συγγραφέας/συνομιλητής.|| (κατ' επέκτ.) ~οα: επιχειρήματα. ΣΥΝ. αγχίνους ΑΝΤ. βραδύνους [< μτγν. ὀξύνους]
36597όξυνση[ὄξυνση] ό-ξυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κλιμάκωση κατάστασης, προβλήματος ή φαινομένου· γενικότ. ενίσχυση: (αρνητ. συνυποδ.) κοινωνική/πολιτική ~. ~ της ανεργίας/της ανισότητας/του ανταγωνισμού/της βίας/της έντασης/της κρίσης/των σχέσεων. ~ του κλίματος λόγω διαμάχης μεταξύ ... Πρόκληση τεχνητής ~ης. Ραγδαία ~ των περιβαλλοντικών προβλημάτων. ~ύνσεις και αντιπαραθέσεις. Πβ. εκτράχυνση, έξαρση, επίταση, παρ~.|| ~ των αισθήσεων/της κριτικής σκέψης/του πνεύματος. Πβ. οξύτητα. Βλ. καλλιέργεια. ΑΝΤ. άμβλυνση, απάμβλυνση 2. ΤΕΧΝΟΛ. τονισμός λεπτομερειών εικόνας με στόχο την αύξηση της ευκρίνειας: εργαλείο/φίλτρο ~ης. Βλ. νετάρισμα. [< 1: πβ. μεσν. όξυσις 2: αγγλ. sharpening]
36598οξύνω[ὀξύνω] ο-ξύ-νω ρ. (μτβ.) {όξυν-ε, οξύν-θηκε, -θεί, -οντας, οξυμμένος, συχνότ. οξυμένος} (λόγ.) 1. εντείνω, επιδεινώνω: Το περιστατικό ~ε τις σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. εξομαλύνω). ~εται (= κλιμακώνεται) η αντιπαράθεση/η διαμάχη/η κόντρα. ~θηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο εταιρείες. Τα πνεύματα ~θηκαν. Τα πάθη είναι οξυμμένα. Οξυμμένη: ατμόσφαιρα (= εξημμένη, τεταμένη, φορτισμένη). Οξυμμένα: προβλήματα. Πβ. επιτείνω, παρ~. ΑΝΤ. αμβλύνω (1), απαλύνω (1) 2. αναπτύσσω σε μεγάλο βαθμό, ενισχύω, καλλιεργώ: Η δημιουργική απασχόληση ~ει τη σκέψη των παιδιών. Οξυμμένη: αντίληψη/ευαισθησία/κρίση/όσφρηση. 3. (σπάν.-κυριολ.) κάνω κάτι οξύ, αυξάνω την αιχμηρότητα. Πβ. ακονίζω. ● Παθ.: οξύνεται: ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα) τονίζεται με οξεία. Βλ. περισπάται. [< αρχ. ὀξύνω]
36599οξυουρίαση[ὀξυουρίαση] ο-ξυ-ου-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εντερική λοίμωξη που οφείλεται στο παράσιτο οξύουρος. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. oxyurose, αγγλ. oxyuriasis]
36600οξύουρος[ὀξύουρος] ο-ξύ-ου-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νηματώδες σκουλήκι (επιστ. ονομασ. enterobius vermicularis) που ζει παρασιτικά στο έντερο, κυρ. του ανθρώπου. Βλ. ασκαρίδα, ενδοπαράσιτα. [< γαλλ. oxyure, αγγλ. oxyurous]
36601οξυπύθμενος, η, ο [ὀξυπύθμενος] ο-ξυ-πύθ-με-νος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για αγγείο μεταφοράς ή αποθήκευσης) που έχει μυτερή αντί για επίπεδη βάση: ~οι: αμφορείς. [< μτγν. ὀξυπύθμενος]
36602οξύρρυγχος[ὀξύρρυγχος] ο-ξύρ-ρυγ-χος ουσ. (αρσ.) {οξυρρύγχου} & οξύρυγχος: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (οικογ. Acipenseridae) που έχει μεγάλο μήκος, μυτερό ρύγχος και από τα αβγά του παράγεται το μαύρο χαβιάρι. [< αρχ. ὀξύρρυγχος 'που έχει οξύ ρύγχος']
36603οξύς, εία, ύ [ὀξύς] ο-ξύς επίθ. {οξ-έος κ. οξ-έως (θηλ. -είας) | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)· οξύτ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται αιφνίδια, έχει έντονα συμπτώματα, εξελίσσεται γρήγορα και συνήθ. παρέρχεται σε σύντομο χρονικό διάστημα: ~ύς: βήχας/πονοκέφαλος/τραυματισμός. ~εία: αλλεργική αντίδραση (= αναφυλαξία)/αμυγδαλίτιδα/(αναπνευστική/καρδιακή/νεφρική) ανεπάρκεια/βρογχίτιδα/γαστρεντερίτιδα/δηλητηρίαση/ηπατίτιδα/λευχαιμία/σκωληκοειδίτιδα/φλεγμονή. ~ύ: έμφραγμα του μυοκαρδίου (= κοιλιακή μαρμαρυγή). ~είς: (θωρακικοί/κοιλιακοί) πόνοι (= σουβλεροί). ~είς: επιπλοκές. ~έα: στεφανιαία σύνδρομα.|| ~εία: τοξικότητα (: λόγω έκθεσης σε χημική ουσία). Βλ. υπ~. ΑΝΤ. χρόνιος (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση· δριμύς, καυστικός: ~ύς: λόγος. ~εία: αντιπαράθεση/κόντρα/κριτική/πόλωση/σύγκρουση. ~ύ: πρόβλημα/σχόλιο (πβ. τσουχτερός). ~είες: αντιδράσεις/αντιθέσεις. Σε ~είς τόνους η συζήτηση για ... (επίσ.) Καταφέρθηκε με ~ατους χαρακτηρισμούς κατά του ... Πβ. έντονος, σκληρός, σφοδρός.|| (για πρόσ.) ~ύς: επικριτής. Είναι άνθρωπος με ~ύ χιούμορ (= δηκτικό). ΣΥΝ. αιχμηρός (1) 3. (για αίσθηση ή νοητική ικανότητα) που είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη· διεισδυτικός, οξυδερκής: ~ύς: νους. ~εία: ακοή/αντίληψη/όραση/όσφρηση. ~ύ: κριτικό πνεύμα.|| ~ύς: παρατηρητής.~ύ: βλέμμα. 4. που χαρακτηρίζεται από υψηλή συχνότητα: ~εία: κραυγή/φωνή (= στριγκιά, τσιριχτή). ~ύς: ήχος/θόρυβος (: που μοιάζει να τρυπάει τ' αυτιά). 5. μυτερός, κοφτερός: ~εία: ακμή/κορυφή. ~ύ: άκρο. Τραύμα από ~ύ όργανο (π.χ. μαχαίρι). Πβ. οξύληκτος. ΣΥΝ. αιχμηρός (2) ΑΝΤ. αμβλύς (2) ● ΣΥΜΠΛ.: οξεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι μικρότερη των 90°. Βλ. αμβλεία, ορθή γωνία. [< αρχ. ὀξύς]
36604οξυτενής, ής, ές [ὀξυτενής] ο-ξυ-τε-νής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οξυτενή κονδυλώματα: ΙΑΤΡ. μικροί ορατοί καλοήθεις όγκοι (θηλώματα) ιογενούς προέλευσης. [< μτγν. ὀξυτενής ‘κομμένος μυτερά (για γένια)’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.